Για περισσότερα από τέσσερα χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο διευρύνουν σταθερά τα καθεστώτα κυρώσεων κατά της Ρωσίας, επιδιώκοντας να αποδυναμώσουν τη ρωσική οικονομία, να περιορίσουν την πρόσβαση της Μόσχας σε κρίσιμη τεχνολογία και να στερήσουν από το Κρεμλίνο πόρους για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το 21ο πακέτο κυρώσεων της Ένωσης περιλαμβάνει απαγορεύσεις συναλλαγών και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων που αφορούν ρωσικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ενεργειακά συμφέροντα, πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων και οργανισμούς που συνδέονται με το ρωσικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο κατάλογος των ρωσικών οντοτήτων που υπόκεινται σε κυρώσεις μεγαλώνει, υπάρχει ένα «τυφλό σημείο» καθώς Ευρωπαίοι επενδυτές και εταιρείες εξακολουθούν να έχουν οικονομική έκθεση στη Ρωσία και -ασφαλώς- να κερδίζουν.

Οικονομολόγοι και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με αυτό το χάσμα μεταξύ της πολιτικής των κυρώσεων και της εταιρικής συμπεριφοράς. Πρόσφατα, η Μαρία Δεμερτζή (Maria Demertzis), καθηγήτρια στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο στην Ιταλία, σε δηλώσεις της που παραθέτει το oilprice.com αμφισβητεί ορισμένες πτυχές της αποτελεσματικότητας της εκστρατείας κυρώσεων, ιδίως σε περιπτώσεις όπου ευρωπαϊκά οικονομικά συμφέροντα εξακολουθούν να συνδέονται με τη Ρωσία.

Το ζήτημα δεν αφορά κατ’ ανάγκην παραβιάσεις των κυρώσεων. Αφορά, αντίθετα, το κατά πόσον οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές έχουν επαρκή εικόνα για τις εταιρείες που έχουν επισήμως περιορίσει την παρουσία τους στη Ρωσία, αλλά εξακολουθούν να αποκομίζουν έσοδα, μερίσματα ή άλλα οικονομικά οφέλη από δραστηριότητες στη χώρα.

Η σύνθετη εξίσωση της αποχώρησης από τη Ρωσία 

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν αντιμετωπίσει σημαντικά εμπόδια στην έξοδό τους από τη Ρωσία. Η Μόσχα έχει θεσπίσει μέτρα που αποθαρρύνουν τις ξένες επιχειρήσεις από την αποχώρηση και προστατεύουν τα εγχώρια οικονομικά συμφέροντα.

Ωστόσο, υπάρχουν μηχανισμοί και ρυθμιστικές πιέσεις που επιτρέπουν την αποχώρηση.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει αυξήσει την πίεση προς τις τράπεζες της ευρωζώνης ώστε να μειώσουν την έκθεσή τους στη Ρωσία ή να αποχωρήσουν από τη χώρα. Παράλληλα, οι κυρώσεις της ΕΕ έχουν περιορίσει σταδιακά το εύρος των συναλλαγών που μπορούν να πραγματοποιούν ευρωπαϊκές εταιρείες με ρωσικούς αντισυμβαλλομένους.

Για ορισμένες επιχειρήσεις, ωστόσο, η αποχώρηση έχει αποδειχθεί μια σύνθετη και δαπανηρή διαδικασία.

Η περίπτωση της TotalEnergies

Η TotalEnergies, ο γαλλικός ενεργειακός κολοσσός, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η εταιρεία έχει διατηρήσει συμμετοχές που συνδέονται με το Yamal LNG, το μεγαλύτερο έργο υγροποιημένου φυσικού αερίου της Ρωσίας, αν και έχει αποενοποιήσει αυτές τις συμμετοχές από τους λογαριασμούς της.

Ο διευθύνων σύμβουλος Patrick Pouyanne έχει δηλώσει ότι η TotalEnergies κερδίζει περίπου 400 εκατ. δολάρια τον χρόνο από την πώληση LNG από το έργο Yamal. Έχει επίσης δηλώσει ότι η εταιρεία λαμβάνει έσοδα μέσω της συμμετοχής της κατά 20% στο Yamal LNG και κατά 19,4% στη Novatek, τη μητρική εταιρεία του Yamal. Το 2024, ο Pouyanne ανέφερε ότι τα μερίσματα από τη Novatek αντιστοιχούσαν σε περίπου 600 εκατ. δολάρια ετησίως, αν και τα χρήματα παρέμεναν ουσιαστικά δεσμευμένα στο εξωτερικό.

