Ανεβάζει ταχύτητες το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προκειμένου να «ξεμπλοκάρει» το Εξοικονομώ – Επιχειρώ, ένα πρόγραμμα που, παρά τη σημαντική χρηματοδότηση 177 εκατ. ευρώ περίπου από το ΤΑΑ και το ΠΔΕ και τη σημαντική συμμετοχή επιχειρήσεων δεν έχει καταφέρει να πατήσει ακόμη «γκάζι».

Σήμερα, το πρόγραμμα βρίσκεται ουσιαστικά σε μια μεταβατική «λίμπο» κατάσταση: εκατοντάδες επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει σε υλοποίηση επενδύσεων, πολλές από αυτές έχουν ολοκληρώσει πλήρως τις εργασίες τους, ωστόσο δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τυπικά τις αιτήσεις τους, ούτε να προχωρήσουν σε πληρωμές. Ταυτόχρονα, άλλες αιτήσεις παραμένουν «παγωμένες», χωρίς δυνατότητα εξέλιξης, ακόμη και σε βασικά στάδια της διαδικασίας.

Επιχειρώντας να δώσει λύση στα ζητήματα αυτά καθώς το πρόγραμμα ολοκληρώνεται στο τέλος του ερχόμενου Ιουνίου, το ΥΠΕΝ ετοιμάζει και θα εκδώσει μέσα στο επόμενο διάστημα αλλαγές στον Οδηγό του προγράμματος ενώ έχει ήδη βρει λύσεις σε ανοιχτά ζητήματα που είχαν δημιουργήσει σημαντικά προσκόμματα στην υλοποίηση των έργων και των διαδικασιών που προβλέπονται.

Τι «έβαλε φρένο» στο πρόγραμμα

Όπως εξηγούν καλά πληροφορημένες πηγές, το Εξοικονομώ – Επιχειρώ έχει έως σήμερα τρέξει με «ρυθμούς χελώνας» ως αποτέλεσμα ενός συνόλου θεσμικών, τεχνικών και ερμηνευτικών ζητημάτων που συσσωρεύτηκαν στην πορεία βάζοντας αναχώματα στην υλοποίηση του έργου.

Το «αγκάθι» των μισθωμένων χώρων

Το σημαντικότερο πρόβλημα που προέκυψε αφορά τις επιχειρήσεις που λειτουργούν σε μισθωμένους χώρους – δηλαδή σχεδόν τις μισές από τις ενταγμένες. Με βάση εκτιμήσεις, από τις περίπου 1.800 επιχειρήσεις που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα, περίπου 800 εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία.

Το πρόβλημα ξεκίνησε από την ερμηνεία ενός όρου που σχετίζεται με την «απόσβεση» της επένδυσης εξοικονόμησης για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε μισθωμένους χώρους. Σύμφωνα με το ζήτημα που είχε προκύψει, μία επιχείρηση που πραγματοποιεί επένδυση θα πρέπει να παραμείνει στον χώρο για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, ώστε να «αποσβεστεί» η επένδυση αυτή. Εντούτοις, όπως τονίζεται, με βάση τη φορολογική και λογιστική πρακτική, οι επενδύσεις σε μισθωμένους χώρους αποσβένονται κανονικά, ακόμη και αν η επιχείρηση αποχωρήσει από το χώρο που μισθώνει. Αυτό είχε μάλιστα ενσωματωθεί στον αρχικό οδηγό του προγράμματος, ο οποίος δεν απαιτούσε συγκεκριμένη διάρκεια μισθωτηρίου. Η διαφορετική αυτή λογική για τις αποσβέσεις οδήγησε σε πολύμηνη εμπλοκή από τις υπηρεσίες μέχρι να μπορέσει να υπάρξει το «πράσινο φως» που ανοίγει το δρόμο για να αρχίσει να τρέχει με κανονικές ταχύτητες το πρόγραμμα.

Το ζήτημα των ΠΕΑ και Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου

Ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό πρόβλημα, προέκυψε από τεχνική απαίτηση που μεταφέρθηκε αυτούσια από τα προγράμματα κατοικιών: η υποχρεωτική ταύτιση των τετραγωνικών μέτρων μεταξύ του Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ) και της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου.

Πρόκειται για μία πρόβλεψη που έχει νόημα για τις περιπτώσεις κατοικιών καθώς κάθε αίτηση αφορά ένα συγκεκριμένο ακίνητο. Στις επιχειρήσεις, όμως, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική καθώς μια επιχείρηση μπορεί να διαθέτει πολλαπλά κτίρια ή χώρους, να έχει αποθήκες που δεν εντάσσονται στο έργο, ή να επιλέγει να αναβαθμίσει μόνο ένα μέρος των εγκαταστάσεών της. Έτσι, στην Ηλεκτρονική Ταυτότητα αποτυπώνεται το σύνολο της ιδιοκτησίας, ενώ στο ΠΕΑ μόνο το τμήμα που αφορά την παρέμβαση.

