Του Δρ. Πέτρου Τζεφέρη, Γενικού Διευθυντή Ορυκτών Πρώτων Υλών, Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας*
Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά τις πρώτες γεωθερμικές έρευνες στη Μήλο, τη Νίσυρο και τη Λέσβο, η Ελλάδα επιχειρεί ξανά να αξιοποιήσει ένα από τα πλουσιότερα γεωθερμικά δυναμικά της Ευρώπης. Από την αποτυχία του πειραματικού σταθμού της Μήλου το 1989 έως τον επικείμενο πιλοτικό σταθμό της Λέσβου και τη βαθιά γεώτρηση του 2026, το άρθρο εξετάζει τι άλλαξε στο θεσμικό πλαίσιο, ποιο ήταν το μάθημα του άγονου διαγωνισμού του 2023, και γιατί η γεωθερμία συνδέεται πλέον και με τη συζήτηση για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Για τη Λέσβο, η ΔΕΗ Ανανεώσιμες, μετά από επενδύσεις άνω των 2,5 εκατομμυρίων ευρώ σε έρευνες από το 2021, υπέγραψε πρόσφατα σύμβαση για την κατασκευή πιλοτικού σταθμού ισχύος περίπου 200kWe, αξιοποιώντας παλαιότερες γεωτρήσεις, με στόχο εντός του 2026 την ανόρυξη νέας βαθιάς ερευνητικής γεώτρησης και εν συνεχεία, έως το 2027, τη λειτουργία μονάδας βάσης ισχύος 8MWe —η οποία, αν ολοκληρωθεί, θα αποτελέσει την πρώτη σύγχρονη μονάδα γεωθερμικής ηλεκτροπαραγωγής στη Χώρα.
Η γεωθερμική ενέργεια έχει ένα χαρακτηριστικό που τη διαφοροποιεί από κάθε άλλη ανανεώσιμη πηγή: προσφέρει ενέργεια βάσης, σταθερή και συνεχή, χωρίς την ανάγκη συστημάτων αποθήκευσης που απαιτούν τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά. Σε μια εποχή όπου η ασφάλεια εφοδιασμού και η ανθεκτικότητα των ενεργειακών συστημάτων έχουν αναδειχθεί σε ζήτημα εθνικής στρατηγικής σημασίας, το χαρακτηριστικό αυτό αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Η Ελλάδα, λόγω της γεωλογίας της, συγκαταλέγεται διεθνώς ανάμεσα στις πλέον προνομιούχες χώρες σε γεωθερμικό δυναμικό. Στη Μήλο έχουν καταγραφεί θερμοκρασίες άνω των 300°C σε βάθη μόλις μερικών εκατοντάδων μέτρων —ένα προφίλ που έργα βαθιάς γεωθερμίας σε Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο δεν προσεγγίζουν καν σε γεωτρήσεις πολλών χιλιάδων μέτρων. Ωστόσο, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά τις πρώτες έρευνες, η ουσιαστική αξιοποίηση αυτού του δυναμικού για ηλεκτροπαραγωγή παραμένει σε πρώιμο στάδιο.
Μια ιστορία που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970
Η συστηματική αναζήτηση γεωθερμικού δυναμικού στη χώρα ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 από το τότε Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ, σήμερα ΕΑΓΜΕ), σε συνεργασία με τη ΔΕΗ. Η έρευνα υπεδάφους οδήγησε σταδιακά, ως το 2015, στον εντοπισμό περίπου 30 γεωθερμικών πεδίων τοπικού ενδιαφέροντος και δύο πεδίων εθνικού ενδιαφέροντος υψηλής ενθαλπίας: της Μήλου και της Νισύρου.
Μεταξύ 1985 και 1986, το τότε Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας εκμίσθωσε απευθείας στη ΔΕΗ τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης στο σύμπλεγμα Μήλου–Κιμώλου–Πολυαίγου, στη Νίσυρο και στη Λέσβο. Στη Μήλο, οι γεωτρήσεις ανέδειξαν δυναμικό άνω των 300°C, ικανό για ηλεκτροπαραγωγή, και η ΔΕΗ λειτούργησε πειραματικό σταθμό ισχύος 2MW μεταξύ 1987 και 1989. Τεχνικά και διαχειριστικά προβλήματα —κυρίως διαρροές από τις γεωτρήσεις— οδήγησαν τελικά στην προσωρινή διακοπή λειτουργίας του σταθμού, εμπειρία που άφησε πίσω της βαθιά τοπική δυσπιστία, ζήτημα που παραμένει επίκαιρο έως σήμερα.
