Δύο μελέτες που φιλοδοξούν να αποτυπώσουν αφενός την επίδραση των υπεράκτιων αιολικών στο ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα και αφετέρου τις υποδομές που χρειάζεται η χώρα για να αναπτύξει μια εγχώρια αλυσίδα αξίας βρίσκονται αυτή την περίοδο στο επίκεντρο του σχεδιασμού της ΕΔΕΥΕΠ. Η πρώτη βρίσκεται ήδη κοντά στην ολοκλήρωσή της και εξετάζει, μεταξύ άλλων, την επίδραση των offshore αιολικών στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, στις εισαγωγές και στις δυνατότητες εξαγωγών, ενώ η δεύτερη στρέφεται στα λιμάνια, στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις υποδομές που θα απαιτηθούν για την ανάπτυξη της αγοράς σε βάθος χρόνου.

Όπως ανέφερε η Φλώρα Καραθανάση, επικεφαλής του προγράμματος ανάπτυξης υπεράκτιων αιολικών της ΕΔΕΥΕΠ, από το βήμα του συνεδρίου του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου, η πρώτη μελέτη εξετάζει τα οφέλη των υπεράκτιων αιολικών σε επίπεδο ηλεκτρικού συστήματος: κατά πόσο μπορούν να ενισχύσουν την ευστάθειά του, να σταθεροποιήσουν ή ακόμη και να περιορίσουν τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, να μειώσουν τις ανάγκες για εισαγωγές από γειτονικές χώρες και να αυξήσουν το εξαγωγικό δυναμικό της Ελλάδας. Η συγκεκριμένη μελέτη βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή της, με την ΕΔΕΥΕΠ να προσβλέπει στην ανακοίνωση βασικών αποτελεσμάτων μέχρι τέλος του μήνα.

Διαφορετικό, αλλά εξίσου κρίσιμο, είναι το αντικείμενο της δεύτερης στρατηγικής μελέτης. Σε αυτή συμμετέχει και γαλλική εταιρεία με εμπειρία στο floating wind, με στόχο να χαρτογραφηθεί η υφιστάμενη κατάσταση της χώρας και να εντοπιστούν τα κενά στις λιμενικές υποδομές και στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει η μελέτη είναι κατεξοχήν πρακτικό: εάν η Ελλάδα θέλει να αναπτύξει αρχικά περίπου 2 GW υπεράκτιας αιολικής ισχύος και στη συνέχεια να κινηθεί προς ένα μέγεθος της τάξης των 4-5 GW σε ορίζοντα 10-15 ετών, πού έχει μεγαλύτερο νόημα να διοχετευθούν οι επενδύσεις, ποια κενά πρέπει να καλυφθούν και με ποια επενδυτικά εργαλεία μπορεί να στηριχθεί αυτή η ανάπτυξη.

Η συγκεκριμένη μελέτη δεν είχε ακόμη ξεκινήσει κατά τον χρόνο της τοποθέτησης, ωστόσο, όπως ανέφερε η Καραθανάση, είχε ήδη συμφωνηθεί το πλαίσιο συνεργασίας για την υλοποίησή της, με την ΕΔΕΥΕΠ να προσδοκά αποτελέσματα εντός του έτους.

Οι δύο αυτές μελέτες αποτυπώνουν και τη μετατόπιση που επιχειρείται πλέον στον ελληνικό σχεδιασμό: από το ερώτημα «πόση ισχύ μπορεί να εγκαταστήσει η χώρα» στο πολύ πιο απαιτητικό ερώτημα του αν διαθέτει τις υποδομές, τα δίκτυα και την παραγωγική βάση για να μετατρέψει τα σχεδιαζόμενα GW σε πραγματικά έργα.

Η κα Καραθανάση ανέδειξε τέσσερις βασικούς άξονες πάνω στους οποίους θα πρέπει να στηριχθεί η ανάπτυξη της ελληνικής αγοράς: την ενεργειακή ασφάλεια, τις λιμενικές και ενεργειακές υποδομές, την εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα και τη βιομηχανική πολιτική, καθώς και τον έγκαιρο σχεδιασμό των ηλεκτρικών δικτύων.

