Η BP διόρισε τον Ίαν Τάιλερ (Ian Tyler), πρώην διευθύνοντα σύμβουλο του κατασκευαστικού ομίλου Balfour Beatty, ως νέο μόνιμο πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου, λίγους μήνες μετά την αιφνίδια απομάκρυνση του Άλμπερτ Μάνιφολντ.

Η αλλαγή ηγεσίας έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τον βρετανικό πετρελαϊκό κολοσσό, ο οποίος επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική του και να ενισχύσει την κερδοφορία του, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στις δραστηριότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ο Μάνιφολντ απομακρύνθηκε τον Μάιο, λιγότερο από οκτώ μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, με την BP να επικαλείται ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης και συμπεριφοράς. Η αποχώρησή του αποτέλεσε ακόμη ένα επεισόδιο σε μια περίοδο συχνών αλλαγών στη διοίκηση της εταιρείας.

Παράλληλα, η Αμάντα Μπλανκ, ανώτατη ανεξάρτητη διευθύντρια της BP, η οποία είχε επιβλέψει τόσο τον διορισμό του Μάνιφολντ όσο και εκείνον του Τάιλερ, ανακοίνωσε ότι δεν θα διεκδικήσει επανεκλογή στην ετήσια γενική συνέλευση του 2027. Θα παραμείνει στη θέση της έως ότου βρεθεί ο διάδοχός της.

Ο νέος πρόεδρος και η στρατηγική της BP

Ο Τάιλερ εντάχθηκε στο διοικητικό συμβούλιο της BP πέρυσι και ανέλαβε προσωρινά τη θέση του προέδρου μετά την απομάκρυνση του Μάνιφολντ τον Μάιο, σύμφωνα με το Reuters.

Παράλληλα με τη θέση του στην BP, είναι πρόεδρος της Grafton Group, εταιρείας δομικών υλικών, ενώ διατελεί ανώτατος ανεξάρτητος διευθυντής της Anglo American.

Ο ίδιος δήλωσε ότι προτεραιότητά του θα είναι η ενίσχυση του διοικητικού συμβουλίου, ώστε να διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία και τεχνογνωσία για την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων της BP και τη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας για τους μετόχους.

Ο Τάιλερ δεσμεύτηκε επίσης για πιο τακτική και διαφανή επικοινωνία με τους επενδυτές. Η BP, από την πλευρά της, σημείωσε ότι θα επανεξετάσει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις του σε άλλα διοικητικά συμβούλια, προκειμένου να διασφαλίσει ότι θα μπορεί να αφιερώσει τον απαραίτητο χρόνο στην εταιρεία.

Η διευθύνουσα σύμβουλος της BP, Μεγκ Ο’Νιλ, η οποία ανέλαβε καθήκοντα τον Απρίλιο, έχει ήδη θέσει πέντε βασικές προτεραιότητες: περαιτέρω ενίσχυση του ισολογισμού, απλοποίηση του χαρτοφυλακίου, αυστηρότερη επενδυτική πειθαρχία, βελτίωση της λειτουργικής απόδοσης και δημιουργία δομών που θα επιτρέπουν ταχύτερες αποφάσεις και μεγαλύτερη λογοδοσία.

Η εταιρεία στοχεύει στην αύξηση της κερδοφορίας και οι αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να πετύχει νωρίτερα από το τέλος του 2027 τον στόχο της για μείωση του καθαρού χρέους κατά 14 έως 18 δισ. δολάρια.

Η αποχώρηση Μάνιφολντ

Η απομάκρυνση του Μάνιφολντ εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά της στην εταιρική διακυβέρνηση της BP. Ο ίδιος έχει αμφισβητήσει την εκδοχή της εταιρείας για τους λόγους της αποχώρησής του, υποστηρίζοντας ότι δεν θα αφήσει, όπως ανέφερε, μια «ψευδή αφήγηση» να μείνει αναπάντητη.

Πηγές με γνώση της υπόθεσης είχαν αναφέρει τον Μάιο στο Reuters ότι ο Μάνιφολντ είχε επιδείξει επιθετική συμπεριφορά απέναντι σε διαφορετικούς συναδέλφους, γεγονός που φέρεται να αποτέλεσε έναν από τους λόγους της απομάκρυνσής του.

Μετά την αποχώρησή του, ο πρώην πρόεδρος της BP προσέλαβε τη δικηγορική εταιρεία Mishcon de Reya για να τον εκπροσωπήσει. Εκπρόσωποί του δεν απάντησαν άμεσα σε αίτημα για σχόλιο σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις.

Διαβάστε ακόμη