Το 2011, τα δικαιώματα αυτά μεταβιβάστηκαν στη θυγατρική ΔΕΗ Ανανεώσιμες, με τις προθεσμίες των σχετικών συμβάσεων να παρατείνονται διαδοχικά κατά πενταετία, μέσω των νόμων 4342/2015, 4685/2020 και πλέον 5167/2024.
Στο ενδιάμεσο διάστημα, το Υπουργείο επιχείρησε δύο φορές να ανοίξει νέες περιοχές σε επενδυτές. Το 2011–2012 προκηρύχθηκαν διεθνείς ανοικτοί διαγωνισμοί για την εκμίσθωση δικαιώματος έρευνας σε οκτώ μη χαρακτηρισμένες περιοχές στη Βόρειο Ελλάδα, τη Σαμοθράκη, τη Χίο και αλλού· οι διαδικασίες ολοκληρώθηκαν το 2014, χωρίς όμως οι επιλεγέντες υποψήφιοι να προχωρήσουν τελικά σε υπογραφή σύμβασης με το Δημόσιο. Το 2023 ακολούθησε νέος διεθνής διαγωνισμός για τέσσερις περιοχές στη Βόρειο Ελλάδα —με κριτήρια όπως τα υφιστάμενα γεωθερμικά δεδομένα, η εγγύτητα σε δίκτυα και η κοινωνική αποδοχή— ο οποίος όμως προσέλκυσε περιορισμένο ενδιαφέρον και τελικά κηρύχθηκε άγονος.
Το θεσμικό πλαίσιο: ποιος ρυθμίζει τι
Η έρευνα, εκμετάλλευση και διαχείριση του γεωθερμικού δυναμικού διέπεται σήμερα από τον ν. 4602/2019 (Α’ 45), αρμοδιότητας της Γενικής Διεύθυνσης Ορυκτών Πρώτων Υλών. Το αντλούμενο γεωθερμικό δυναμικό αποτελεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία (ν. 4602/2019 και ν.δ. 210/1973, Α’ 277), μέρος του εθνικού ορυκτού πλούτου, με τα σχετικά δικαιώματα να ασκούνται από το κράτος ή να εκμισθώνονται σε τρίτους —φυσικά ή νομικά πρόσωπα κάθε μορφής, από εταιρείες έως ενεργειακές κοινότητες— ύστερα από διαγωνισμό.
Η μεταποίηση, όμως, του γεωθερμικού δυναμικού σε ηλεκτρική ενέργεια ακολουθεί διαφορετικό δρόμο: η αδειοδότηση εγκατάστασης και λειτουργίας των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ή διανομής θερμότητας έπεται χρονικά και εντάσσεται στο θεσμικό πλαίσιο των ΑΠΕ, με αποφάσεις της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ).
Το σήμερα: Λέσβος, Μήλος, Νίσυρος
Ανάμεσα στα τρία νησιά-πεδία, η Λέσβος βρίσκεται σήμερα ένα βήμα μπροστά. Η ΔΕΗ Ανανεώσιμες, μετά από επενδύσεις άνω των 2,5 εκατομμυρίων ευρώ σε έρευνες από το 2021, υπέγραψε πρόσφατα σύμβαση για την κατασκευή πιλοτικού σταθμού ισχύος περίπου 200kWe, αξιοποιώντας παλαιότερες γεωτρήσεις, με στόχο εντός του 2026 την ανόρυξη νέας βαθιάς ερευνητικής γεώτρησης και εν συνεχεία, έως το 2027, τη λειτουργία μονάδας βάσης ισχύος 8MWe —η οποία, αν ολοκληρωθεί, θα αποτελέσει την πρώτη σύγχρονη μονάδα γεωθερμικής ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα. Με βάση τα νέα ερευνητικά δεδομένα, η περιοχή Στύψης χαρακτηρίστηκε ήδη Γεωθερμικό Πεδίο Εθνικού Ενδιαφέροντος (ΥΠΕΝ/ΔΑΠ/142809/683/16.12.2025, ΦΕΚ Β’ 7321).
