“Γκάζι” έχει πατήσει η Hellenic Hydrogen για τη δημιουργία μονάδας παραγωγής πράσινου υδρογόνου στο Αμύνταιο. Σημαντική ώθηση έδωσε η στήριξη στο πλαίσιο της τρίτης δημοπρασίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Υδρογόνου (European Hydrogen Bank – EHB). Στόχος είναι να ληφθεί το συντομότερο δυνατό η επενδυτική απόφαση για το έργο. Ωστόσο, μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα του υψηλού κόστους παραγωγής του πράσινου υδρογόνου, το οποίο συνεχίζει να επηρεάζει την ανταγωνιστικότητά του. Εκτιμάται πως περαιτέρω ώθηση θα έδινε η δυνατότητα λειτουργικής ενίσχυσης, η οποία, άλλωστε, προβλέφθηκε από τον νόμο, δηλαδή η δυνατότητα οικονομικής στήριξης μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών.

Το έργο, σε ό,τι αφορά το αδειοδοτικό παζλ, έχει προχωρήσει. Έχει εγκριθεί η Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), ενώ έχει ήδη εκδοθεί και η οριστική προσφορά σύνδεσης από τον ΑΔΜΗΕ.

Η εικόνα στην Ευρώπη

Την ίδια ώρα, στην υπόλοιπη Ευρώπη, το ζητούμενο είναι να προχωρήσουν τα έργα υδρογόνου. Η Γερμανία διαθέτει έργα ισχύος άνω του ενός γιγαβάτ υπό κατασκευή, ενώ ακολουθούν η Δανία, η Σουηδία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Νορβηγία. Υπό κατασκευή βρίσκονται έργα ηλεκτρόλυσης ισχύος 3,7 GW.

Όπως ανέφερε στην εκδήλωση «Where is Europe’s clean hydrogen market heading?» της Hydrogen Europe ο Daniel Fraile, Chief Regulation & Market Officer της Hydrogen Europe, η Ευρώπη διαθέτει δυναμικότητα ηλεκτρόλυσης ύδατος που κυμαίνεται μεταξύ 600 και 700 μεγαβάτ. Παρουσιάζοντας σχετική έκθεση, ανέφερε ότι, αν εξετάσουμε την πρόοδο του κλάδου την τελευταία εξαετία περίπου, αυτή είναι εντυπωσιακή, καθώς καταγράφεται μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης άνω του 50%.

«Μπορεί να μην αναπτυσσόμαστε τόσο γρήγορα όσο ελπίζαμε ή όσο θα ήθελαν οι πολιτικοί για το 2030, αλλά σημειώνουμε ταχεία ανάπτυξη, επεκτεινόμενοι παράλληλα σε μεγαλύτερο αριθμό αγορών, τόσο εντός Ευρώπης όσο και παγκοσμίως. Πρόκειται για ένα σημαντικό μήνυμα που δεν πρέπει να λησμονούμε. Αν εξετάσουμε πού συγκεντρώνεται η παραγωγή υδρογόνου και ποιες αγορές πρωτοστατούν, βλέπουμε ότι η Γερμανία κατέχει σήμερα τα ηνία όσον αφορά την επιχειρησιακή δυναμικότητα. Ακολουθεί η Δανία», είπε.

Η Γερμανία διαθέτει έργα υπό κατασκευή συνολικής ισχύος άνω του ενός γιγαβάτ, ενώ ακολουθεί η Σουηδία, με πολύ μεγάλα έργα στον βορρά. Σύμφωνα με τον κ. Fraile, το 80% της συνολικής δυναμικότητας για την οποία έχει ληφθεί τελική επενδυτική απόφαση (FID) συγκεντρώνεται σε μόλις πέντε χώρες. Υπάρχει, επομένως, σημαντική συγκέντρωση. Παράλληλα, αναμένεται η προσθήκη περίπου 1,6 γιγαβάτ στα τέλη του τρέχοντος έτους ή στις αρχές του επόμενου. Αυτό σημαίνει ότι θα μεταβούμε από τα σημερινά 600 μεγαβάτ σε πάνω από 2 γιγαβάτ μέσα σε λίγους μόλις μήνες.

Σημείωσε πως θα πρέπει να κινητοποιηθούν επενδυτικά κεφάλαια ύψους έως και 50-60 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα στην επόμενη διετία, ενώ υπογράμμισε ότι το μήνυμα προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τις ρυθμιστικές αρχές είναι πως πρέπει να καθοριστεί ένα τέλος χρήσης δικτύου προσαρμοσμένο στον ρόλο που θα διαδραματίσει η ηλεκτρόλυση στο σύστημα. «Δεν ζητάμε απαλλαγή από το σύνολο του κόστους χρήσης του δικτύου —καθώς πράγματι το χρησιμοποιούμε—, αλλά το τέλος θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένο στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει η ηλεκτρόλυση», πρόσθεσε.

Τριανταφυλλόπουλος: Πρόβλημα έλλειψης υποδομών

Στην ίδια εκδήλωση, ο διευθύνων σύμβουλος της Hellenic Hydrogen, Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος, σημείωσε πως υπάρχει πρόβλημα έλλειψης υποδομών. Αν και η Ελλάδα είναι μικρή χώρα, υπάρχουν περιοχές με διαθέσιμο νερό και αφθονία ηλιακής και αιολικής ενέργειας, αλλά απουσιάζει η ζήτηση, καθώς δεν υπάρχουν μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα.

«Χρειαζόμαστε, λοιπόν, αυτές τις υποδομές, καθώς και διασυνοριακές υποδομές, ώστε να είναι δυνατή η μεταφορά του υδρογόνου και των παραγώγων του σε περιοχές όπου υπάρχει ζήτηση. Πρόκειται, όπως γνωρίζετε καλά, για μια διαδικασία που απαιτεί πολύ χρόνο και αποτελεί πρόκληση για την επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς η υλοποίηση των υποδομών απαιτεί διάστημα μεγαλύτερο των πέντε έως επτά ετών».

Πρόσθεσε πως σημαντικός παράγοντας είναι το υψηλότερο κόστος ενέργειας. Το υψηλό κόστος των χρεώσεων δικτύου και των λοιπών επιβαρύνσεων καθιστά το κόστος εντελώς μη ανταγωνιστικό σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και με χώρες εκτός Ευρώπης.

Στάθηκε, ακόμα, στο γεγονός ότι πλέον βλέπουμε έργα υδρογόνου να ανταγωνίζονται έργα σε άλλους κλάδους, όπως τα data centers. «Πρόκειται για μια διαφορετική αγορά, με διαφορετικούς ρυθμούς και διαφορετικό πλαίσιο όσον αφορά τη δυνατότητα χρηματοδότησης (bankability)», είπε.

Διαβάστε ακόμα