Η ενεργειακή απόδοση ενός ακινήτου παύει σταδιακά να αποτελεί μια τυπική τεχνική πληροφορία και μετατρέπεται σε βασικό παράγοντα διαμόρφωσης της εμπορικής του αξίας. Η αγορά κατοικίας στην Αττική δείχνει πλέον ξεκάθαρα ότι τα ενεργειακά αποδοτικά σπίτια αποκτούν ισχυρό επενδυτικό πλεονέκτημα, ενώ τα παλαιότερα και ενεργοβόρα ακίνητα χάνουν έδαφος, τόσο σε αξία όσο και σε ζήτηση. Τα διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν μια νέα πραγματικότητα: όσο υψηλότερη είναι η ενεργειακή κατηγορία ενός ακινήτου, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ζητούμενη τιμή του. Η μέση τιμή για κατοικίες ενεργειακής κλάσης Α+ ανέρχεται πλέον στα 4.910 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις φτάνει ακόμη και τα 5.885 ευρώ/τ.μ. Αντίθετα, τα ακίνητα κατηγορίας Η κινούνται κατά μέσο όρο στα 1.736 ευρώ/τ.μ., με το ανώτατο επίπεδο να αγγίζει τα 2.490 ευρώ/τ.μ. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο κατηγορίες ξεπερνά τα 3.100 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά δημιουργεί πλέον ένα σαφές «πράσινο premium».
Η τάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στις ακραίες κατηγορίες. Οι κατοικίες ενεργειακής κλάσης Α διαμορφώνονται στα 4.437 ευρώ/τ.μ., οι Β+ στα 3.427 ευρώ/τ.μ. και οι Β στα 3.383 ευρώ/τ.μ. Στην κατηγορία Γ οι τιμές πέφτουν στα 3.000 ευρώ/τ.μ., ενώ η πτωτική πορεία συνεχίζεται στις χαμηλότερες βαθμίδες, με τις κατοικίες Δ να διαμορφώνονται στα 2.656 ευρώ/τ.μ., τις Ε στα 2.286 ευρώ/τ.μ. και τις Ζ περίπου στα 2.000 ευρώ/τ.μ.
Η Γλυφάδα οδηγεί την κούρσα των «πράσινων» κατοικιών
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη στα νότια προάστια και ειδικότερα στη Γλυφάδα, όπου οι υψηλής ενεργειακής απόδοσης κατοικίες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά premium προϊόντος. Οι κατοικίες κατηγορίας Α+ εμφανίζουν διάμεση ζητούμενη τιμή 6.500 ευρώ/τ.μ., ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι ζητούμενες τιμές φτάνουν ακόμη και τα 10.000 ευρώ/τ.μ. Πρόκειται για το ανώτερο επίπεδο της αγοράς κατοικίας στην Αττική, στοιχείο που δείχνει ότι οι αγοραστές υψηλών εισοδημάτων στρέφονται όλο και περισσότερο σε σύγχρονα, ενεργειακά αποδοτικά ακίνητα.
Ακόμη και οι κατοικίες κατηγορίας Α κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με διάμεση τιμή 6.013 ευρώ/τ.μ., ενώ οι Β+ και Β διαμορφώνονται στα 5.923 και 4.714 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα. Στις χαμηλές ενεργειακές κατηγορίες οι τιμές υποχωρούν αισθητά, με τα ακίνητα Ζ και Η να διαμορφώνονται στα 3.766 και 4.077 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα. Η διαφορά ανάμεσα σε ένα ακίνητο Α+ και ένα Ζ ξεπερνά τα 2.700 ευρώ/τ.μ., επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη αξία που αποδίδεται στην ενεργειακή αναβάθμιση.
Δείτε περισσότερα: Πώς μπορείς με ένα κλικ να δεις αν έχεις ενεργειακό πιστοποιητικό
Κηφισιά: Ισχυρή υπεραξία για τα νεόδμητα και αναβαθμισμένα σπίτια
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην Κηφισιά, όπου τα ακίνητα υψηλής ενεργειακής κλάσης καταγράφουν σαφή υπεροχή απέναντι στο παλαιότερο οικιστικό απόθεμα. Οι κατοικίες Α+ εμφανίζουν διάμεση τιμή 5.257 ευρώ/τ.μ., ενώ τα ακίνητα κατηγορίας Η περιορίζονται περίπου στα 2.612 ευρώ/τ.μ. Η διαφορά αγγίζει τα 2.650 ευρώ/τ.μ., αναδεικνύοντας τη σημαντική υπεραξία που προσδίδει η ενεργειακή αναβάθμιση.
Παράλληλα, οι κατοικίες κατηγορίας Α διαμορφώνονται στα 4.867 ευρώ/τ.μ., ενώ οι Β+ και Β βρίσκονται στα 3.133 και 3.391 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα. Σε αρκετές περιπτώσεις οι ανώτατες ζητούμενες τιμές ξεπερνούν ακόμη και τα 8.000 ευρώ/τ.μ., στοιχείο που δείχνει ότι η αγορά των βορείων προαστίων παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή για νεόδμητα ή πλήρως ανακαινισμένα ακίνητα υψηλών προδιαγραφών.