Στη Μήλο, ο μισθωτής εντόπισε, κατόπιν νεότερων ερευνών, νέες θέσεις για ερευνητικές γεωτρήσεις μακριά από τον οικιστικό ιστό και έχει ήδη υποβάλει Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Στη Νίσυρο, μελετώνται νέες θέσεις γεωτρήσεων εκτός καλδέρας, επίσης σε απόσταση από τους οικισμούς. Και στα δύο νησιά, όμως, η κοινωνική αποδοχή παραμένει το κρίσιμο ζητούμενο —σε αντίθεση με τη Λέσβο, όπου η τοπική κοινωνία έχει, μέχρι στιγμής, αγκαλιάσει το εγχείρημα.
Πέρα από τα τρία αυτά νησιά, περίπου τα μισά από τα 30 γεωθερμικά πεδία τοπικού ενδιαφέροντος βρίσκονται ήδη υπό καθεστώς μίσθωσης έρευνας ή εκμετάλλευσης, κυρίως στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη, με βασική χρήση τη θερμική —θέρμανση θερμοκηπίων, ξήρανση αγροτικών προϊόντων και τηλεθέρμανση δημοτικών εγκαταστάσεων, όπως στον Δήμο Αλεξανδρούπολης, όπου το 2024 καταναλώθηκε θερμική ενέργεια της τάξης των 14,12 MWth, χωρίς μάλιστα να χρεώνεται το σκέλος που αφορά τη θέρμανση δημοτικών και δημόσιων κτιρίων.
Η αξία της γεωθερμίας, άλλωστε, δεν εξαντλείται στην ηλεκτροπαραγωγή. Οι περίπου 30 εντοπισμένοι γεωθερμικοί πόροι της χώρας μπορούν να καλύψουν ανάγκες σε θέρμανση ιχθυοκαλλιεργειών, θερμοκηπιακές καλλιέργειες, ξήρανση αγροτικών προϊόντων, θέρμανση και ψύξη κατοικιών, σχολείων και νοσοκομείων, αφαλάτωση νερού, ακόμη και λειτουργία λουτροθεραπευτικών εγκαταστάσεων. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν πόρο με πολλαπλασιαστικές δυνατότητες για την τοπική οικονομία —από τη μείωση του ενεργειακού κόστους στον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση, έως τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τη μείωση εισαγωγών και αύξηση εξαγωγών αγροτικών προϊόντων εκτός εποχής, και την ενίσχυση του ιαματικού τουρισμού σε περιοχές που φιλοξενούν τέτοιες υποδομές.
Το μάθημα του 2023
Μια σημαντική τομή στη συζήτηση για τη γεωθερμία στην Ελλάδα ήταν ο άγονος διαγωνισμός του 2023, ο οποίος αφορούσε την εκμίσθωση δικαιωμάτων έρευνας σε τέσσερις μη χαρακτηρισμένες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Ο διαγωνισμός προσέλκυσε περιορισμένο ενδιαφέρον και τελικά κηρύχθηκε άγονος λόγω προβλημάτων στις προσφορές. Από τη διαδικασία αυτή προέκυψε ένα καθαρό συμπέρασμα: το θεσμικό πλαίσιο των ΑΠΕ, όπως ήταν διαμορφωμένο, δεν αναγνώριζε ούτε τις ιδιαιτερότητες κόστους και ρίσκου που συνοδεύουν τη γεωθερμική έρευνα, ούτε τα μοναδικά πλεονεκτήματά της ως πηγής ενέργειας βάσης με υψηλή ευελιξία παραγωγής.
Το μάθημα αυτό φαίνεται να έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη. Έχει ήδη ξεκινήσει διάλογος με φορείς της αγοράς για τη διαμόρφωση κατάλληλων εργαλείων μετριασμού του επενδυτικού κινδύνου, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για επτά νέες περιοχές γεωθερμικού ενδιαφέροντος, με στόχο μια νέα προκήρυξη υπό όρους ελκυστικότερους για τους επενδυτές. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εξάλλου, βρίσκεται σε προετοιμασία το πρώτο ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για τη γεωθερμία, το οποίο αναμένεται να συμβάλει με καλύτερη αξιοποίηση γεωλογικών δεδομένων και μηχανισμούς περιορισμού επενδυτικού ρίσκου.