Οι ευρωπαϊκοί στόχοι και η νέα πραγματικότητα του offshore wind

Η ελληνική προσπάθεια εντάσσεται σε μια πολύ μεγαλύτερη ευρωπαϊκή κούρσα. Όπως ανέφερε η κα Καραθανάση, τα κράτη-μέλη έχουν συμφωνήσει σε κοινή φιλοδοξία για περίπου 88 GW υπεράκτιας αιολικής ισχύος έως το 2030 και 330 GW έως το 2050. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εγκατεστημένη ισχύς βρίσκεται σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, κοντά στα 93 GW, με την Ευρώπη να αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο πόλο της αγοράς και να διαθέτει περίπου 40-41 GW.

Η απόσταση, όμως, ανάμεσα στις σημερινές επιδόσεις και στους στόχους παραμένει μεγάλη και έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο κλάδος έχει βρεθεί αντιμέτωπος με σημαντικές πιέσεις. Η αύξηση του κόστους, οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις και στις ρυθμιστικές διαδικασίες, αλλά και οι μεγαλύτερες δυσκολίες πρόσβασης στη χρηματοδότηση έχουν αλλάξει σημαντικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται τα νέα έργα.

Ακριβώς γι’ αυτό, το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον δεν εστιάζει πλέον μόνο στις περιοχές με το καλύτερο αιολικό δυναμικό. Στην εξίσωση μπαίνουν όλο και πιο έντονα η δυνατότητα σύνδεσης με τα δίκτυα, η επάρκεια των λιμενικών υποδομών, η εφοδιαστική αλυσίδα και συνολικά το κατά πόσο μια περιοχή διαθέτει τις προϋποθέσεις για να φιλοξενήσει έργα μεγάλης κλίμακας με ανταγωνιστικό κόστος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον επιχειρεί να τοποθετηθεί και η Ελλάδα, έχοντας ως πρώτο ορόσημο περίπου 2 GW υπεράκτιας αιολικής ισχύος, από τα οποία περίπου 600 MW συνδέονται με τα πιλοτικά έργα. 

Πρώτος άξονας η ενεργειακή ασφάλεια

Ο πρώτος άξονας που έθεσε η κα Καραθανάση αφορά την ενεργειακή ασφάλεια και τη δυνατότητα της χώρας να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγόμενες ενεργειακές πηγές.

Η λογική είναι ευθεία: κάθε μεγαβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από έναν εγχώριο ανανεώσιμο πόρο μειώνει, κατά το αντίστοιχο μέρος, την ανάγκη για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Στην περίπτωση των υπεράκτιων αιολικών, η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της δυνατότητας ανάπτυξης έργων μεγάλης κλίμακας και της ποιότητας του αιολικού δυναμικού στη θάλασσα.

«Κάθε μεγαβατώρα η οποία παράγεται από εγχώριο διαθέσιμο ενεργειακό πόρο μειώνει την εξάρτησή μας από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα», ήταν το βασικό σκεπτικό που ανέπτυξε η Καραθανάση, συνδέοντας τα υπεράκτια αιολικά με τον συνολικό στόχο αύξησης της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ.

Η αξία αυτή δεν περιορίζεται μόνο στη μείωση των εισαγωγών καυσίμων. Η μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή μπορεί να περιορίσει την έκθεση του ηλεκτρικού συστήματος σε διεθνείς διακυμάνσεις τιμών, να διευρύνει τη βάση παραγωγής και να ενισχύσει τη δυνατότητα της Ελλάδας να καλύπτει μεγαλύτερο μέρος της ζήτησής της από εγχώριους πόρους.

