Οι υψηλές διεθνείς τιμές του πετρελαίου ωθούν ολοένα και περισσότερους οδηγούς στην Ινδονησία να μετατρέπουν τα οχήματά τους ώστε να λειτουργούν με επιδοτούμενο βιοντίζελ, καθώς η κυβέρνηση επιταχύνει τη στρατηγική της για μείωση της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές καυσίμων.

Η Ινδονησία, ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας φοινικέλαιου στον κόσμο, έθεσε σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου το πρόγραμμα B50, σύμφωνα με το οποίο το ντίζελ που διατίθεται στην αγορά αποτελείται κατά 50% από βιοντίζελ που παράγεται από φοινικέλαιο και κατά 50% από συμβατικό πετρελαϊκό ντίζελ.

Η απόφαση επιταχύνθηκε μετά την άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου που ακολούθησε τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, ο οποίος ξεκίνησε τον Φεβρουάριο, αυξάνοντας σημαντικά το ενεργειακό κόστος για τη χώρα.

Το συμβατικό ντίζελ έγινε τρεις φορές ακριβότερο

Η εκτόξευση των διεθνών τιμών είχε ως αποτέλεσμα η τιμή του συμβατικού ντίζελ, το οποίο δεν επιδοτείται στην Ινδονησία, να αυξηθεί έως και 46% από τις αρχές του έτους.

Στις αρχές Ιουλίου η τιμή του διαμορφωνόταν στις 21.150 ρουπίες (1,17 δολάρια) ανά λίτρο, ενώ το επιδοτούμενο βιοντίζελ κόστιζε μόλις 6.800 ρουπίες ανά λίτρο, δηλαδή λιγότερο από το ένα τρίτο της τιμής του συμβατικού καυσίμου.

Η μεγάλη αυτή διαφορά έχει οδηγήσει πολλούς ιδιοκτήτες οχημάτων στην επιλογή της μετατροπής των κινητήρων τους.

Προκλήσεις για το πρόγραμμα B50

Παρά την αισιοδοξία της κυβέρνησης, το πρόγραμμα αντιμετωπίζει και σημαντικές προκλήσεις. Η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών πετρελαίου μετά τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή περιορίζει μέρος του οικονομικού οφέλους που προσδοκούσε η κυβέρνηση.

Παράλληλα, οι διεθνείς τιμές του φοινικέλαιου παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές, γεγονός που αυξάνει το δημοσιονομικό κόστος των επιδοτήσεων του βιοντίζελ.

Στόχος η μείωση των εισαγωγών πετρελαίου

Σύμφωνα με τον υπουργό Ενέργειας, Bahlil Lahadalia, η αύξηση της συμμετοχής του βιοντίζελ από 40% σε 50% θα αυξήσει την ετήσια κατανάλωση ακατέργαστου φοινικέλαιου από 15,2 εκατ. τόνους σε 16,3 έως 17 εκατ. τόνους.

Το υπουργείο Ενέργειας εκτιμά ότι η εφαρμογή του B50 θα μειώσει το κόστος εισαγωγών καυσίμων κατά περίπου 170 τρισ. ρουπίες (9,4 δισ. δολάρια) μέσα στο 2026, έναντι εξοικονόμησης περίπου 133 τρισ. ρουπιών που είχε επιτευχθεί με το προηγούμενο πρόγραμμα B40.

Παράλληλα, η χώρα εκτιμά ότι θα χρειαστεί 16,7 έως 18 εκατ. κιλολίτρα μεθυλεστέρων λιπαρών οξέων (FAME), της βασικής πρώτης ύλης για την παραγωγή βιοντίζελ, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του νέου προγράμματος.

Οι επιχειρήσεις θα έχουν περιθώριο έως τα τέλη Σεπτεμβρίου να διαθέσουν τα αποθέματα καυσίμου B40 που εξακολουθούν να βρίσκονται στην αγορά, ενώ η κυβέρνηση αναμένεται να ανακοινώσει τις νέες ποσοστώσεις που θα ισχύσουν για το πρόγραμμα B50.

Με την εφαρμογή του B50 και τις προετοιμασίες για ακόμη υψηλότερα ποσοστά ανάμειξης, η Ινδονησία επιδιώκει να αξιοποιήσει το ισχυρό συγκριτικό της πλεονέκτημα στην παραγωγή φοινικέλαιου, περιορίζοντας την ενεργειακή της εξάρτηση από τις εισαγωγές πετρελαίου και ενισχύοντας ταυτόχρονα την εγχώρια αγροτική οικονομία.

Διαβάστε ακόμα