Αυτή η απόκλιση οδηγούσε αυτόματα σε «απόρριψη» ή αδυναμία ολοκλήρωσης, με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις – αν και είχαν ολοκληρώσει τις εργασίες – να μην υποβάλλουν ποτέ δήλωση ολοκλήρωσης με τις εκτιμήσεις να θέλουν σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων ιδιαίτερα σε κλάδους όπως ο τουρισμός και η εστίαση να έχουν επηρεαστεί από τις καθυστερήσεις αυτές.

Έλλειψη διαβούλευσης με την αγορά και πίεση χρόνου

Όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς, τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν είχε υπάρξει μία ουσιαστική ανοιχτή συζήτηση τονίζοντας πως ο αρχικός Οδηγός του προγράμματος εκδόθηκε χωρίς επαρκή διαβούλευση με τους άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή τις επιχειρήσεις, στη συνέχεια άλλαξε σημαντικά σε σχέση με το σχέδιο που είχε τεθεί σε διαβούλευση, και τελικά δημοσιεύθηκε με ταχύτατες διαδικασίες, προκειμένου να καλυφθούν ορόσημα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Μάλιστα τονίζουν πως η πίεση χρόνου αποτυπώθηκε και στην έναρξη του προγράμματος: οι επιχειρήσεις είχαν μόλις 18 ημέρες για να υποβάλουν πλήρεις επενδυτικές προτάσεις, που συχνά απαιτούσαν σύνθετους φακέλους και σημαντική προετοιμασία. Το χρονικό αυτό περιθώριο θεωρήθηκε εξ αρχής ανεπαρκές. Ακολούθησε παράταση περίπου ενός μήνα, η οποία επίσης δεν κρίθηκε επαρκής από την αγορά. Τελικά, το πρόγραμμα παρέμεινε ανοιχτό για πολύ μεγαλύτερο διάστημα, ωστόσο υπογραμμίζουν ότι η αρχική διαχείριση είχε ήδη πλήξει την αξιοπιστία του

Η προσπάθεια «ξεμπλοκαρίσματος»

Σήμερα, με το Εξοικονομώ – Επιχειρώ να πλησιάζει στο τέλος του, προωθείται τροποποίηση του Οδηγού με στόχο να λυθούν τα βασικά σημεία εμπλοκής. Αρχικά περνάει στον Οδηγό η παράταση του προγράμματος έως 30 Ιουνίου 2026 που είχε ανακοινωθεί τον περασμένο Μάρτιο προβλέποντας ότι έως τότε θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το έργο από τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, θα ορίζεται ότι δεν θα υπάρξει παράταση για τις περιπτώσεις αιτήσεων που είχαν ενεργειακό έλεγχο και οι οποίες έπρεπε να είχαν προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά έως 30 Ιουλίου 2025 – όπως ισχύει στον ισχύοντα Οδηγό.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΚΥΑ – Οδηγός που αναμένεται να εκδοθεί μέσα στο επόμενο διάστημα θα αποσαφηνίζει, επίσης, θέματα δαπανών και ημερομηνίες επιλεξιμότητας που δημιουργούσαν πολλά προβλήματα σε επιχειρήσεις και υπηρεσίες.

Επιπρόσθετα, αναμένεται να επιτραπεί μικρή απόκλιση σε σχέση με τον στόχο ενεργειακής αναβάθμισης που είχε τεθεί στην ένταξη κάθε έργου, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι προτάσεις προσαρμόζοντας αντίστοιχα και την επιδότηση που λαμβάνει η επιχείρηση όπως συμβαίνει και στα αντίστοιχα προγράμματα Εξοικονομώ για κατοικίες.

Παράλληλα, η ΚΥΑ αναμένεται να ξεκαθαρίζει το πλαίσιο των μη επιλέξιμων δαπανών, αποκλείοντας ρητά την εγκατάσταση καυστήρων και λεβήτων ορυκτών καυσίμων και να επαναπροσδιορίζει τους κλάδους επιχειρήσεων του πρωτογενούς τομέα που δεν θα έχουν δικαίωμα ένταξης στο πρόγραμμα σύμφωνα με τα όσα ορίζει το ΤΑΑ.

Διαβάστε ακόμη