Ακριβώς αυτή τη διάσταση επιχειρεί να ποσοτικοποιήσει και η μελέτη της ΕΔΕΥΕΠ για την επίδραση των υπεράκτιων αιολικών στο σύστημα, εξετάζοντας τις επιπτώσεις στις τιμές, στις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και στις δυνατότητες εξαγωγών.

Δεύτερος άξονας τα λιμάνια και οι υποδομές

Ο δεύτερος κρίσιμος πυλώνας αφορά τις λιμενικές και ευρύτερες ενεργειακές υποδομές.

Χωρίς κατάλληλα λιμάνια, όπως τόνισε η Καραθανάση, δεν μπορεί ουσιαστικά να αναπτυχθεί μια αγορά υπεράκτιων αιολικών. Η κατασκευή, μεταφορά, συναρμολόγηση και εγκατάσταση εξοπλισμού τέτοιου μεγέθους απαιτεί χώρους με συγκεκριμένα τεχνικά χαρακτηριστικά, κατάλληλα μέσα και μια σειρά εξειδικευμένων θαλάσσιων υπηρεσιών.

«Χωρίς λιμάνια δεν μπορούμε να αναπτύξουμε υπεράκτια αιολικά πάρκα», ήταν η σαφής θέση που διατύπωσε, επισημαίνοντας ότι χρειάζονται κατάλληλοι χώροι, μέσα και maritime services ώστε να στηριχθεί ολόκληρη η αλυσίδα ανάπτυξης των έργων.

Η επιλογή των λιμανιών, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά. Συνδέεται τόσο με το πού θα αναπτυχθούν οι πρώτες θαλάσσιες περιοχές όσο και με τις τεχνολογίες που θα χρησιμοποιηθούν, ιδιαίτερα εφόσον η Ελλάδα κινηθεί σε σημαντικό βαθμό προς τα πλωτά υπεράκτια αιολικά.

Σε αυτό ακριβώς το πεδίο επικεντρώνεται και η δεύτερη στρατηγική μελέτη της ΕΔΕΥΕΠ, η οποία θα καταγράψει τα κενά σε λιμάνια και εφοδιαστική αλυσίδα και θα επιχειρήσει να προσδιορίσει πού έχει μεγαλύτερη αξία να κατευθυνθούν οι επενδύσεις.

Τρίτος άξονας η εφοδιαστική αλυσίδα και η βιομηχανική πολιτική

Ο τρίτος άξονας πηγαίνει ένα βήμα πέρα από την κατασκευή των ίδιων των έργων και αφορά το οικονομικό και βιομηχανικό αποτύπωμα που μπορεί να δημιουργήσει η νέα αγορά στην Ελλάδα.

Για την ΕΔΕΥΕΠ, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μετρηθεί πόση ισχύς θα εγκατασταθεί στη θάλασσα. Έχει εξίσου μεγάλη σημασία να αποτυπωθεί ποιο μέρος της επενδυτικής δραστηριότητας μπορεί να δημιουργηθεί και να παραμείνει εντός της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό αφορά τις θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης που μπορούν να δημιουργηθούν, τις ελληνικές εταιρείες που μπορούν να ενταχθούν στην αλυσίδα αξίας, τις υπηρεσίες που μπορούν να αναπτυχθούν γύρω από την κατασκευή και λειτουργία των πάρκων, αλλά και τις δυνατότητες δημιουργίας μιας εγχώριας παραγωγικής βάσης γύρω από τον νέο κλάδο.

Η Καραθανάση έθεσε ακριβώς αυτό το ερώτημα: ποια είναι τελικά η αξία που μπορεί να παραμείνει στη χώρα, πόσες θέσεις εργασίας εξειδικευμένου προσωπικού μπορούν να δημιουργηθούν και ποιες επιχειρήσεις μπορούν να συμμετάσχουν προσφέροντας προϊόντα και υπηρεσίες. Υπό αυτή την έννοια, όπως σημείωσε, η ανάπτυξη των υπεράκτιων αιολικών δεν αποτελεί μόνο ενεργειακή πολιτική αλλά και ευρύτερη βιομηχανική πολιτική.

