Οι επιθέσεις σε διυλιστήρια στη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή έχουν θέσει εκτός λειτουργίας σχεδόν το 12% της παγκόσμιας δυναμικότητας παραγωγής βενζίνης, ντίζελ και άλλων καυσίμων. Οι ζημιές δυσκολεύουν την αναπλήρωση των ποσοτήτων που λείπουν από την αγορά, την ώρα που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αναζητά λύσεις για να περιορίσει τις τιμές πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της επόμενης εβδομάδας.
Σε δημοσίευμά της η Wall Street Journal αναφέρει πως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη της Ουκρανίας και οι επιθέσεις με πυραύλους από το Ιράν και την Υεμένη έχουν πλήξει δεκάδες διυλιστήρια στη Ρωσία, τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σύμφωνα με την εταιρεία ενεργειακών αναλύσεων Industrial Info Resources (IIR). «Δεν χρειάζεται να καταστρέψεις ολόκληρο τον στρατό του αντιπάλου· αρκεί να του στερήσεις τα καύσιμα», λέει ο Τζιμ Κρέιν, ειδικός σε ενεργειακά θέματα στο Baker Institute του Πανεπιστημίου Rice, περιγράφοντας μια βασική στρατηγική του πολέμου.
Τα πλήγματα στις ρωσικές εγκαταστάσεις
Τους τελευταίους μήνες, οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν εξαπολύσει περισσότερες από 100 επιθέσεις σε σχεδόν 30 ρωσικά διυλιστήρια. Οι εγκαταστάσεις αυτές είχαν συνολική κανονική δυναμικότητα 6,1 εκατ. βαρελιών την ημέρα, περίπου το 80% της δυναμικότητας διύλισης της χώρας. Μετά τα πλήγματα, η διαθέσιμη δυναμικότητα έχει περιοριστεί στα 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ 19 διυλιστήρια έχουν τεθεί πλήρως εκτός λειτουργίας και αρκετά ακόμη έχουν υποστεί ζημιές.
Σύμφωνα με την IIR, τα πλήγματα έχουν θέσει εκτός λειτουργίας το 59% της ρωσικής δυναμικότητας παραγωγής καυσίμων. Πριν από τις επιθέσεις, η Ρωσία ήταν ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές ντίζελ διεθνώς, καλύπτοντας περίπου το 10% της παγκόσμιας αγοράς. Τον Ιούλιο, η Μόσχα ανέστειλε τις εξαγωγές για να προστατεύσει την εγχώρια αγορά της.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αποδώσει τις υψηλές τιμές των καυσίμων στις ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων, υποβαθμίζοντας την επίδραση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η οποία είχε διακόψει τη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ έως πριν από λίγες εβδομάδες. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, Τέιλορ Ρότζερς, οι αμερικανικές στρατιωτικές συνοδείες επιτρέπουν πλέον τη διέλευση περισσότερου πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο σε σχέση με την περίοδο πριν από τη σύγκρουση.
Η Ρότζερς υποστήριξε ότι οι υψηλές τιμές οφείλονται σε προϋπάρχοντα προβλήματα: στις πολιτικές των Δημοκρατικών, οι οποίες, κατά τον Λευκό Οίκο, οδήγησαν στο κλείσιμο αμερικανικών διυλιστηρίων, αλλά και στις καταστροφές από τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, μια κρίση που, όπως είπε, κληρονόμησε ο Τραμπ.
Νέος κίνδυνος για τις υποδομές του Κόλπου
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ μπορεί να επαναλάβουν τις επιθέσεις κατά του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Τεχεράνη είναι πιθανό να απαντήσει με νέα πλήγματα σε ενεργειακές και άλλες υποδομές της περιοχής, εκτιμά ο Ντέιβιντ Γκόλντουιν, επικεφαλής της Goldwyn Global Strategies και πρώην αξιωματούχος της κυβέρνησης Ομπάμα. «Η εικόνα στον Κόλπο δεν είναι καλή. Ανάλογα με το μέγεθος των ζημιών, μπορεί να μειωθεί η παραγωγή και οι διακοπές λειτουργίας να διαρκέσουν περισσότερο», σημειώνει.
Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν έχει οδηγήσει σε περισσότερες από δώδεκα άμεσες επιθέσεις σε διυλιστήρια της περιοχής, με συνολική δυναμικότητα 7,6 εκατ. βαρελιών ημερησίως. Οι ζημιές έχουν περιορίσει την παραγωγική τους δυνατότητα κατά περισσότερο από 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Ανάμεσα στις εγκαταστάσεις που επλήγησαν είναι το διυλιστήριο Τζαζάν στη Σαουδική Αραβία, το οποίο χτυπήθηκε από μαχητές των Χούθι τον Σεπτέμβριο και παραμένει εκτός λειτουργίας.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στα ίδια τα διυλιστήρια. Ζημιές σε αγωγούς και άλλες υποδομές, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της παραγωγής, έχουν μειώσει έως και 75% την ημερήσια δυναμικότητα ορισμένων εγκαταστάσεων. Η Σαουδική Αραβία έχει χάσει περίπου το 25% της δυναμικότητας διύλισης, λόγω επιθέσεων και προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα, ενώ οι επισκευές αναμένεται να χρειαστούν μήνες.
