Με μία πρώτη ανάγνωση, η συμφωνία Ντόναλντ Τραμπ – Βλαντίμιρ Πούτιν για την επιστροφή του ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές φαίνεται να δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι επιδιώκει να αυξήσει την πίεση προς τη Μόσχα για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ο Αμερικανός πρόεδρος χαλαρώνει τους περιορισμούς στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, μόλις τρεις εβδομάδες μετά την ενίσχυση του πλαισίου κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Την ίδια στιγμή, παραμένει αβέβαιο αν οι πρόσθετες ποσότητες καυσίμων θα οδηγήσουν πράγματι σε αισθητή αποκλιμάκωση των τιμών ή αν το οικονομικό όφελος θα αποδειχθεί περιορισμένο, σε αντίθεση με τη σαφή πολιτική και διπλωματική σημασία της κίνησης.
Για την Ευρώπη, η εξέλιξη ανοίγει ένα ακόμη μέτωπο προβληματισμού. Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να περιορίσει τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας και να διατηρήσει την πίεση προς το Κρεμλίνο, η Ουάσιγκτον επιλέγει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση, δίνοντας προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Η αμερικανική απόφαση δεν καταργεί τις ευρωπαϊκές κυρώσεις, αλλά αναδεικνύει τις αποκλίνουσες προτεραιότητες των δυτικών συμμάχων και επαναφέρει το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί μια κοινή στρατηγική απέναντι στη Ρωσία.
Εκτός συμφωνίας οι εχθροπραξίες
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η συμφωνία δεν συνοδεύεται από κάποια δημόσια ρωσική δέσμευση για αποκλιμάκωση του πολέμου ή για παύση των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας. Έτσι, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως μέσο ενίσχυσης της προσφοράς και συγκράτησης των τιμών, ο Βλαντίμιρ Πούτιν αποκτά τη δυνατότητα να διευκολύνει τις εξαγωγές της χώρας του και να ενισχύσει τα έσοδά της. Το κατά πόσο αυτή η ενεργειακή συνεννόηση θα αποφέρει απτά οφέλη στους καταναλωτές, θα επηρεάσει την πορεία των κυρώσεων ή θα μεταβάλει τις ισορροπίες γύρω από τον πόλεμο παραμένει ανοιχτό.
Οι επίσημες ανακοινώσεις
Στις 9 Οκτωβρίου, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με τον ίδιο, θα ακολουθήσουν 500.000 τόνοι τον Νοέμβριο, ένα εκατομμύριο τόνοι στη συνέχεια και επιπλέον τρία εκατομμύρια τόνοι, ανάλογα με τις δυνατότητες των ρωσικών διυλιστηρίων.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε τη Γενική Άδεια 135, επιτρέποντας συγκεκριμένες συναλλαγές που αφορούν την πώληση, την παράδοση, την εκφόρτωση και την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ έως τις 7 Απριλίου 2027. Πρόκειται για περιορισμένη εξαίρεση και όχι για συνολική άρση των ενεργειακών κυρώσεων.
Η συμφωνία ενισχύει την εικόνα μιας σχέσης στην οποία ο Τραμπ και ο Πούτιν επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τα αμοιβαία οφέλη της συνεργασίας, χωρίς να εγκαταλείπουν τις στρατηγικές τους επιδιώξεις.
Οι ενδιάμεσες εκλογές
Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η προτεραιότητα είναι να εμφανιστεί ως ηγέτης που μπορεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Με τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να πλησιάζουν, οι τιμές των καυσίμων αποτελούν κρίσιμο πολιτικό ζήτημα. Η ανακοίνωση μιας συμφωνίας που υπόσχεται πρόσθετες προμήθειες προσφέρει στον Τραμπ ένα άμεσο μήνυμα οικονομικής αποτελεσματικότητας, ακόμη και αν η πραγματική επίδραση στις τιμές παραμένει αβέβαιη.