Καλλιθέα: Το μεγαλύτερο ενεργειακό χάσμα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Καλλιθέας, όπου οι συνολικές τιμές είναι χαμηλότερες σε σχέση με τα βόρεια και νότια προάστια, ωστόσο η ψαλίδα ανάμεσα στις ενεργειακές κατηγορίες είναι ακόμη μεγαλύτερη αναλογικά. Οι κατοικίες Α+ κινούνται στα 4.087 ευρώ/τ.μ., ενώ τα ακίνητα κατηγορίας Η βρίσκονται περίπου στα 2.015 ευρώ/τ.μ.
Η συνολική διαφορά ανάμεσα στις δύο άκρες της αγοράς φτάνει τα 2.852 ευρώ/τ.μ., αποτελώντας το μεγαλύτερο ενεργειακό χάσμα μεταξύ των περιοχών που εξετάζονται. Οι κατοικίες κατηγορίας Α διαμορφώνονται στα 3.973 ευρώ/τ.μ., οι Β+ στα 3.327 ευρώ/τ.μ., ενώ στις κατηγορίες Δ, Ε και Ζ οι τιμές περιορίζονται στα 2.500, 2.222 και 2.035 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα.
Δείτε περισσότερα: Τι σημαίνει η κάθε ενεργειακή κλάση και ποια είναι η καλύτερη
Πειραιάς: Μεγάλες αποκλίσεις και ευκαιρίες εισόδου
Στον Πειραιά η αγορά εμφανίζει μεγαλύτερη ποικιλία τιμών και σαφώς μεγαλύτερο εύρος επιλογών, ιδιαίτερα στις χαμηλές ενεργειακές κατηγορίες. Οι κατοικίες Α+ καταγράφουν διάμεση ζητούμενη τιμή 4.172 ευρώ/τ.μ., ενώ οι κατηγορίες Α και Β+ διαμορφώνονται στα 3.639 και 3.343 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα.
Στις χαμηλές κατηγορίες οι τιμές υποχωρούν σημαντικά, με τα ακίνητα Ζ να κινούνται περίπου στα 2.000 ευρώ/τ.μ. και τα Η μόλις στα 1.720 ευρώ/τ.μ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι χαμηλότερες ζητούμενες τιμές φτάνουν ακόμη και τα 1.270–1.520 ευρώ/τ.μ., στοιχείο που διατηρεί τον Πειραιά ανάμεσα στις πιο προσιτές αγορές κατοικίας της Αττικής. Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά ανάμεσα σε ένα ακίνητο Α+ και ένα Η ξεπερνά τα 2.450 ευρώ/τ.μ., δείχνοντας ότι και εδώ η ενεργειακή απόδοση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα.
Περιστέρι και Ζωγράφου: Οι δύο διαφορετικές όψεις της μεσαίας αγοράς
Το Περιστέρι εμφανίζεται ως η πιο οικονομική αγορά του δείγματος, με χαμηλότερες συνολικά τιμές αλλά και μικρότερες αποκλίσεις ανάμεσα στις ενεργειακές κατηγορίες. Οι κατοικίες Α+ διαμορφώνονται στα 3.418 ευρώ/τ.μ., ενώ τα ακίνητα Η στα 1.422 ευρώ/τ.μ. Το χαμηλότερο επίπεδο τιμών φτάνει ακόμη και τα 1.247 ευρώ/τ.μ., προσφέροντας το χαμηλότερο σημείο εισόδου στην αγορά κατοικίας.
Στον Ζωγράφου, αντίθετα, η εικόνα είναι περισσότερο σταθεροποιημένη, με μικρότερες αποκλίσεις ανάμεσα στις ενεργειακές κατηγορίες. Οι κατοικίες Α+ εμφανίζουν διάμεση τιμή 4.299 ευρώ/τ.μ., ενώ ακόμη και τα ακίνητα κατηγορίας Η διατηρούν τιμές κοντά στα 2.086 ευρώ/τ.μ. Η ανθεκτικότητα αυτή αποδίδεται κυρίως στη σταθερή ζήτηση που δημιουργεί η φοιτητική κατοικία και η επενδυτική δραστηριότητα στην περιοχή.
Το ενεργειακό πιστοποιητικό μετατρέπεται σε «όπλο» αξίας
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά κατοικίας δείχνει ότι το ενεργειακό πιστοποιητικό αποκτά πλέον ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αξίας ενός ακινήτου. Οι αγοραστές αναζητούν σπίτια με χαμηλότερο κόστος λειτουργίας, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και μεγαλύτερη μεταπωλητική αξία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό.
Την ίδια στιγμή, το παλαιότερο κτιριακό απόθεμα κινδυνεύει να χάσει περαιτέρω αξία τα επόμενα χρόνια, εφόσον δεν προχωρήσει σε ουσιαστικές ενεργειακές παρεμβάσεις. Αντίθετα, τα ακίνητα υψηλής ενεργειακής κλάσης φαίνεται ότι αποκτούν πλέον χαρακτηριστικά επενδυτικού «ασφαλούς καταφυγίου», με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις διακυμάνσεις της αγοράς και ισχυρότερη προοπτική υπεραξιών.
Διαβάστε ακόμη
