«Όχι» στην ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής (ώστε να μην υπολογίζονται στους δημοσιονομικούς στόχους οι δαπάνες για μέτρα ελάφρυνσης του υψηλού ενεργειακού κόστους), «Ναι» σε μέτρα στοχευμένα στα ευάλωτα νοικοκυριά (σε αντιπαραβολή με την ενεργοποίηση γενικών μέτρων), «Ναι» στην έκτακτη φορολόγηση τυχόν υπερκερδών των ενεργειακών ομίλων (λόγω της συγκυρίας) για τη χρηματοδότηση τέτοιων μέτρων. Αυτές είναι οι βασικές κατευθύνσεις που δίνει η Κομισιόν (Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων- DG ECFIN) για την αντιμετώπιση του νέου «επεισοδίου» υψηλών τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου στην Ευρώπη που έχει προκληθεί από την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, ενόψει του σημερινού (Παρασκευή 27 Μαρτίου) έκτακτου Eurogroup. Το θέμα βρίσκεται -όπως είναι φυσικό- στην κορυφή της ατζέντας, με το πετρέλαιο να κινείται κοντά στα 110 δολ./ευρώ και το φυσικό αέριο στον κόμβο TTF της Ολλανδίας πάνω από τα 55 ευρώ/MWh με το βασικό ερώτημα που τίθεται να είναι αν μπορεί η Ευρώπη να περιορίσει το ενεργειακό σοκ χωρίς να ανοίξει ένα νέο δημοσιονομικό «μέτωπο».
Αυστηρό σήμα από Βρυξέλλες για τα ενεργειακά μέτρα
Το σαφές «σήμα» από Βρυξέλλες ότι δεν είναι της παρούσης η ενεργοποίηση ούτε της γενικής ρήτρας διαφυγής -που ισχύει σε επίπεδο ΕΕ- ούτε εθνικών ρητρών διαφυγής όπως αυτές για τις αμυντικές δαπάνες (με την Ελλάδα να είναι μεταξύ των χωρών που ενεργοποίησε την εν λόγω δυνατότητα το καλοκαίρι του 2025) έχει τη σημασία του ενόψει της συζήτησης μεταξύ των υπουργών Οικονομικών των χωρών της Ευρωζώνης -υπό την προεδρία του Κυριάκου Πιερρακάκη-, ο οποίος με το άλλο του «καπέλο» -αυτό του Έλληνα Υπουργού Οικονομικών- είχε επισημάνει προ ημερών ότι δεν υπάρχει κοινή συνισταμένη στην Ευρώπη αναφορικά με τα μέτρα. Γι’ αυτό άλλωστε, αρκετές χώρες (Ισπανία, Ιταλία κ.α.) έχουν προχωρήσει σε εθνικές παρεμβάσεις χωρίς να περιμένουν την κοινή ευρωπαϊκή γραμμή που προσκρούει -μεταξύ άλλων- στα διαφορετικά μείγματα ηλεκτροπαραγωγής και τις διαφορετικές δημοσιονομικές αντοχές κάθε χώρας. Και στον βαθμό που η θέση αυτή υιοθετηθεί από το Eurogroup φαίνεται να απομακρύνει τον ενδεχόμενο λήψης από την Ελλάδα φορολογικών μέτρων (όπως π.χ. η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα), το οποίο η Αθήνα συναρτά με την εφαρμογή ρήτρας διαφυγής και εντάσσει σε ένα πλαίσιο λύσεων «ευρωπαϊκής εμβέλειας» που δεν φαίνεται να υφίσταται αυτή τη στιγμή.
Σε κάθε περίπτωση, το κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που θέτει το πλαίσιο τη συζήτησης στέλνει ένα μήνυμα αυστηρής δημοσιονομικής διαχείρισης και φειδωλής χρήσης των μέτρων της πολυσυζητημένης «εργαλειοθήκης» του 2022-2023 -που ενεργοποιήθηκαν κατά την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, κάνοντας λόγο εμμέσως πλην σαφώς για λάθη που έγιναν εκείνη την περίοδο και δεν πρέπει να επαναληφθούν. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «βραχυπρόθεσμα μέτρα για την ανακούφιση των καταναλωτών (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) θα μπορούσαν να εξεταστούν. Ωστόσο, ένα κρίσιμο μάθημα από την ενεργειακή κρίση εκείνης της περιόδου είναι ότι πολλά από τα μέτρα ήταν γενικά και μη στοχευμένα, οδηγώντας σε μη αποδοτικές λύσεις και πολύ μεγάλα δημοσιονομικά κόστη. Τούτων λεχθέντων, είναι κρίσιμο τα όποια βραχυπρόθεσμα μέτρα:
- Να προωθούν την απανθρακοποίηση των ενεργειακών συστημάτων
- Να μην αυξάνουν υπέρμετρα τη ζήτηση για φυσικό αέριο για πετρέλαιο
- Να είναι προσωρινά και με όσο το δυνατόν πιο συγκρατημένο δημοσιονομικό κόστος
- Να είναι στοχευμένα στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και τις πιο ευάλωτες βιομηχανίες
Τι έμαθε η ΕΕ από την ενεργειακή κρίση 2022-2023
Σύμφωνα με την Κομισιόν, οι χώρες της Ευρώπης δαπάνησαν ποσό της τάξης του 2,2% του ΑΕΠ της ΕΕ σωρευτικά την περίοδο 2022-2024 για μέτρα στήριξης της ενεργειακής κρίσης. Από το ποσό αυτό, το 60% αφορούσε σε παρεμβάσεις για τη μείωση των τιμών ενέργειας (π.χ. επιδοτήσεις), ενώ το υπόλοιπο 40% ήταν άλλου είδους μέτρα (π.χ. προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των εισοδημάτων). Όμως, μόνο ένα μικρό μέρος της συνολικής στήριξης (που αντιστοιχεί στο 0,3% του ΑΕΠ κατά μέσο όσο) κατευθύνθηκε στα πραγματικά ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ πολλά από τα προσωρινά μέτρα εφαρμόστηκαν για πολύ μεγαλύτερο διάστημα από ότι αρχικά προβλεπόταν, επηρεάζοντας τα δημόσια οικονομικά και την αποτελεσματική κατανομή δημόσιων και ιδιωτικών πόρων. Το συμπέρασμα είναι ότι τα μέτρα γενικής εφαρμογής ήταν ακριβά και αναποτελεσματικά και γι΄ αυτό στην παρούσα φάση πρέπει να αποφευχθούν και η ΕΕ να κινηθεί στη γραμμή της στοχευμένης και προσωρινή στήριξη για τις υψηλές τιμές ενέργειας, χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά τα δημόσια οικονομικά και χωρίς να αυξήσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων.