Τον Ιούλιο του 2026, η TotalEnergies ανακοίνωσε ότι θα αποχωρήσει από τη συμμετοχή της, ύψους 10%, στο ρωσικό έργο Arctic LNG 2, αφού οι ρωσικές αρχές ενέκριναν τη μεταβίβασή της στη Nordline, θυγατρική της Novatek, του βασικού μετόχου του έργου.

Παραμένει ασαφές εάν η TotalEnergies θα λάβει αποζημίωση για τη συμμετοχή της και, εάν ναι, σε ποια αποτίμηση. Η υπόθεση αναδεικνύει τις περίπλοκες οικονομικές συνέπειες που αντιμετωπίζουν οι δυτικές εταιρείες στην προσπάθειά τους να αποδεσμευτούν από τη Ρωσία.

Ωστόσο, η TotalEnergies δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.

Πίσω από τα πρωτοσέλιδα

Στη Βρετανία, ανάλογα ερωτήματα μπορεί να προκύψουν σχετικά με επενδυτικές εταιρείες και εταιρείες χαρτοφυλακίου των οποίων οι δραστηριότητες εξακολουθούν να έχουν παρουσία στη Ρωσία.

Ένα παράδειγμα είναι η Njord Partners, ένας επενδυτικός διαχειριστής με έδρα το Λονδίνο και δραστηριότητα σε επενδύσεις ειδικών καταστάσεων, ο οποίος αποτελεί θεσμικό επενδυτή στη RETN, πάροχο διεθνών υπηρεσιών δικτύου, από το 2017.

Η RETN εξακολουθεί να έχει παρουσία στη Ρωσία μέσω της θυγατρικής της JSC RetnNet.

Δεν υπάρχει υπόνοια ότι η Njord Partners, η RETN ή η JSC RetnNet έχει παραβιάσει τις βρετανικές ή ευρωπαϊκές κυρώσεις απλώς και μόνο λόγω αυτής της επένδυσης ή της παρουσίας της στη Ρωσία.  Η διάκριση αυτή είναι σημαντική. Η διατήρηση μιας επένδυσης ή μιας θυγατρικής στη Ρωσία δεν αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη παράνομης συμπεριφοράς.

Το σημαντικότερο ερώτημα είναι κατά πόσον οι Ευρωπαίοι επενδυτές διαθέτουν επαρκή συστήματα για να παρακολουθούν τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων στις οποίες εξακολουθούν να έχουν οικονομική έκθεση.

Όπως τονίζει το oilprice, οι διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες δείχνουν ότι η JSC RetnNet έχει διατηρήσει εμπορικές σχέσεις ή συμφωνίες με ρωσικούς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων η GUP TEK, η εταιρεία κοινής ωφέλειας καυσίμων και ενέργειας της Αγίας Πετρούπολης, η PJSC Rostelecom, η μεγαλύτερη εταιρεία τηλεπικοινωνιών της Ρωσίας, η Rosbank και το Ινστιτούτο Kurchatov.

Ορισμένοι από αυτούς τους οργανισμούς ή πρόσωπα που συνδέονται μαζί τους έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με κυρώσεις ή άλλους περιορισμούς σε συγκεκριμένες δικαιοδοσίες.

Διαφορετικό καθεστώς

Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μια συναλλαγή με θυγατρική ήταν παράνομη. Τα καθεστώτα κυρώσεων διαφέρουν μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου, της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι περιορισμοί μπορεί να εξαρτώνται από την ακριβή καταχώριση ενός προσώπου ή οργανισμού, τις δομές ιδιοκτησίας και ελέγχου, τη φύση μιας συναλλαγής, τον χρόνο κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε και το κατά πόσον ίσχυε κάποια άδεια ή εξαίρεση.