Για τον Πούτιν, αντίθετα, η συμφωνία αποτελεί ευκαιρία οικονομικής και διπλωματικής αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων της Ρωσίας. Η χαλάρωση των περιορισμών μπορεί να διευκολύνει τις εξαγωγές και να ενισχύσει τα έσοδα της χώρας, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια δημόσια δέσμευση για αλλαγή της στρατιωτικής της στάσης.
Η ίδια η χρονική συγκυρία πάντως, προκαλεί προβληματισμό καθώς μόλις τρεις εβδομάδες πριν, στις 18 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ είχε υπογράψει τον νόμο περί κυρώσεων κατά της Ρωσίας και του Ιράν, ο οποίος φέρει το όνομα του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ. Ο νόμος ενίσχυσε το πλαίσιο οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής δασμών έως και 100% σε σημαντικούς αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η αντίφαση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει συνολικά τις κυρώσεις. Δείχνει, ωστόσο, ότι η εφαρμογή τους μπορεί να υποχωρεί όταν συγκρούεται με τις άμεσες οικονομικές και εκλογικές προτεραιότητες της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ο αντίκτυπος στις τιμές
Η οικονομική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας δεν είναι δεδομένη. Οι διεθνείς τιμές του ντίζελ επηρεάζονται από την παγκόσμια προσφορά και ζήτηση, το κόστος μεταφοράς, τα αποθέματα, τη δυναμικότητα των διυλιστηρίων και τις προσδοκίες των αγορών.
Ο πόλεμος με το Ιράν και οι διαταραχές στις διεθνείς ενεργειακές προμήθειες έχουν εντείνει τις πιέσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, πρόσθετες ποσότητες ρωσικού ντίζελ θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αποκλιμάκωση των τιμών, ιδίως σε αγορές που αντιμετωπίζουν ελλείψεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει το κόστος των μεταφορών, της αγροτικής παραγωγής και της διανομής.
Ωστόσο, οι ποσότητες που ανακοίνωσε αρχικά ο Τραμπ είναι περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος της αμερικανικής αγοράς. Επιπλέον, μέρος του ρωσικού ντίζελ ενδέχεται απλώς να ανακατευθυνθεί από άλλους προορισμούς, χωρίς να αυξηθεί ουσιαστικά η παγκόσμια προσφορά.
Υπάρχουν και πρακτικά εμπόδια. Η Ρωσία διατηρεί περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ έως το τέλος Οκτωβρίου, με ορισμένες εξαιρέσεις, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν προκαλέσει προβλήματα στη λειτουργία ρωσικών διυλιστηρίων. Συνεπώς, οι ανακοινωθείσες ποσότητες δεν αποτελούν εγγυημένες παραδόσεις.
Οι κυρώσεις και η Ουκρανία
Η χαλάρωση των περιορισμών εγείρει ένα ευρύτερο ερώτημα: μπορεί η Δύση να διατηρήσει συνεκτική στρατηγική απέναντι στη Ρωσία όταν οι οικονομικές πιέσεις αυξάνονται;
Οι κυρώσεις αποσκοπούν όχι μόνο στον περιορισμό του εμπορίου, αλλά και στη μείωση των πόρων που διαθέτει η Μόσχα για να συνεχίσει τον πόλεμο. Μια επιλεκτική εξαίρεση δεν καταργεί το συνολικό πλαίσιο, μπορεί όμως να αποδυναμώσει την αξιοπιστία του, ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από σαφείς ρωσικές παραχωρήσεις.
Η απόφαση προκάλεσε έντονη αντίδραση στο Κίεβο. Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, τη χαρακτήρισε «αδύναμη απόφαση ισχυρών εταίρων», υποστηρίζοντας ότι η χαλάρωση των κυρώσεων θα προσφέρει στη Ρωσία πρόσθετους πόρους για τη συνέχιση του πολέμου.
