Το ρωσικό πετρέλαιο (μίγμα ESPO) διέσπασε ανοδικά το φράγμα των 120 δολαρίων ανά βαρέλι για πρώτη φορά από τον Απρίλιο, καθώς οι κινεζικές εταιρείες διύλισης απορροφούν επιθετικά τα διαθέσιμα φορτία υπό τον φόβο περικοπών στην προσφορά της Μέσης Ανατολής λόγω του αμερικανο-ισραηλινού πολέμου στο Ιράν.

Το Πεκίνο ενίσχυσε κατακόρυφα τις αγορές ρωσικού αργού, καθώς οι γεωπολιτικές αναταράξεις απείλησαν να αφήσουν τα κινεζικά διυλιστήρια με ελλείψεις σε πρώτη ύλη, ιδιαίτερα σε σαουδαραβικό πετρέλαιο, λίγο πριν από τη χειμερινή περίοδο, όταν η ζήτηση για καύσιμα θέρμανσης κορυφώνεται.

Την ίδια στιγμή, οι Αμερικανοί νομοθέτες ενέκριναν νομοσχέδιο την Πέμπτη, το οποίο εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει δασμούς στις αγορές ρωσικού πετρελαίου. Στόχος της Ουάσιγκτον παραμένει ο περιορισμός της ικανότητας της Μόσχας να χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αν και το μέτρο ενδέχεται να πλήξει τις ρωσικές προμήθειες προς την Ινδία και την Κίνα, παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέα εκτόξευση των διεθνών τιμών, αυξάνοντας τελικά τα ρωσικά έσοδα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τιμές του πετρελαίου καταγράφουν ήδη ισχυρή άνοδο λόγω της κλιμάκωσης των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.

Ενώ η απόλυτη τιμή του μίγματος ESPO σκαρφάλωσε στα υψηλότερα επίπεδα από τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου στο Ιράν –ο οποίος ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου– το υπερτίμημα (premium) έναντι του δείκτη αναφοράς ICE Brent έφτασε σε επίπεδα-ρεκόρ, κυμαινόμενο από 20 έως 30 δολάρια ανά βαρέλι. Παράλληλα, η τιμή του ρωσικού πετρελαίου τύπου Urals άγγιξε τα 110 δολάρια ανά βαρέλι αυτή την εβδομάδα. Το ακριβές ύψος του υπερτιμήματος διαφοροποιείται ανάλογα με το εκάστοτε φορτίο και τον χρόνο παράδοσης.

Παραδοσιακά, τα κινεζικά διυλιστήρια κλείνουν παραγγελίες ESPO με ορίζοντα ενός ή δύο μηνών, αξιοποιώντας τη μικρή απόσταση μεταφοράς από τη ρωσική Άπω Ανατολή. Ωστόσο, η έντονη ανησυχία για στενότητα στην προσφορά ώθησε τους αγοραστές να «κλειδώσουν» από νωρίς τα προγράμματα φόρτωσης του Δεκεμβρίου.

Οι κρατικοί ενεργειακοί όμιλοι της Κίνας ηγήθηκαν των αγορών, εξασφαλίζοντας τον κύριο όγκο των παραδόσεων για τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Η εξέλιξη αυτή άφησε ελάχιστα διαθέσιμα φορτία για τα μικρά, ανεξάρτητα διυλιστήρια της χώρας (γνωστά ως teapots), τα οποία ιστορικά αποτελούν τους βασικούς αγοραστές του συγκεκριμένου ρωσικού μίγματος. Κατά συνέπεια, οι ανεξάρτητες μονάδες αναγκάζονται να στραφούν σε άλλες παγκόσμιες αγορές άμεσης παράδοσης (spot markets), ασκώντας περαιτέρω ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές.

Διαβάστε ακόμη