Σε διεθνή νομική διαμάχη με την Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά η ExxonMobil, αμφισβητώντας τις υποχρεώσεις για την ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) που προβλέπει ο ευρωπαϊκός Net-Zero Industry Act. Ο πετρελαϊκός όμιλος έχει καταθέσει γνωστοποίηση προσφυγής μέσω του μηχανισμού Investor-State Dispute Settlement (ISDS) κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επικαλούμενος τη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας (Energy Charter Treaty – ECT).
Μια ομάδα εταιρειών που έχουν συσταθεί στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο —και σύμφωνα με το Sustainable Views φέρεται να συνδέονται με την Exxon— κατέθεσε την προσφυγή, όπως επιβεβαιώνει εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι έλαβε τη σχετική γνωστοποίηση, δηλώνοντας ότι θεωρεί πως οι κανόνες του Net-Zero Industry Act είναι πλήρως συμβατοί με το διεθνές δίκαιο και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ενεργειακές συνθήκες. «Είμαστε βέβαιοι ότι τα μέτρα που υιοθέτησε η ΕΕ συμμορφώνονται με τη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας (ECT) και με κάθε άλλη εφαρμοστέα διάταξη του διεθνούς δικαίου», δήλωσε ο εκπρόσωπος.
Η ECT είναι μια διεθνής συμφωνία που ρυθμίζει τη συνεργασία, την επίλυση διαφορών και τις επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα. Οι διαφορές μπορούν να προσφεύγουν στη διαδικασία ISDS, η οποία επιτρέπει σε ιδιωτικές εταιρείες να προσφεύγουν κατά ξένων κυβερνήσεων μέσω διεθνούς διαιτησίας, όταν θεωρούν ότι κυβερνητικές πολιτικές έχουν ζημιώσει τις επενδύσεις τους ή τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τη συνθήκη.
Η ΕΕ αποχώρησε από την ECT πριν από έναν χρόνο, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία επηρέαζε την προώθηση των πολιτικών για το κλίμα. Ωστόσο, η «ρήτρα επιβίωσης» (sunset clause) επιτρέπει σε εταιρείες που είχαν ήδη πραγματοποιήσει επενδύσεις να συνεχίσουν να υποβάλλουν προσφυγές.
Στο επίκεντρο ο στόχος για 50 εκατ. τόνους CO₂
Η διαμάχη αφορά, μεταξύ άλλων, τον ευρωπαϊκό στόχο για τη δημιουργία 50 εκατ. τόνων ετήσιας δυναμικότητας αποθήκευσης CO₂ έως το 2030. Η ExxonMobil, παρά τη μακροχρόνια δημόσια στήριξή της στην τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS), υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος στόχος δεν είναι ρεαλιστικά επιτεύξιμος με το σημερινό πλαίσιο.
Σε πρόσφατη ανάρτηση της ExxonMobil Europe στο LinkedIn, η εταιρεία ανέφερε ότι η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (CCS) αποτελεί κρίσιμη τεχνολογία για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου» υπενθυμίζοντας ότι η έχει δεσμεύσει παγκοσμίως 120 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα, ποσότητα που, σύμφωνα με την ExxonMobil, είναι μεγαλύτερη από οποιασδήποτε άλλης εταιρείας.
Ωστόσο, προσθέτει ότι ο στόχος του Net Zero Industry Act για δυναμικότητα αποθήκευσης 50 εκατ. τόνων CO₂ έως το 2030 «δεν είναι εφικτός», δεδομένων των χρόνων που απαιτούνται για την έκδοση αδειών, της ωριμότητας των έργων και των σημερινών συνθηκών της αγοράς. Η Exxon αναφέρει ότι η ανάπτυξη εγκαταστάσεων CCS απαιτεί 7 έως 10 χρόνια. «Χρειαζόμαστε αλλαγή πολιτικής τώρα», έγραψε η Exxon, ζητώντας μια «ρεαλιστική προσέγγιση» για τη δέσμευση άνθρακα.
