Οι αντλίες θερμότητας ενδέχεται να μετατραπούν σε οικονομική παγίδα για τους καταναλωτές, καθώς η λανθασμένη επιλογή μεγέθους προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στο κόστος, την άνεση και την υγεία. Σύμφωνα με τον Μάικ Σάιμονς, διευθυντή εκπαίδευσης και ανάπτυξης της Abode Energy Management, οι εγκαταστάτες προτείνουν συχνά συστήματα δύο ή και τρεις φορές μεγαλύτερα από το αναγκαίο. Η υπερδιαστασιολόγηση μετατρέπει τα ενεργειακά έργα σε οικονομικά απρόσιτα, εκτοξεύοντας τον προϋπολογισμό μιας εγκατάστασης από τα 15.000 στα 40.000 δολάρια. Το πρόβλημα λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις, καθώς οι πωλήσεις στις αντλίες θερμότητας καταγράφουν ραγδαία άνοδο, έχοντας ξεπεράσει τις αντίστοιχες των λεβήτων φυσικού αερίου στις ΗΠΑ κατά το προηγούμενο έτος.
Η ισχύς μιας αντλίας θερμότητας αντιστοιχεί στη μέγιστη απόδοσή της, η οποία μετράται σε βρετανικές θερμικές μονάδες ανά ώρα (Btu/hr). Τα μικρότερα οικιακά συστήματα ξεκινούν από τις 6.000 Btu/hr, ενώ τα μεγαλύτερα αγγίζουν τις 60.000 Btu/hr. Το κατάλληλο μέγεθος οφείλει να ανταποκρίνεται με ακρίβεια στα θερμικά και ψυκτικά φορτία του ακινήτου, τα οποία εξαρτώνται από το τοπικό κλίμα, τα τετραγωνικά μέτρα, την αεροστεγανότητα και τον αριθμό των ενοίκων.
Το κόστος της λάθος διάστασης
Η αγορά ενός υπερμεγέθους συστήματος προκαλεί σημαντική αρχική απώλεια κεφαλαίων μέσω της προμήθειας ενός ακριβότερου μοντέλου, αλλά και συνεχή οικονομική αιμορραγία λόγω μειωμένης λειτουργικής απόδοσης. Τα συστήματα αυτά διαθέτουν ελάχιστα όρια ισχύος, κάτω από τα οποία δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Επομένως, μια υπερβολικά ισχυρή μονάδα διοχετεύει απότομα μεγάλες ποσότητες ζεστού ή κρύου αέρα, εκκινώντας και τερματίζοντας (on/off) διαρκώς τη λειτουργία της προκειμένου να πιάσει την επιθυμητή θερμοκρασία. Αυτή η μηχανική συμπεριφορά προκαλεί αυξημένη φθορά και μειώνει τον κύκλο ζωής του εξοπλισμού.
Παράλληλα, τις ζεστές και υγρές ημέρες, οι υπερμεγέθεις μονάδες αποτυγχάνουν να διαχειριστούν την υγρασία. Ένα σωστά διαστασιολογημένο σύστημα λειτουργεί σχεδόν αδιάκοπα, αφυγραίνοντας παράλληλα τον χώρο. Αντίθετα, ένα μεγάλο σύστημα δεν λειτουργεί επαρκώς ώστε να ολοκληρώσει την αφύγρανση, δημιουργώντας ένα κρύο και υγρό περιβάλλον που ευνοεί την εμφάνιση σήψης, μούχλας και αναπνευστικών προβλημάτων. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα τεχνικά δεδομένα της πλατφόρμας NEEP, η ελάχιστη ικανότητα ψύξης σε εξωτερική θερμοκρασία 35 βαθμών Κελσίου διαμορφώνεται στις 13.400 Btu/hr.
Εργαλεία ακριβούς μέτρησης
Για την αποφυγή λανθασμένων επιλογών, απαιτείται αυστηρός υπολογισμός των φορτίων από εξειδικευμένο σύμβουλο ενέργειας ή χρήση πιστοποιημένων ψηφιακών εργαλείων, όπως το δωρεάν λογισμικό Cool Calc, το οποίο υποστηρίζει το βιομηχανικό πρότυπο υπολογισμού «Manual J» των Αμερικανών Εργολάβων Κλιματισμού. Ο οργανισμός Carbon Switch προτείνει τη διενέργεια ελέγχου αεροστεγανότητας (blower door test) για την ακριβή μέτρηση των απωλειών αέρα. Επίσης, η οργάνωση Northeast Energy Efficiency Partnerships (NEEP) διατηρεί ανοιχτή βάση δεδομένων με τις ελάχιστες και μέγιστες αποδόσεις του εξοπλισμού βάσει της εξωτερικής θερμοκρασίας.
«Ταιριάξτε τον εξοπλισμό με το φορτίο. Αυτό ακριβώς ζητούν όλοι οι κατασκευαστές», ξεκαθαρίζει ο Μάικ Σάιμονς.
Διαβάστε ακόμη
