Στην τελική ευθεία εισέρχεται η υλοποίηση της πρώτης μονάδας ηλεκτροπαραγωγής που θα αξιοποιεί τη γεωθερμία και θα κατασκευαστεί στη Λέσβο, σηματοδοτώντας ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης πηγής ανανεώσιμης ενέργειας στην Ελλάδα. Η έναρξη του έργου αποτελεί την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια αξιοποίησης του γεωθερμικού δυναμικού των ελληνικών νησιών για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και αναμένεται να λειτουργήσει ως οδηγός για αντίστοιχες επενδύσεις στο μέλλον.

Σύμφωνα με πληροφορίες, μέσα στην εβδομάδα αναμένεται να υπογραφεί η σύμβαση ανάμεσα στη ΔΕΗ Ανανεώσιμες και γαλλική εταιρεία που θα αναλάβει την κατασκευή της πιλοτικής μονάδας ηλεκτροπαραγωγής, ισχύος 250 kW. Με την ολοκλήρωση της συμφωνίας θα ανοίξει ο δρόμος για την έναρξη των κατασκευαστικών εργασιών, οι οποίες αποτελούν το πρώτο στάδιο ενός ευρύτερου σχεδιασμού για την αξιοποίηση της γεωθερμίας στη Λέσβο.

Η πιλοτική μονάδα αναμένεται, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, να τεθεί σε δοκιμαστική λειτουργία τον Σεπτέμβριο του 2027. Για τη λειτουργία της θα αξιοποιηθεί γεωθερμικό ρευστό από έρευνες που είχαν πραγματοποιηθεί τα προηγούμενα χρόνια στο νησί, γεγονός που επιτρέπει την αξιοποίηση ήδη διαθέσιμων δεδομένων για το γεωθερμικό πεδίο της περιοχής. Η δοκιμαστική λειτουργία της μονάδας θα αποτελέσει σημαντικό βήμα για την αξιολόγηση της απόδοσης του έργου και των δυνατοτήτων περαιτέρω ανάπτυξης του γεωθερμικού δυναμικού της Λέσβου.

Η συγκεκριμένη εγκατάσταση αποτελεί ουσιαστικά τον προάγγελο μιας πολύ μεγαλύτερης επένδυσης. Ο σχεδιασμός προβλέπει την κατασκευή μονάδας ηλεκτροπαραγωγής ισχύος 5 MW, η οποία θα αξιοποιήσει γεωθερμικό ρευστό από νέες γεωτρήσεις που θα πραγματοποιηθούν το επόμενο διάστημα στο νησί. Οι γεωτρήσεις αυτές θα συμβάλουν στην καλύτερη αποτύπωση του διαθέσιμου γεωθερμικού δυναμικού και θα αποτελέσουν τη βάση για τη μελλοντική ανάπτυξη της μεγαλύτερης μονάδας.

Η επένδυση στη Λέσβο και η γεωθερμία στην Ελλάδα

Η επένδυση στη Λέσβο εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό αξιοποίησης της γεωθερμίας στην Ελλάδα. Εκτός από τη Λέσβο, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται και τα νησιά της Μήλου και της Νισύρου, τα οποία διαθέτουν σημαντικό γεωθερμικό δυναμικό. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες εκτιμήσεις, τα δύο αυτά νησιά μπορούν να υποστηρίξουν μονάδες ηλεκτροπαραγωγής συνολικής ισχύος που θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 200 MW, γεγονός που αναδεικνύει τις σημαντικές δυνατότητες αξιοποίησης της γεωθερμίας στον νησιωτικό χώρο.

Παράλληλα, εξελίξεις δρομολογούνται και στη Μήλο. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αναμένεται να τεθεί σύντομα σε δημόσια διαβούλευση, διαδικασία που αποτελεί βασικό στάδιο για την αδειοδοτική ωρίμανση του έργου. Ταυτόχρονα, μέσα στο επόμενο διάστημα θα πραγματοποιηθούν και οι απαραίτητες ερευνητικές γεωτρήσεις, οι οποίες θα αποσαφηνίσουν πλήρως τα χαρακτηριστικά του γεωθερμικού πεδίου και θα καθορίσουν τις δυνατότητες αξιοποίησής του.

Η γεωθερμία αποτελεί μία από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν περιοχές με σημαντικό γεωθερμικό δυναμικό. Τα πεδία αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όσο και για την κάλυψη αναγκών θέρμανσης, καθώς και για εφαρμογές στον αγροτικό τομέα, συμβάλλοντας στη μείωση του ενεργειακού κόστους και στην ενίσχυση της ενεργειακής αυτάρκειας των τοπικών κοινωνιών.

Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της γεωθερμίας είναι ότι πρόκειται για μια ανεξάντλητη πηγή ενέργειας, η οποία μπορεί να παρέχει σταθερή παραγωγή ηλεκτρισμού ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες, σε αντίθεση με άλλες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Παράλληλα, η τεχνογνωσία που έχει αποκτηθεί στη χώρα από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων μπορεί να αξιοποιηθεί και στην ανάπτυξη έργων γεωθερμίας, καθώς πολλές από τις τεχνικές και τις μεθόδους που εφαρμόζονται είναι κοινές.

Παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον που εκδηλώνουν εταιρείες για επενδύσεις στον συγκεκριμένο τομέα, η ανάπτυξη της γεωθερμίας στην Ελλάδα προχώρησε με αργούς ρυθμούς τα προηγούμενα χρόνια. Οι τοπικές αντιδράσεις σε ορισμένες περιοχές, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος των ερευνητικών γεωτρήσεων και των αρχικών επενδύσεων, λειτούργησαν αποτρεπτικά για την υλοποίηση μεγάλων έργων.

Διαβάστε ακόμη