Γεωθερμία και κρίσιμες πρώτες ύλες: μια σύνδεση υπό διερεύνηση
Μια πτυχή που έχει αρχίσει να απασχολεί τη δημόσια συζήτηση είναι το ενδεχόμενο τα γεωθερμικά ρευστά υψηλής θερμοκρασίας της Μήλου, της Νισύρου και της Λέσβου να περιέχουν λίθιο — κρίσιμης σημασίας στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Κανονισμού για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (CRMA). Είναι ένα ελκυστικό σενάριο, ιδίως καθώς η αξιοποίηση παραπροϊόντων γεωθερμικών ρευστών προβλέπεται ήδη θεσμικά.
Ωστόσο, η ειλικρινής απάντηση στο σημείο αυτό είναι πως δεν έχει μελετηθεί ακόμη συστηματικά: δεν υπάρχουν, προς το παρόν, οι βαθιές ερευνητικές γεωτρήσεις που θα απέδιδαν δείγματα γεωθερμικών ρευστών κατάλληλα για ανάλυση. Το θεσμικό πλαίσιο διαθέτει ήδη τις σχετικές προβλέψεις για την αξιοποίηση τέτοιων παραπροϊόντων· αυτές όμως θα ενεργοποιηθούν μόνο εφόσον προκύψουν τα κατάλληλα ερευνητικά δεδομένα. Η επικείμενη βαθιά γεώτρηση στη Λέσβο, εντός του 2026, αποτελεί σε αυτό το πλαίσιο μια πρώτη ευκαιρία να αποκτηθούν πραγματικά στοιχεία —όχι μόνο για την ηλεκτροπαραγωγή, αλλά και για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής.
Η ευρωπαϊκή διάσταση
Η ελληνική προσπάθεια δεν εξελίσσεται σε κενό. Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες εναρμόνισης γεωλογικών δεδομένων, μέσω του EuroGeoSurveys και της πρωτοβουλίας «Γεωλογική Υπηρεσία για την Ευρώπη», ενώ παρακολουθεί στενά την προετοιμασία του πρώτου ευρωπαϊκού σχεδίου δράσης αποκλειστικά για τη γεωθερμία —μια πρωτοβουλία που αναμένεται να συμβάλει στην καλύτερη αξιοποίηση γεωλογικών δεδομένων, σε μηχανισμούς περιορισμού επενδυτικού ρίσκου και σε ενισχυμένη διεθνή συνεργασία στον τομέα.
Ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών
Η εμπειρία της Μήλου του 1989 δεν άφησε μόνο τεχνικά διδάγματα· άφησε και ένα ζήτημα εμπιστοσύνης που καμία τεχνική λύση από μόνη της δεν μπορεί να επιλύσει. Πέρα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες διαβούλευσης στο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, η αρμόδια υπηρεσία δηλώνει διαθέσιμη να εμπλακεί σε καλόπιστο διάλογο με φορείς και πολίτες κατά περίπτωση (ad hoc), ιδίως καθώς βρίσκεται σε στάδιο ολοκλήρωσης η δημόσια διαβούλευση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για τις νέες υποψήφιες περιοχές. Το κατά πόσο θα ενσωματωθούν πιο δομημένα εργαλεία συμμετοχικού σχεδιασμού —όπως συνελεύσεις πολιτών ή σχήματα τοπικής συνιδιοκτησίας μέσω ενεργειακών κοινοτήτων— παραμένει ανοιχτό ερώτημα, αλλά είναι ακριβώς το πεδίο όπου θα κριθεί αν η Μήλος και η Νίσυρος θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της Λέσβου.
Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι πια αν η Ελλάδα διαθέτει το γεωλογικό δυναμικό —αυτό είναι αδιαμφισβήτητο και τεκμηριωμένο εδώ και δεκαετίες. Το ζητούμενο είναι αν θα καταφέρει, αυτή τη φορά, να συνδυάσει σωστά το επενδυτικό εργαλείο, το θεσμικό πλαίσιο και την κοινωνική συναίνεση ώστε η εμπειρία της Μήλου του 1989 να μην επαναληφθεί, και η υπόσχεση της Λέσβου του 2026 να γίνει, επιτέλους, πραγματικότητα.
*Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος (oryktosploutos.net)
Διαβάστε ακόμα
