Η ενεργειακή κρίση δοκιμάζει τους κρατικούς προϋπολογισμούς, καθώς πολλές κυβερνήσεις υιοθετούν δαπανηρές και συχνά μη στοχευμένες παρεμβάσεις για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της αύξησης στις τιμές καυσίμων και τροφίμων, περιορίζοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια για μελλοντικές προκλήσεις.
Σύμφωνα με νέο εργαλείο παρακολούθησης πολιτικών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (IMF Global Policy Tracker), έχουν καταγραφεί σχεδόν 900 μέτρα πολιτικής σε περίπου 170 χώρες από την έναρξη της κρίσης που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τόσο σε ανεπτυγμένες όσο και σε αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις κυριαρχούν, με τις κυβερνήσεις να επιχειρούν να απορροφήσουν το σοκ των υψηλότερων τιμών ενέργειας περιορίζοντας τη μετακύλιση του κόστους σε καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Η εικόνα που προκύπτει θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την ενεργειακή κρίση του 2022, ωστόσο το σημερινό περιβάλλον είναι διαφορετικό: το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι υψηλότερο για πολλές χώρες, ενώ τα δημοσιονομικά περιθώρια παραμένουν περιορισμένα, σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας και επαναλαμβανόμενων σοκ. Παράλληλα, η φύση των σημερινών ενεργειακών διαταραχών διαφέρει, καθιστώντας τον σχεδιασμό πολιτικής ακόμη πιο κρίσιμο.
Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, σχεδόν οι μισές παρεμβάσεις αφορούν επιδοτήσεις προς παραγωγούς και διανομείς ενέργειας, ενώ περίπου το ένα τρίτο σχετίζεται με μειώσεις φόρων κατανάλωσης καυσίμων. Στην Ευρώπη, τα κράτη έχουν στηριχθεί εκτενώς σε δημοσιονομικά και τιμολογιακά μέτρα για τη συγκράτηση των τιμών, αναφέρει το ΔΝΤ.
Αντίθετα, οι αναδυόμενες οικονομίες εφαρμόζουν πιο μικτό μείγμα πολιτικών, συνδυάζοντας δημοσιονομικά μέτρα με ανώτατα όρια τιμών, ρυθμιστικές παρεμβάσεις και μέτρα διαχείρισης ζήτησης, όπως περιορισμούς κατανάλωσης. Σε ορισμένες περιοχές, όπως η Μέση Ανατολή και η Αφρική, καταγράφεται επίσης ευρύτερη χρήση εργαλείων νομισματικής και διοικητικής πολιτικής.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι πολλές παρεμβάσεις, αν και παρουσιάζονται ως προσωρινές, δεν διαθέτουν σαφείς μηχανισμούς λήξης ή εκτιμήσεις κόστους, αυξάνοντας τον κίνδυνο να μετατραπούν σε μόνιμα και δημοσιονομικά επιβαρυντικά μέτρα.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι εκτεταμένες επιδοτήσεις και τα ανώτατα όρια τιμών μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του κόστους, δημιουργώντας ταυτόχρονα έμμεσες υποχρεώσεις για το Δημόσιο και αποδυναμώνοντας τα κίνητρα προσαρμογής των αγορών. Επιπλέον, η γενικευμένη συγκράτηση των τιμών ενέργειας ενδέχεται να περιορίσει τη συνολική προσαρμογή της ζήτησης διεθνώς, εντείνοντας τις πιέσεις στις αγορές.
Σε αυτό το περιβάλλον, η βασική πρόκληση για τις κυβερνήσεις είναι η ισορροπία μεταξύ άμεσης προστασίας νοικοκυριών και βιώσιμης δημοσιονομικής πολιτικής. Η εναλλακτική, σύμφωνα με το Ταμείο, είναι πιο στοχευμένες και προσωρινές παρεμβάσεις, με έμφαση στην προστασία των πολιτών και όχι των τιμών.
Διαβάστε ακόμη
