Δίχως αμφιβολία, το 2025 ήταν ένα έτος όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ήρθε αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα. Οι γεωπολιτικές προκλήσεις, ο συνεχιζόμενος πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, ο επιθετικός εμπορικός ανταγωνισμός της Κίνας και το αυξανόμενο κόστος της πράσινης μετάβασης ήταν παράγοντες που επηρέασαν την ευρωπαϊκή οικονομία και ανάγκασαν την ηγεσία της ΕΕ να θέσει σε προτεραιότητα την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της, προσπαθώντας να συμβιβάσει τις κλιματικές φιλοδοξίες της με την επιτακτική ανάγκη για μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση. Η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας που παρουσίασε η Κομισιόν στις αρχές του έτους έδειξε το μονοπάτι που θα ακολουθήσει η Ευρώπη μέσα στο 2025. Τα πεδία όπου η ΕΕ επιδίωξε -ή αναγκάστηκε μετά από εξωτερικές πιέσεις- να μειώσει τις πράσινες απαιτήσεις ήταν πολλά: από την αυτοκινητοβιομηχανία, το νέο Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών Ρύπων (EU ETS 2) και τους κλιματικούς στόχους για το 2040, έως τη νομοθεσία για το μεθάνιο, την εταιρική βιωσιμότητα και την αποψίλωση των δασών. Παράλληλα, άλλαξε εντελώς το αφήγημα για την πυρηνική ενέργεια, η οποία από «αναγκαίο κακό», εντάσσεται πλέον κανονικά στους πράσινους σχεδιασμούς της ΕΕ.

Ξεκινώντας από τους κλιματικούς στόχους για το 2040, τα κράτη μέλη συμφώνησαν σε μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% σε σχέση με το 1990, με βάση την πρόταση της Κομισιόν, προσθέτοντας όμως τη δυνατότητα σημαντικής ευελιξίας. Οι συννομοθέτες συμφώνησαν να επιτραπεί, από το 2036 και μετά, η χρήση διεθνών πιστώσεων άνθρακα (carbon credits) ώστε να εξασφαλιστεί επαρκής συνεισφορά τους στον στόχο για το 2040, έως και 5% των καθαρών εκπομπών της ΕΕ. Συμφωνήθηκε, επίσης, η μελλοντική επανεξέταση των περιθωρίων ευελιξίας με σκοπό την επέκτασή τους. Η ΕΕ υπέβαλε στον ΟΗΕ πρόσφατα και το επικαιροποιημένο σχέδιο για την Εθνικά Καθορισμένη Συνεισφορά των μελών της (NDC) στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Το σχέδιο εισάγει ενδεικτική συνεισφορά μείωσης των εκπομπών από 66,25% έως 72,5% για το 2035 στην πορεία προς το ουδέτερο ισοζύγιο CO2 έως το 2050. Η πρόβλεψη για ένα εύρος μείωσης εκπομπών ήταν αποτέλεσμα των αιτημάτων αρκετών κρατών μελών για ευελιξία.

Ένα βασικό συστατικό της κλιματικής πολιτικής της ΕΕ είναι το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ ή EU ETS), βάσει του οποίου οι βιομηχανίες πληρώνουν για τις εκπομπές ρύπων τους, ενώ έχει στόχο τη σταδιακή μείωσή τους. Με βάση τον αρχικό σχεδιασμό, από 1η Ιανουαρίου του 2027 θα εντάσσονταν στο EU ETS ο τομέας των οδικών μεταφορών και ο τομέας της θέρμανσης των κτιρίων, αυξάνοντας τις τιμές καυσίμων κίνησης και θέρμανσης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Οι κοινωνικές επιπτώσεις του σχεδίου και η ανάγκη για καλύτερη προετοιμασία μετέφεραν έναν χρόνο αργότερα την εφαρμογή του νέου EU ETS, το οποίο θα τεθεί σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2028.

Ως προς την αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομίας, οι αυστηρές απαιτήσεις της ΕΕ για πράσινη μετάβαση του κλάδου, αλλά και το σκληρό διεθνές περιβάλλον, έπλητταν σημαντικά την ανταγωνιστικότητά του. Έπειτα από επίμονο lobbying από φορείς και εταιρείες της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, τα κράτη μέλη συμφώνησαν να προσφέρουν την ευελιξία στους Ευρωπαίους κατασκευαστές να μειώσουν σταδιακά τις εκπομπές ρύπων τους τα επόμενα χρόνια, ενώ καταργήθηκε η πλήρης απαγόρευση νέων αυτοκινήτων με κινητήρα εσωτερικής καύσης, η οποία επρόκειτο να εφαρμοστεί από το 2035. Αυτή η εξέλιξη χαρακτηρίστηκε ως νίκη της αυτοκινητοβιομηχανίας, ωστόσο η υφιστάμενη νομοθεσία συνεχίζει να ασκεί πίεση στον κλάδο για πράσινες αλλαγές.

