Μείωση της χειμερινής κατανάλωσης φυσικού αερίου κατά 7%, ή περίπου 14 δισ. κυβικά μέτρα, ενδέχεται να χρειαστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) τον χειμώνα 2026-2027, καθώς τα αποθέματα στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλό εποχικό επίπεδο και οι εισαγωγές δεν επαρκούν για να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση. Σύμφωνα με ανάλυση του Institute for Energy Economics and Financial Analysis (IEEFA), οι αποθήκες ήταν γεμάτες κατά μόλις 72,4% στις 3 Οκτωβρίου, το χαμηλότερο ποσοστό για την εποχή από τότε που άρχισαν να τηρούνται σχετικά στοιχεία, το 2011.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί πρόσθετη πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, καθώς συμπίπτει με τις αυξημένες τιμές του φυσικού αερίου λόγω του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν και με την πλήρη απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τον Ιανουάριο του 2027. Έτσι, η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί έναν δύσκολο συνδυασμό: λιγότερα διαθέσιμα αποθέματα, ακριβότερες προμήθειες και περιορισμένα περιθώρια για νέες περικοπές στην κατανάλωση.

Πρόσθετο κόστος 3 δισ. ευρώ για νέες εισαγωγές

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του IEEFA, οι αποθήκες θα μπορούσαν να διαθέσουν στην αγορά 7,3 δισ. κυβικά μέτρα λιγότερου αερίου τον φετινό χειμώνα, από τον Νοέμβριο έως τον Μάρτιο, σε σύγκριση με τον προηγούμενο. Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρούσε να καλύψει αυτό το έλλειμμα αποκλειστικά μέσω πρόσθετων εισαγωγών, το κόστος θα έφθανε τα 3 δισ. ευρώ, δηλαδή θα ήταν αυξημένο κατά 12% σε σχέση με το αντίστοιχο κόστος το 2025.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές αποθήκες κινδυνεύουν να αδειάσουν πλήρως. Ωστόσο, όσο μειώνονται τα αποθέματα, περιορίζεται και ο ρυθμός με τον οποίο μπορεί να αντληθεί το φυσικό αέριο, λόγω της πτώσης της πίεσης. Σε περίπτωση παρατεταμένου ψύχους προς το τέλος του χειμώνα, η δυνατότητα κάλυψης των αιχμών ζήτησης θα μπορούσε να δοκιμαστεί, ενώ τα χαμηλά αποθέματα την άνοιξη θα απαιτούσαν μεγαλύτερες αγορές για την επόμενη περίοδο αποθήκευσης.

Αυξάνεται η ζήτηση, χωρίς αντίστοιχη άνοδο των εισαγωγών

Η μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αποθήκες δεν είναι τυχαία. Η κατανάλωση φυσικού αερίου στην ΕΕ, η οποία είχε υποχωρήσει από περίπου 222 δισ. κυβικά μέτρα τον χειμώνα 2021-2022 σε περίπου 185 δισ. την επόμενη περίοδο, ανέκαμψε τα τελευταία δύο χρόνια, προσεγγίζοντας τα 200 δισ. κυβικά μέτρα. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές αερίου το 2025 παρέμειναν περίπου στα επίπεδα του 2023.

Ως αποτέλεσμα, οι αποθήκες καλύπτουν πλέον μεγαλύτερο μέρος των χειμερινών αναγκών. Το μερίδιό τους στην κατανάλωση αυξήθηκε από 25% τον χειμώνα 2021-2022 σε 30% το 2025-2026, ενώ είχε φθάσει στο 33% την περίοδο 2024-2025. Παράλληλα, οι θερινές εγχύσεις αερίου στις αποθήκες μειώθηκαν κατά 30% μεταξύ 2022 και 2025, ενώ το διάστημα Απριλίου-Ιουνίου 2026 υποχώρησαν κατά 16% σε ετήσια βάση.

Ένας ακόμη παράγοντας που αποθαρρύνει την αποθήκευση είναι η μικρότερη διαφορά τιμών μεταξύ καλοκαιριού και χειμώνα. Όταν το οικονομικό όφελος από την αγορά και αποθήκευση αερίου περιορίζεται ή εξαφανίζεται, οι εταιρείες έχουν λιγότερα κίνητρα να δεσμεύσουν ποσότητες για τους επόμενους μήνες.

Στροφή στην εξοικονόμηση και στις αντλίες θερμότητας

Το IEEFA προειδοποιεί ότι η επέκταση των υποδομών αποθήκευσης μπορεί να εγκλωβίσει την Ευρώπη σε μακροχρόνιες επενδύσεις ορυκτών καυσίμων. Αντίθετα, προκρίνει τη μείωση της ζήτησης μέσω ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων, αντλιών θερμότητας, εξηλεκτρισμού της βιομηχανίας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Ενδεικτικά, η εγκατάσταση σχεδόν 1,1 εκατ. οικιακών αντλιών θερμότητας στη Γερμανία από το 2022 έως το 2025 εκτιμάται ότι εξοικονόμησε 1,3 δισ. ευρώ από εισαγωγές LNG την περίοδο 2023-2025.

Το μήνυμα της ανάλυσης είναι σαφές: οι αποθήκες παραμένουν κρίσιμη δικλείδα ασφαλείας, αλλά δεν μπορούν από μόνες τους να λύσουν το πρόβλημα της ενεργειακής εξάρτησης. Για την Ευρώπη, η ουσιαστική θωράκιση απέναντι στις επόμενες κρίσεις περνά όχι μόνο από την εξασφάλιση περισσότερου αερίου, αλλά και από την ανάγκη να καταναλώνει λιγότερο.

Διαβάστε ακόμη