Ένα νέο ενεργειακό σοκ απειλεί την ευρωπαϊκή οικονομία, με τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναζητούν τρόπους ανάσχεσης των ραγδαίων ανατιμήσεων σύμφωνα με το Bloomberg. Παρ’ όλα αυτά διαθέτουν ελάχιστα οικονομικά προσιτά εργαλεία εξαιτίας του πολέμου του Ντόναλντ Τραμπ κατά του Ιράν. Το εκρηκτικό ενεργειακό κόστος τίθεται στο επίκεντρο της διήμερης Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες με αντικείμενο την ανταγωνιστικότητα, καθώς η ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο πυροδοτεί ράλι στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενισχύοντας τον πληθωρισμό και πιέζοντας την ανάπτυξη των 27 κρατών-μελών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να καταστήσει σαφές στους ηγέτες ότι δεν υπάρχει «μαγική λύση» για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει επιβαρύνει μέχρι στιγμής τον ευρωπαϊκό λογαριασμό εισαγωγών ορυκτών καυσίμων με περισσότερα από 100 δισ. ευρώ, αφήνοντας ταυτόχρονα τα αποθέματα φυσικού αερίου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα πριν από την έναρξη της χειμερινής περιόδου θέρμανσης.
Τα κράτη-μέλη της ΕΕ βρίσκονται εξίσου εγκλωβισμένα, καθώς τα ανώτατα όρια τιμών και οι φοροελαφρύνσεις συνεπάγονται βαρύ δημοσιονομικό κόστος σε μια περίοδο κατά την οποία οι κρατικοί προϋπολογισμοί είναι ήδη εξαιρετικά πιεσμένοι, με τα υψηλά επιτόκια να επιτείνουν το πρόβλημα. «Οι ηγέτες της ΕΕ αντιμετωπίζουν ένα δεύτερο ενεργειακό σοκ μέσα σε τέσσερα χρόνια, αυτή τη φορά με υψηλότερο δημόσιο χρέος και αυξημένο κόστος δανεισμού», δήλωσε η Ελίζ Βιαντέρ, ερευνήτρια στο Centre for European Reform.
Περιορισμένες οι επιλογές των Βρυξελλών
Η ΕΕ διαθέτει ελάχιστες, αν όχι μηδενικές, άμεσες λύσεις. Η Κομισιόν εξετάζει την παράταση των κοινών αγορών ενέργειας, την αναβολή ενός κλιματικού κανόνα για την αντιμετώπιση των εκπομπών μεθανίου στις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, καθώς και την παράταση των κρατικών ενισχύσεων για τις βιομηχανίες που πλήττονται σφοδρότερα. Ωστόσο, κανένα από αυτά τα μέτρα δεν αναμένεται να συγκρατήσει τις τιμές βραχυπρόθεσμα, δεδομένης της εξάρτησης της περιοχής από τις εισαγωγές πετρελαίου και αερίου.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι ανέφερε ότι πλησιάζει σε συμφωνία με την Κομισιόν για την επιβολή πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει προτείνει σημαντική μείωση στους φόρους ηλεκτρικής ενέργειας για όλους τους καταναλωτές, αν και παραμένει ασαφές εάν υπάρχουν οι απαραίτητοι δημοσιονομικοί πόροι για την υλοποίησή της.
Σύμφωνα με το προσχέδιο συμπερασμάτων που επικαλείται το Bloomberg, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα καλέσουν την Επιτροπή να καταθέσει πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση του κόστους σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αποφεύγοντας ωστόσο να προσδιορίσουν το περιεχόμενό τους. Παράλληλα με τη Σύνοδο Κορυφής, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) συνεδριάζει για να αποφασίσει σχετικά με τη δέσμευση των G7 για άμεση διάθεση αποθεμάτων ντίζελ στην αγορά.
Φόρος στα υπερκέρδη και ρήξη για το ETS
Η Επιτροπή αξιολογεί ήδη τις επιπτώσεις από την ενδεχόμενη επιβολή πανευρωπαϊκού φόρου στα έκτακτα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων, κατά το πρότυπο της «εισφοράς αλληλεγγύης» του 2022 μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η οποία προέβλεπε φορολόγηση 33% στα πλεονάζοντα κέρδη και πλαφόν εσόδων για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλού οριακού κόστους (ΑΠΕ). Ωστόσο, η κίνηση αυτή συναντά αντιδράσεις από κράτη-μέλη που ανησυχούν για τη μείωση της κερδοφορίας των διυλιστηρίων, τη στιγμή που απαιτούνται επενδύσεις για την ενεργειακή επάρκεια και την αμυντική βιομηχανία.
Παρά την κοινή παραδοχή ότι η πράσινη μετάβαση αποτελεί τη μοναδική μακροπρόθεσμη λύση για φθηνότερη ενέργεια, τα κράτη-μέλη είναι διχασμένα ως προς την αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS). Χώρες όπως η Ισπανία, η Ολλανδία και οι σκανδιναβικές χώρες θεωρούν το ETS θεμέλιο λίθο της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας σε τεχνολογίες αιχμής, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε αποδυνάμωσή του θα υπονομεύσει τους μακροπρόθεσμους στόχους.
Αντίθετα, η Τζόρτζια Μελόνι και ο Τσέχος ομόλογός της Αντρέι Μπάμπις ζητούν να «παγώσει» η προγραμματισμένη επέκταση του συστήματος (ETS 2) στις μεταφορές και τη θέρμανση το 2028, καθώς και να ενισχυθεί η προστασία της βιομηχανίας στο υφιστάμενο καθεστώς. Τη θέση αυτή υποστήριξαν και βιομηχανικοί σύνδεσμοι με επιστολή τους προς τους ηγέτες.
«Η διαρθρωτική μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί χρόνο και δομικές λύσεις, όπως η βαθύτερη ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος», επεσήμανε ο Σιμόνε Ταλιαπιέτρα, αναπληρωτής διευθυντής του ινστιτούτου Bruegel. «Χωρίς ισχυρή πολιτική κατεύθυνση από τους ηγέτες της ΕΕ προς αυτόν τον δρόμο, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος».
Διαβάστε ακόμη