Διπλωματικές πιέσεις προς την ΕΕ για τις πράσινες πολιτικές της

Οι διπλωματικές σχέσεις της ΕΕ με εταίρους και τρίτα κράτη αποτέλεσαν έναν σημαντικό μοχλό πίεσης για αλλαγές στις πράσινες πολιτικές της. Κράτη όπως οι ΗΠΑ και το Κατάρ αντιδρούσαν έντονα στις υποχρεώσεις εταιρικής βιωσιμότητας που ήθελε να επιβάλει στις ευρωπαϊκές εταιρείες η Ένωση, οι οποίες επηρέαζαν όλη την αλυσίδα αξίας τους και κατ’ επέκταση τους παραγωγούς LNG από τα δύο κράτη. Τελικά, μετά από εσωτερικές πιέσεις για περιορισμό της γραφειοκρατίας και εξωτερικές πιέσεις και απειλές (βλ. Κατάρ), η ΕΕ τροποποίησε τη νομοθεσία της και μείωσε τις απαιτήσεις βιωσιμότητας από τις εταιρείες. Παρόλα αυτά, ούτε το Κατάρ ούτε οι ΗΠΑ ικανοποιήθηκαν από την έκταση των αλλαγών.

Κατ’ αντιστοιχία με τη νομοθεσία εταιρικής βιωσιμότητας, εξωτερικές πιέσεις υπάρχουν προς την ΕΕ και για τη νομοθεσία που αφορά το μεθάνιο. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ, αλλά και το Κατάρ, θεωρούν πως η ευρωπαϊκή νομοθεσία καταγραφής των εκπομπών μεθανίου, που επηρεάζει και τους ξένους παραγωγούς LNG, επιβαρύνει τις εταιρείες τους με αχρείαστο γραφειοκρατικό βάρος και αποτελεί εμπορικό εμπόδιο. Γι’ αυτό, οι ΗΠΑ έχουν ζητήσει να εξαιρεθούν από τη νομοθεσία έως το 2035, ενώ ήδη η ΕΕ έχει ξεκινήσει ενέργειες για να τροποποιήσει τη νομοθεσία της και να προσφέρει ευελιξίες.

Μέσα στον Δεκέμβριο η ΕΕ τροποποίησε και τον Κανονισμό κατά της αποψίλωσης των δασών. Τα κράτη μέλη συμφώνησαν να δώσουν νέα παράταση -είχε δοθεί ήδη μία- για την εφαρμογή της νομοθεσίας. Με βάση τη συμφωνία, οι μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες θα πρέπει να συμμορφωθούν με τον Κανονισμό έως το τέλος Δεκεμβρίου 2026, ενώ οι μικρές εταιρείες έχουν περιθώριο μέχρι το τέλος Ιουνίου 2027. Ο Κανονισμός προβλέπει πως οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα πρέπει να διακόψουν τις εισαγωγές προϊόντων που είναι αποτέλεσμα αποψίλωσης των δασών και αφορά κυρίως εμπορεύματα όπως κακάο, σόγια, φοινικέλαιο κ.α. Οι παρατάσεις ήρθαν μετά από επίμονες διαμαρτυρίες αναπτυσσόμενων κυρίως κρατών για τη δυσκολία προσαρμογής στα νέα δεδομένα.

Έχοντας υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, ενδιαφέρον παρουσιάζει το πώς θα εφαρμοστεί ο CBAM (Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα) που την 1η Ιανουαρίου 2026 αφήνει πίσω την πιλοτική του φάση και τίθεται σε πραγματική ισχύ. Ο CBAM, ή αλλιώς «δασμός άνθρακα», της ΕΕ αποτελεί ένα εργαλείο για να προστατευτεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία, η οποία πληρώνει για τις εκπομπές ρύπων της, από τον άνισο ανταγωνισμό με βιομηχανίες χωρών που έχουν πιο χαλαρούς περιβαλλοντικούς νόμους. Το συγκεκριμένο μέτρο της ΕΕ έχει δημιουργήσει σημαντικές τριβές με κράτη όπως η Κίνα, η Ινδία και η Νότια Αφρική, καθώς θεωρούν πως θα υποστούν πλήγμα οι εξαγωγές τους προς την Ευρώπη.

Η «αναβάπτιση» της πυρηνικής ενέργειας

Τέλος, μια μεγάλη στροφή πολιτικής από την ΕΕ μέσα στο έτος που τελειώνει σύντομα, ήταν η συμπερίληψη της πυρηνικής ενέργειας στις επενδύσεις που θεωρούνται πράσινες. Τον Σεπτέμβριο, ευρωπαϊκό δικαστήριο αποφάνθηκε πως η πυρηνική ενέργεια μπορεί να συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία των βιώσιμων επενδύσεων στην Ευρώπη, ανοίγοντας τον δρόμο για ευκολότερη χρηματοδότηση σε ευρωπαϊκά έργα πυρηνικής ενέργειας.

Ίσως η πιο χαρακτηριστική φράση που ακούστηκε στην Ευρώπη για την πυρηνική ενέργεια μέσα στο 2025, η οποία πιθανόν βάζει τέλος στο «πυρηνικό» debate στην ΕΕ, ανήκει στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η Γερμανίδα πολιτικός, στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης (State of the Union) στις αρχές του φθινοπώρου, είχε δηλώσει: «Είναι καιρός να απαλλαγούμε από τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα της Ρωσίας. Και γνωρίζουμε τι μειώνει τις τιμές: η καθαρή εγχώρια ενέργεια. Πρέπει να παράγουμε περισσότερες εγχώριες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – με την πυρηνική ενέργεια ως βάση». Το 2025, λοιπόν, όπου κυριάρχησε ο ρεαλισμός έναντι του ιδεαλισμού, καθώς και έννοιες όπως ανταγωνιστικότητα και ευελιξία, η πυρηνική ενέργεια απέκτησε ισότιμη θέση στην ΕΕ δίπλα στην αιολική, την ηλιακή ενέργεια και τις άλλες ΑΠΕ.

Διαβάστε ακόμη