Η διάσταση αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία εάν η χώρα επιδιώξει σε βάθος χρόνου να ξεπεράσει την πρώτη φάση των περίπου 2 GW. Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός που περιέγραψε η Καραθανάση κοιτάζει ήδη προς ένα μέγεθος της τάξης των 4-5 GW μέσα στα επόμενα 10-15 χρόνια. Για να μπορεί, όμως, μια τέτοια αγορά να στηριχθεί, θα πρέπει να είναι γνωστό από νωρίς σε ποιους τομείς αξίζει να επενδύσει η χώρα, ποια κενά υπάρχουν και με ποια χρηματοδοτικά και επενδυτικά εργαλεία μπορούν να καλυφθούν.

Τέταρτος άξονας τα ηλεκτρικά δίκτυα

Ο τέταρτος πυλώνας αφορά τα ηλεκτρικά δίκτυα και ίσως είναι ένας από τους πιο κρίσιμους για το εάν η σχεδιαζόμενη ισχύς θα μπορέσει τελικά να ενταχθεί στο σύστημα.

Η ανάγκη είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, απαιτείται ηλεκτρικός χώρος για να μπορούν τα έργα να συνδεθούν όταν ολοκληρωθούν. Από την άλλη, χρειάζεται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός των υποδομών μεταφοράς που θα μεταφέρουν την ηλεκτρική ενέργεια από τα σημεία παραγωγής στη θάλασσα προς τα κέντρα κατανάλωσης.

Η Καραθανάση σημείωσε ότι η παράμετρος αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού και όχι όταν τα έργα θα έχουν ήδη ωριμάσει.

Τα υπεράκτια αιολικά, όπως εξήγησε, διαθέτουν χαρακτηριστικά που μπορούν να λειτουργήσουν θετικά για το σύστημα, καθώς στη θάλασσα επικρατούν ισχυρότεροι και πιο σταθεροί άνεμοι, κάτι που μπορεί να προσφέρει πιο σταθερό προφίλ παραγωγής. Εάν αυτό συνδυαστεί με ολοκληρωμένο σχεδιασμό των δικτύων, μπορεί να ενισχύσει την αξία της τεχνολογίας μέσα στο συνολικό ενεργειακό μείγμα.

«Κλειδώνουν» 2,35 GW ηλεκτρικού χώρου

Στο πεδίο αυτό έχει ήδη γίνει ένα από τα σημαντικότερα θεσμικά βήματα. Όπως ανέφερε η Καραθανάση, έχει υπάρξει πρόβλεψη για δέσμευση 2,35 GW ηλεκτρικού χώρου για τα υπεράκτια αιολικά. Η ισχύς αυτή καλύπτει τον στόχο των περίπου 1,9 GW για τα πρώτα έργα.

Η κίνηση έχει ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή επιχειρεί να αντιμετωπίσει από πολύ νωρίς ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ΑΠΕ: την εξασφάλιση δυνατότητας σύνδεσης στο σύστημα. Η λογική είναι ότι, όταν τα υπεράκτια έργα φτάσουν σε φάση υλοποίησης, η ηλεκτρική υποδομή δεν θα πρέπει να αποτελεί το επόμενο εμπόδιο που θα καθυστερήσει την επένδυση.

Η ίδια χαρακτήρισε την πρόβλεψη αυτή θετικό μήνυμα προς την αγορά, σημειώνοντας ότι δεν είναι σύνηθες να δεσμεύεται ηλεκτρικός χώρος σε τόσο πρώιμο στάδιο. Κατά την άποψή της, αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει πρόθεση τα συγκεκριμένα έργα να προχωρήσουν πράγματι σε υλοποίηση.