Η ουκρανική στρατηγική περιλαμβάνει επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές, με στόχο να περιοριστούν τα έσοδα της Μόσχας και να διαταραχθεί η τροφοδοσία της πολεμικής της μηχανής. Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, θεωρεί ότι αυτές οι επιθέσεις συμβάλλουν στις διεθνείς διαταραχές της προσφοράς και στην αύξηση των τιμών των καυσίμων.
Το Κίεβο έχει προτείνει αμοιβαία παύση των επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές, δηλώνοντας έτοιμο να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια εφόσον η Μόσχα τερματίσει τις επιθέσεις στο ουκρανικό ενεργειακό σύστημα. Μέχρι στιγμής, όμως, η συμφωνία για το ντίζελ δεν έχει συνοδευτεί από δημόσια ρωσική δέσμευση για αντίστοιχη αποκλιμάκωση.
Το ευρωπαϊκό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η συμφωνία αναδεικνύει τη δυσκολία διατήρησης κοινής πολιτικής με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά τη ρωσική εισβολή του 2022, η ΕΕ επιδίωξε να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Μόσχα και να περιορίσει τα έσοδα που χρηματοδοτούν τον πόλεμο.
Η αμερικανική άδεια δεν ακυρώνει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις ούτε υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να επαναλάβουν τις απευθείας εισαγωγές από τη Ρωσία. Ωστόσο, η αύξηση της προσφοράς στις διεθνείς αγορές θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση των τιμών, προσφέροντας οικονομική ανακούφιση σε μεταφορικές επιχειρήσεις και καταναλωτές, μεταξύ άλλων και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το όφελος αυτό συνοδεύεται από στρατηγικό κόστος. Εάν η Ουάσιγκτον χαλαρώνει τις κυρώσεις κάθε φορά που οι ενεργειακές τιμές αυξάνονται, η κοινή δυτική στάση γίνεται δυσκολότερο να διατηρηθεί. Η Μόσχα αποκτά περιθώρια να αξιοποιήσει τις διαφορές μεταξύ των συμμάχων, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια και στη στήριξη της Ουκρανίας.
Το ζήτημα αφορά, τελικά, τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Η ΕΕ χρειάζεται να διατηρήσει τη δυνατότητα εφαρμογής της δικής της πολιτικής απέναντι στη Ρωσία, ακόμη και όταν οι αμερικανικές προτεραιότητες μεταβάλλονται.
Μια συμφωνία χωρίς εγγυήσεις αποκλιμάκωσης
Η εφαρμογή της συμφωνίας θα εξαρτηθεί από την παραγωγική ικανότητα της Ρωσίας, την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις συνθήκες της διεθνούς αγοράς και τη δυνατότητα της Ουάσιγκτον να συμβιβάσει την εξαίρεση με την ευρύτερη πολιτική κυρώσεων.
Το σημαντικότερο ερώτημα, ωστόσο που τίθεται είναι αν θα μετατραπεί η ενεργειακή συνεργασία σε εργαλείο διαπραγμάτευσης για τον τερματισμό του πολέμου ή θα παραμείνει μια περιορισμένη διευκόλυνση χωρίς αντίστοιχα ανταλλάγματα; Προς το παρόν, δεν έχει ανακοινωθεί κάποια συμφωνία για κατάπαυση του πυρός ή περιορισμό των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές. Επομένως, η συμφωνία δεν συνιστά απόδειξη αποκλιμάκωσης.
Για τον Πούτιν, αποτελεί ευκαιρία να μετατρέψει τους ενεργειακούς πόρους της Ρωσίας σε διπλωματικό πλεονέκτημα. Για τον Τραμπ, είναι μια προσπάθεια να απαντήσει στις πιέσεις για το κόστος ζωής. Για την Ουκρανία και την Ευρώπη, είναι μια προειδοποίηση ότι οι δυτικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται πάντοτε.
Διαβάστε ακόμη
