Διαβουλεύσεις με τις πετρελαϊκές εταιρείες εκκίνησε το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας, αναζητώντας λύσεις θωράκισης των διυλιστηρίων κατά την απεξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα. Στην πρωτοβουλία συμμετέχουν συνδικάτα, βιομηχανία και κρατίδια, προσδοκώντας απτά συμπεράσματα έως το πρώτο τρίμηνο του 2027. Τα δεδομένα αυτά θα διαμορφώσουν την επικείμενη «στρατηγική για τα διυλιστήρια».

Ο ρόλος των μορίων και της βιομηχανίας

Τα γερμανικά διυλιστήρια διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή υδρογόνου, συνθετικών καυσίμων αεροσκαφών και βιοκαυσίμων, παρά την αυξημένη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η υπουργός Οικονομίας Katherina Reiche τόνισε την ανάγκη να διατηρήσει η Γερμανία τη θέση της ως «κόμβος μορίων», όπως μετέδωσε το Tagesspiegel Background. Η χώρα λειτουργεί έντεκα διυλιστήρια, εξασφαλίζοντας συνολική δυναμικότητα επεξεργασίας 92 εκατομμυρίων τόνων αργού πετρελαίου ετησίως.

Αέρια όπως το υδρογόνο και το μεθάνιο κρίνονται απαραίτητα για την επίτευξη υψηλών θερμοκρασιών στη βιομηχανία και λειτουργούν ως πρώτες ύλες στη χημική παραγωγή. Στο μέλλον, η παραγωγή τους θα στηριχθεί σε ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια και βιώσιμες πηγές άνθρακα. Ο εκπρόσωπος ενεργειακής πολιτικής των Πρασίνων, Michael Kellner, υπογράμμισε στην κρατική ραδιοτηλεόραση ARD ότι οι πετρελαϊκές εταιρείες διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους για τις συγκεκριμένες επενδύσεις.

Πιέσεις και ανάγκη εκσυγχρονισμού

Η οικονομολόγος Claudia Kemfert πρότεινε να εστιάσει η στρατηγική στον μετασχηματισμό, εγκαταλείποντας οριστικά τα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι τα συνθετικά καύσιμα ενδέχεται να μην παραχθούν από τους σημερινούς διαχειριστές των εγκαταστάσεων.

Το υπουργείο Οικονομίας χαρακτηρίζει την ενεργειακή ασφάλεια ως απόλυτη προτεραιότητα, ξεκαθαρίζοντας ότι οι εισαγωγές αδυνατούν να αντισταθμίσουν μια πιθανή απώλεια των διυλιστηρίων. Οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον να επενδύσουν δισεκατομμύρια για τον εκσυγχρονισμό τους, προκειμένου να καλύψουν τη ζήτηση με βιώσιμους υδρογονάνθρακες.

Σήμερα, τα διυλιστήρια της Γερμανίας πιέζονται από το αυξημένο κόστος εκπομπών, τις ιστορικά χαμηλές τιμές εισαγόμενων καυσίμων, την υποτονική ζήτηση και το επενδυτικό κενό. Ωστόσο, στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Destatis) καταγράφουν αύξηση της εγχώριας παραγωγής βενζίνης κατά 1,8% και ντίζελ κατά 9,4% το πρώτο εξάμηνο του 2026, με ταυτόχρονη ραγδαία πτώση των εισαγωγών.

Διαβάστε ακόμη