Ο Οκτώβριος αναδεικνύεται στο δεύτερο μεγάλο peak μετά τον Απρίλιο στην καταγραφή μηδενικών και αρνητικών τιμών, εντείνοντας την πίεση στα έσοδα των παραγωγών ΑΠΕ. Η αυξανόμενη παραγωγή, η περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης της ενέργειας και η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της αποθήκευσης διατηρούν το πρόβλημα στο προσκήνιο, ενώ η αγορά της αυτοπαραγωγής αναζητά νέα δυναμική.

Πάνω από 60 ώρες αρνητικών τιμών καταγράφονται μέσα στον Οκτώβριο, με τον μήνα να αποτελεί το δεύτερο μεγάλο peak, μετά τον Απρίλιο, στην καταγραφή μηδενικών και αρνητικών τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις πιέσεις που εξακολουθούν να δέχονται οι παραγωγοί, καθώς η αδυναμία απορρόφησης της παραγόμενης ενέργειας επηρεάζει άμεσα τα έσοδά τους.

Το φαινόμενο των μηδενικών και αρνητικών τιμών συνδέεται, σε μεγάλο βαθμό, με την αδυναμία του συστήματος να απορροφήσει το σύνολο της διαθέσιμης ηλεκτρικής ενέργειας. Οι ήπιες θερμοκρασίες που επικρατούν αυτή την περίοδο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί αυξημένες ανάγκες θέρμανσης, περιορίζουν τη ζήτηση και συμβάλλουν στη δημιουργία συνθηκών υπερπροσφοράς.

Για τους παραγωγούς ΑΠΕ, η κατάσταση αυτή αποτελεί σημαντική πρόκληση. Όσο δεν προχωρά με γρήγορους ρυθμούς η ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας, τόσο δυσκολότερη παραμένει η διαχείριση της αυξημένης παραγωγής και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος να διατηρηθούν οι πιέσεις στα έσοδα. Η δυνατότητα αποθήκευσης θεωρείται κρίσιμη για την καλύτερη αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας, ιδιαίτερα σε περιόδους κατά τις οποίες η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση.

Το πρόβλημα αναμένεται να εντείνεται όσο δεν αυξάνεται αντίστοιχα η ζήτηση, δεν ενισχύονται οι διαθέσιμες δυνατότητες αποθήκευσης και, την ίδια στιγμή, συνεχίζεται η προσθήκη νέων έργων ΑΠΕ. Η αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος, χωρίς την παράλληλη ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών και μηχανισμών απορρόφησης της παραγωγής, δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για την αγορά.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναμενόμενη προσθήκη νέων φωτοβολταϊκών έργων έως το τέλος του έτους. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι συνολικές νέες προσθήκες φωτοβολταϊκών αναμένεται να αγγίξουν τα 2,5 GW το 2026. Η περαιτέρω ενίσχυση της φωτοβολταϊκής παραγωγής καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να προχωρήσουν οι λύσεις που θα επιτρέψουν την καλύτερη αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας, περιορίζοντας τις πιέσεις που προκαλούνται από την υπερπροσφορά.

Στάση αναμονής στην αυτοπαραγωγή

Την ίδια ώρα, η αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται σε στάση αναμονής μετά την τροποποίηση της υπουργικής απόφασης για το net billing. Οι εξελίξεις στο συγκεκριμένο πεδίο επηρεάζουν τις προσδοκίες για την πορεία της αυτοπαραγωγής, η οποία αποτελεί ένα από τα επόμενα μεγάλα στοιχήματα για τον ενεργειακό κλάδο.

Η αυτοπαραγωγή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο περιβάλλον που διαμορφώνεται, καθώς η αγορά καλείται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που συνδέονται με την αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ και την ανάγκη αποτελεσματικότερης αξιοποίησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία για τις νέες συνδέσεις στον οικιακό τομέα αποτυπώνουν σημαντική υποχώρηση της δραστηριότητας.

Ειδικότερα, οι νέες συνδέσεις στον οικιακό τομέα μειώθηκαν από τα 94 MW το 2024 στα 32 MW το 2025. Η πτωτική τάση συνεχίστηκε και το 2026, καθώς μέχρι τον Απρίλιο είχαν συνδεθεί μόλις 3,2 MW.

Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν την υποχώρηση των νέων οικιακών εγκαταστάσεων και αναδεικνύουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος της αυτοπαραγωγής. Σε μια περίοδο κατά την οποία η εγκατεστημένη ισχύς των ΑΠΕ συνεχίζει να αυξάνεται και οι μηδενικές και αρνητικές τιμές επανέρχονται στο προσκήνιο, η πορεία της αυτοπαραγωγής, μαζί με την ανάπτυξη της αποθήκευσης, αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που θα καθορίσουν τις επόμενες εξελίξεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Διαβάστε ακόμα