Οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας προωθούν αδιάλειπτα την ανάπτυξη υποδομών φυσικού αερίου, συνολικού προϋπολογισμού 160 δισ. δολαρίων. Η συγκεκριμένη στρατηγική επιλογή υλοποιείται παρότι η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή ανέδειξε την τρωτότητα της περιοχής απέναντι σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας και υψηλές τιμές, λόγω της υψηλής της εξάρτησης από τις εισαγωγές καυσίμων, σύμφωνα με δημοσίευμα του Semafor.
Σύμφωνα με ανάλυση του Global Energy Monitor, η περιοχή σχεδιάζει την προσθήκη μονάδων ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο ισχύος άνω των 100 GW, καθώς και την ανάπτυξη δυναμικότητας εισαγωγής LNG 70 εκατομμυρίων τόνων ετησίως. Η έκθεση του οργανισμού υπογραμμίζει ότι τα εγχώρια κοιτάσματα δύνανται να απορροφήσουν μελλοντικούς κραδασμούς. Ωστόσο, η ανάπτυξη νέων πηγών τροφοδοσίας απαιτεί πολυετή ορίζοντα ωρίμανσης και δεν αναιρεί την αυξανόμενη έκθεση της περιφέρειας στις εισαγωγές LNG.
Παράλληλα, καταγράφονται οι πρώτες ενδείξεις στρατηγικής αναθεώρησης σε ορισμένες αγορές. Η Ταϊλάνδη δρομολογεί τη μείωση της εξάρτησής της από το εισαγόμενο LNG, προκρίνοντας τις ανανεώσιμες πηγές και την πυρηνική ενέργεια. Αντίστοιχα, στο Βιετνάμ, ο ιδιωτικός όμιλος Vingroup κατέθεσε πρόταση για την αντικατάσταση σχεδιαζόμενης μονάδας ηλεκτροπαραγωγής με LNG, ισχύος 4,8 GW, από έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, επικαλούμενος τον κίνδυνο των υψηλών τιμών του καυσίμου.
Στον αντίποδα, δεδομένα της Wood Mackenzie καταδεικνύουν ότι η ραγδαία ανάπτυξη των data centers τροφοδοτεί τη δομική ζήτηση για LNG στη Νοτιοανατολική Ασία. Τις συγκεκριμένες νέες ενεργειακές ανάγκες καλούνται να καλύψουν οι σχεδιαζόμενες υποδομές εισαγωγής.
Διαβάστε ακόμη