Η αντίφαση με τη στήριξη της Exxon στο CCS
Η προσφυγή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της διαχρονικής θέσης της ExxonMobil υπέρ της ανάπτυξης της δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα. Η εταιρεία έχει επενδύσει σημαντικά στην τεχνολογία και έχει υποστηρίξει δημόσια την ανάγκη ανάπτυξης μεγάλης κλίμακας υποδομών CCS. Σε ανάρτησή της τον Ιούλιο, η ExxonMobil Europe χαρακτήρισε το CCS «κρίσιμη τεχνολογία» για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σημειώνοντας ότι ο όμιλος έχει δεσμεύσει συνολικά περίπου 120 εκατ. τόνους CO₂ παγκοσμίως. Ωστόσο, υποστηρίζει πλέον ότι η επιβολή συγκεκριμένων υποχρεώσεων για τη δημιουργία δυναμικότητας αποθήκευσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της αγοράς.
Η εξέλιξη έχει προκαλέσει αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις και ειδικούς στην ενεργειακή πολιτική, οι οποίοι κατηγορούν την Exxon ότι επιχειρεί μέσω της διεθνούς διαιτησίας να μεταφέρει το κόστος ανάπτυξης των υποδομών CCS από τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων στο Δημόσιο.
Το «χαρτί» του Ηνωμένου Βασιλείου μετά το Brexit
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμμετοχή στη διαδικασία εταιρείας του ομίλου με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο. Νομικοί και ειδικοί στη διεθνή διαιτησία εκτιμούν ότι η παρουσία της βρετανικής εταιρείας μπορεί να έχει στρατηγική σημασία, καθώς περιορίζει τα εμπόδια που δημιουργούνται από την απαγόρευση των ενδοενωσιακών (intra-EU) διαιτητικών διαδικασιών βάσει της ECT. Με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, λόγω Brexit μια βρετανική εταιρεία μπορεί να διεκδικήσει διαφορετική νομική θέση από μια εταιρεία εγκατεστημένη αποκλειστικά σε κράτος-μέλος της ΕΕ.
Η πρακτική αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις οποίες οι σχετικές διαιτητικές προσφυγές μεταξύ επενδυτών και κρατών-μελών της ΕΕ δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται με τον ίδιο τρόπο στο πλαίσιο της ECT. Ο George Burn, εταίρος στον τομέα διεθνούς διαιτησίας της CMS, εκτιμά ότι η συμμετοχή βρετανικής εταιρείας μπορεί να βοηθήσει την Exxon να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα νομικά εμπόδια που δημιουργεί η θέση της ΕΕ απέναντι στις ενδοενωσιακές προσφυγές. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η βρετανική εταιρεία θα πρέπει να αποτελεί πραγματικό και ουσιαστικό ενάγοντα, με αυτοτελές δικαίωμα υποβολής της προσφυγής.
Από το CCS στις ευρωπαϊκές πολιτικές για το κλίμα
Η υπόθεση ExxonMobil–ΕΕ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στην ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική. Η ΕΕ έχει αναδείξει το CCS ως μία από τις τεχνολογίες που μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών από βιομηχανικούς κλάδους όπου ο πλήρης εξηλεκτρισμός είναι δύσκολος, ενώ παράλληλα προωθεί τη δημιουργία ευρωπαϊκής υποδομής μεταφοράς και μόνιμης αποθήκευσης CO₂.
Το βασικό ερώτημα που θέτει η προσφυγή της ExxonMobil είναι ποιος θα πρέπει να αναλάβει το κόστος και το επενδυτικό ρίσκο για τη δημιουργία αυτών των υποδομών: οι παραγωγοί και χρήστες ορυκτών καυσίμων, οι ιδιώτες επενδυτές ή το Δημόσιο μέσω επιδοτήσεων και κινήτρων.
Για τους επικριτές της Exxon, η προσφυγή αποτελεί προσπάθεια να περιοριστεί η πίεση προς τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη του CCS. Από την πλευρά της εταιρείας, το ζήτημα αφορά την εφικτότητα των ευρωπαϊκών στόχων και το κατά πόσο το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο ανταποκρίνεται στους πραγματικούς χρόνους ανάπτυξης των έργων.
Aναλυτές εκτιμούν ότι η υπόθεση θα αποτελέσει σημαντικό τεστ για το πώς η ΕΕ θα εφαρμόσει τις πολιτικές της για το CCS, αλλά και για τα περιθώρια που εξακολουθούν να παρέχουν οι διεθνείς επενδυτικές συνθήκες στις ενεργειακές εταιρείες να αμφισβητούν τις κλιματικές ρυθμίσεις.
Διαβάστε ακόμα