Η Rosbank, για παράδειγμα, έχει συμπεριληφθεί στο αμερικανικό καθεστώς κυρώσεων, ενώ οι περιορισμοί που επιβάλλει η Ουάσιγκτον δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με εκείνους του Λονδίνου ή των Βρυξελλών. Το Ινστιτούτο Kurchatov έχει επίσης αποτελέσει αντικείμενο αμερικανικών περιορισμών στον τομέα των εξαγωγικών ελέγχων, ενώ ο πρόεδρός του, Mikhail Kovalchuk, και ο αδελφός του Yury Kovalchuk έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με κυρώσεις σε αρκετές δικαιοδοσίες.

Τα δεδομένα αυτά καθιστούν τις συναλλαγές με τέτοιους οργανισμούς εύλογο αντικείμενο ελέγχου συμμόρφωσης. Δεν αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι η RETN, η Njord Partners ή οποιοσδήποτε άλλος μη συνδεόμενος φορέας έχει παραβιάσει τις κυρώσεις.

Το ζήτημα της εταιρικής διακυβέρνησης

Το μεγαλύτερο ζήτημα αφορά, επομένως, τη διαφάνεια και την εταιρική εποπτεία. Ένας επενδυτής μπορεί να βρίσκεται αρκετά επίπεδα μακριά από τις επιμέρους συναλλαγές που πραγματοποιεί μια εταιρεία του χαρτοφυλακίου του ή μια θυγατρική της. Ωστόσο, η τελική οικονομική σύνδεση μπορεί να παραμένει σημαντική.

Αυτό δημιουργεί μια πρόκληση για τις ρυθμιστικές αρχές.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν θέσει ως στρατηγικό στόχο την οικονομική αποδέσμευση από τη Ρωσία, ενώ οι εταιρικές δομές μπορούν να επιτρέπουν τη συνέχιση ρωσικών δραστηριοτήτων παράλληλα με την ευρωπαϊκή ιδιοκτησία ή επένδυση. 

Δημόσια αρχεία και δημοσιεύματα αναφέρουν επίσης ότι η Njord Partners έχει συνεργαστεί με την APCO, μια διεθνή εταιρεία επικοινωνίας και συμβούλων δημόσιων υποθέσεων. Η APCO έχει βρεθεί ξεχωριστά στο επίκεντρο δημοσιότητας σχετικά με εργασίες που συνδέονται με την Labour Together.

Τα ζητήματα αυτά είναι διαφορετικά από τη RETN και τις δραστηριότητές της στη Ρωσία. Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη δημόσια βάση για το συμπέρασμα ότι η συνεργασία της Njord με την APCO συνδεόταν με τη Ρωσία, τη RETN ή ζητήματα κυρώσεων.

Ως εκ τούτου, η ίδια η συνεργασία δεν θα πρέπει να θεωρείται απόδειξη παράνομης συμπεριφοράς ή συγκεκριμένου κινήτρου.

Αυτό που μπορεί εύλογα να εξεταστεί είναι το ευρύτερο ζήτημα εταιρικής διακυβέρνησης: πόσο αποτελεσματικά εποπτεύουν οι Ευρωπαίοι επενδυτές τις εταιρείες που διατηρούν σημαντικές δραστηριότητες στη Ρωσία;

Η επόμενη φάση των κυρώσεων

Η απάντηση μπορεί να καθορίσει το επόμενο στάδιο της ευρωπαϊκής πολιτικής έναντι της Ρωσίας. Οι κυρώσεις έχουν γίνει ολοένα πιο σύνθετες. Στοχεύουν τράπεζες, ενεργειακές εταιρείες, ναυτιλιακά δίκτυα, προμηθευτές τεχνολογίας και πρόσωπα που συνδέονται με το ρωσικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.

Ωστόσο, τα μέτρα που στοχεύουν ρωσικές οντότητες θα έχουν περιορισμένο αποτέλεσμα εάν ευρωπαϊκά κεφάλαια εξακολουθούν να επωφελούνται, άμεσα ή έμμεσα, από κερδοφόρες δραστηριότητες εντός της ρωσικής οικονομίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ευρωπαϊκή εταιρεία με ρωσική θυγατρική θα πρέπει αυτομάτως να κατηγορείται για παράκαμψη των κυρώσεων. Ούτε σημαίνει ότι η οικονομική έκθεση συνιστά από μόνη της παραβίαση του νόμου.

Σημαίνει, όμως, ότι οι ρυθμιστικές αρχές ενδέχεται να χρειάζεται να κοιτάξουν πέρα από τους καταλόγους κυρώσεων.

Διαβάστε ακόμη