«Οι αγωγοί μπορούν να επισκευαστούν και να επανέλθουν γρήγορα σε λειτουργία. Τα διυλιστήρια και οι πετροχημικές εγκαταστάσεις, όμως, είναι μεγάλες και σύνθετες μονάδες· δεν αποκαθίστανται από τη μια μέρα στην άλλη», λέει ο Μπεν Κέιχιλ, μη μόνιμος ανώτερος ερευνητής στο Atlantic Council.
Περιορισμένο όφελος από το ρωσικό ντίζελ
Ενόψει των εκλογών, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει τρόπους να μειώσει την πίεση στους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους, καθώς το υψηλό κόστος των καυσίμων τροφοδοτεί τον πληθωρισμό. Αφού τελικά δεν επέβαλε απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ, ο Τραμπ κατέληξε σε αιφνιδιαστική συμφωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, η οποία προβλέπει άρση κυρώσεων και δυνατότητα εξαγωγής εκατοντάδων χιλιάδων τόνων ρωσικού ντίζελ.
Η συμφωνία αποτελεί σημαντική μετατόπιση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, αλλά, σύμφωνα με αναλυτές, δύσκολα θα ενισχύσει ουσιαστικά την παγκόσμια προσφορά. Αν η Ρωσία εξαγάγει τις ποσότητες που έχει υποσχεθεί, θα μεταφέρει καύσιμα από την εγχώρια αγορά της στο εξωτερικό, χωρίς να αυξήσει την παραγωγή της. Τα εναπομείναντα διυλιστήριά της λειτουργούν ήδη στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης ντίζελ έχουν, άλλωστε, μεταβληθεί ελάχιστα από τις 9 Οκτωβρίου, όταν ανακοινώθηκε η συμφωνία.
Στελέχη της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας δεν είχαν εισηγηθεί συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ. Αντίθετα, τον περασμένο μήνα πρότειναν στην κυβέρνηση να ζητήσει από την Κίνα να αυξήσει την παραγωγή των διυλιστηρίων της. Η λειτουργία τους βρίσκεται 12% χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα, σύμφωνα με τη Rystad Energy, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπάρχει διαθέσιμη δυναμικότητα. Η εταιρεία εκτιμά το παγκόσμιο έλλειμμα ντίζελ σε περίπου 2 εκατ. βαρέλια την ημέρα.
Η στοχοποίηση διυλιστηρίων δεν είναι καινούργια πολεμική τακτική. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Συμμαχικές δυνάμεις βομβάρδισαν εγκαταστάσεις πετρελαίου στη Γερμανία, περιορίζοντας τα καύσιμα που τροφοδοτούσαν τα μαχητικά αεροσκάφη και τα άρματα μάχης των ναζιστικών δυνάμεων.
Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί έχουν κατηγορήσει τη Ρωσία ότι στοχεύει σκόπιμα αμάχους και ενεργειακές υποδομές στην Ουκρανία. Σε πρόσφατη επίθεση στο ηλεκτρικό δίκτυο της χώρας, η Μόσχα κατέστρεψε 28 κρίσιμους υποσταθμούς, αφήνοντας 550.000 νοικοκυριά χωρίς ρεύμα ενόψει του χειμώνα.
Επέκταση διύλισης με ορίζοντα ετών
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ εξετάζει και την ενεργοποίηση του νόμου περί αμυντικής παραγωγής της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, προκειμένου να διαθέσει έως 150 εκατ. δολάρια για την επέκταση της διυλιστικής δυναμικότητας. Ωστόσο, μια τέτοια επένδυση θα χρειαστεί χρόνια για να αποδώσει, καθώς η κατασκευή και η αναβάθμιση διυλιστηρίων είναι σύνθετες διαδικασίες και απαιτούν αξιόπιστη τροφοδοσία με αργό πετρέλαιο. Οι μεγάλες αναβαθμίσεις κοστίζουν συνήθως αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια.
Την περασμένη εβδομάδα, κατά την επίσκεψή του στην Ινδία, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, συζήτησε με τον Ινδό ομόλογό του, Σουμπραμανιάμ Τζαϊσανκάρ, το ενδεχόμενο αύξησης των εξαγωγών διυλισμένων προϊόντων, σύμφωνα με πηγές κοντά στις δύο κυβερνήσεις. Αντίστοιχα αιτήματα έχουν υποβάλει Αμερικανοί αξιωματούχοι και σε ελληνικά διυλιστήρια.
Τα περιθώρια και των δύο χωρών, ωστόσο, είναι περιορισμένα. Τα ινδικά διυλιστήρια λειτουργούν σχεδόν στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους, ενώ οι εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων από την Ελλάδα αποτελούν μικρό μόνο μέρος της παγκόσμιας αγοράς.
«Με ρώτησαν αν ο Τραμπ επιχειρεί μια απέλπιδα προσπάθεια. Η δική μου εντύπωση είναι ότι πετά την μπάλα πολύ έξω από το γήπεδο και λέει: “Τουλάχιστον προσπάθησα”», σχολιάζει ο Εντ Τσόου, μη μόνιμος ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS).
Διαβάστε ακόμη