Προτεινόμενα μέτρα για την τρέχουσα κατάσταση
Η Επιτροπή προτείνει μια σειρά μέτρων που κρίνει κατάλληλα, ξεκινώντας από τις πιο «ανώδυνες» επιλογές όπως ενημερωτικές εκστρατείες ώστε οι πολίτες να κάνουν οικονομία στην ενέργεια. Χαρακτηρίζει ως «προτιμητέα επιλογή» τα μέτρα εισοδηματικής στήριξης, καθώς προσφέρουν άμεση οικονομική βοήθεια στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά χωρίς να παρεμβαίνουν στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι απαιτούν ακριβή στόχευση. Εισηγείται επίσης την μείωση των φόρων και στων εισφορών στην ηλεκτρική ενέργεια, παραδεχόμενη ωστόσο ότι είναι κάτι που μπορεί να δημιουργήσει «τρύπες» στα δημόσια έσοδα κάποιων χωρών για αυτό είναι εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί πολύ προσεκτικά (από όσες χώρες έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν..), καθώς και στοχευμένα στους ευάλωτους καταναλωτές πλαφόν στις τιμές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου.
Βασική αρχή της Κομισιόν είναι όλα τα μέτρα θα πρέπει να ενσωματώνουν το χρονοδιάγραμμα άρσης τους (sunset clause) ενώ για τη χρηματοδότησή τους προκρίνεται η χρήση των εσόδων από το Χρηματιστήριο Ρύπων και η φορολόγηση των υπερεσόδων που συνδέονται με τις υψηλές τιμές ενέργειας.
«Μπλόκο» στην ενεργοποίηση των ρητρών διαφυγής
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ όλα τα δημοσιονομικά μέτρα που θα θεσπιστούν (μειώσεις φόρων) θα πρέπει να είναι συμβατά με τον συμφωνημένο «οδικό χάρτη» για την αύξηση των δημόσιων δαπανών. Όπως προαναφέρθηκε, στην παρούσα φάση δεν προτείνεται ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας, καθώς δεν ισχύει η προϋπόθεση μιας «ισχυρής οικονομικής επιβράδυνσης στην Ευρωζώνη ή την ΕΕ συνολικά». Η Κομισιόν τονίζει ακόμα ότι πολλές χώρες της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) ενεργοποίησαν την εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες και επικαλείται στοιχεία που δείχνουν ότι αυτό θα οδηγήσει σε επιβάρυνση της δημοσιονομικής θέσης των χωρών αυτών και θα καθυστερήσει την μείωση του δημόσιου χρέους για αρκετά χρόνια.
Τα ενεργειακά διλήμματα του Eurogroup
Σε αυτό το σφιχτό πλαίσιο που εισηγείται η Κομισιόν, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε λύσεις με σαφές κόστος: οι φοροελαφρύνσεις πιέζουν τους προϋπολογισμούς, οι επιδοτήσεις δεν διορθώνουν τη δομή των τιμών, ενώ οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις στις αγορές ενέργειας προϋποθέτουν χρόνο και συλλογική δράση. Παράγοντες της αγοράς υπογραμμίζουν πως ο χρόνος αποτελεί κρίσιμη παράμετρο και η ταχύτητα της αντίδρασης είναι κρίσιμη για την αποτελεσματικότητα των μέτρων, καθώς εάν οι αυξημένες τιμές ενέργειας παγιωθούν, είναι ορατός ο κίνδυνος ενός πληθωριστικού σοκ στην οικονομία της Ευρωζώνης, με διάχυση του αυξημένου κόστους παραγωγής και μεταφορών στα τρόφιμα και τα βασικά αγαθά. Στο σημερινό Eurogroup δεν αναμένεται κάποιο πακέτο ευρωπαϊκών μέτρων, αλλά ένα πολιτικό σήμα που θα δείξει αν η Ευρωζώνη μπορεί να συντονιστεί ή κάθε χώρα θα αντιμετωπίσει την κατάσταση κατά μόνας. Η κατεύθυνση που θα δοθεί θα κρίνει εν πολλοίς την αντοχή της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στην κρίση.
Διαβάστε ακόμη