Τα προεδρικά διατάγματα

Την ίδια ώρα, συνεχίζεται η θεσμική θωράκιση του ελληνικού προγράμματος. Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων έχει ήδη υποβληθεί, έχει λάβει περιβαλλοντικούς όρους και βρίσκεται στην πορεία προς την τελική έγκρισή του, ώστε να αποκτήσει πλήρη θεσμική υπόσταση.

Το αμέσως επόμενο επίπεδο θα είναι τα προεδρικά διατάγματα, τα οποία θα οριοθετήσουν με ακρίβεια τις περιοχές ανάπτυξης και θα θέσουν τους επιμέρους όρους, μεταξύ άλλων και ως προς την ισχύ που μπορεί να φιλοξενηθεί σε κάθε περιοχή.

Πρόκειται ουσιαστικά για τη δεύτερη βαθμίδα νομικής θωράκισης του προγράμματος, καθώς από τον γενικό χωρικό και στρατηγικό σχεδιασμό η διαδικασία περνά σταδιακά στη λεπτομερή οριοθέτηση των περιοχών όπου θα μπορούν να αναπτυχθούν συγκεκριμένα έργα.

Κομβική εξέλιξη μέσα στο καλοκαίρι αποτέλεσε επίσης η σύσταση, τον Ιούνιο του 2026, της εταιρείας ειδικού σκοπού που θα αναλάβει τη συλλογή των δεδομένων πεδίου. Η σύσταση άργησε αλλά ήρθε και σύμφωνα με την κα Καραθανάση, το αντικείμενό της καλύπτει ένα ευρύ φάσμα πληροφοριών, ανεμολογικά, γεωλογικά, περιβαλλοντικά, γεωφυσικά και γεωτεχνικά δεδομένα, δηλαδή το βασικό πακέτο τεχνικής πληροφόρησης που χρειάζεται ένας επενδυτής πριν μπορέσει να αξιολογήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια το κόστος και το ρίσκο ενός έργου.

Η σημασία της διαδικασίας είναι διπλή. Από την πλευρά των επενδυτών, η ύπαρξη αξιόπιστων δεδομένων περιορίζει την αβεβαιότητα και τους επιτρέπει να αποτιμήσουν καλύτερα τις τεχνικές και οικονομικές παραμέτρους πριν συμμετάσχουν σε έναν διαγωνισμό.

Από την πλευρά του Δημοσίου, τα ίδια δεδομένα δημιουργούν πληρέστερη εικόνα για τις πραγματικές συνθήκες κάθε περιοχής, επιτρέποντας καλύτερες αποφάσεις ως προς τον σχεδιασμό και την επιλογή των επόμενων βημάτων.

Οι πρώτοι κανόνες των διαγωνισμών

Παράλληλα, μέσα στο 2026 εκδόθηκαν δύο υπουργικές αποφάσεις τις οποίες η Καραθανάση χαρακτήρισε σημαντικά ορόσημα. Η πρώτη αφορά τις βασικές αρχές της διαγωνιστικής διαδικασίας που θα ακολουθηθεί για την παραχώρηση των περιοχών τα επόμενα χρόνια.

Σε αυτή τίθενται οι πρώτοι βασικοί όροι και κριτήρια συμμετοχής των επενδυτών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η σύνδεση των συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης με τον πληθωρισμό, παράμετρος με ιδιαίτερη σημασία σε μια αγορά που τα τελευταία χρόνια έχει αντιμετωπίσει μεγάλες αυξήσεις στο κόστος εξοπλισμού και χρηματοδότησης.

Παράλληλα, προβλέπεται ανώτατο όριο στον αριθμό των περιοχών που θα μπορεί να εξασφαλίσει ένας επενδυτής, με στόχο να διατηρηθούν συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού και να αποφευχθεί υπερβολική συγκέντρωση της αγοράς.

Το πλαίσιο αυτό δεν είναι ακόμη το τελικό. Όπως διευκρίνισε, θα ακολουθήσει δεύτερη, πιο λεπτομερής υπουργική απόφαση πριν από την έναρξη της ανταγωνιστικής διαδικασίας, η οποία θα εξειδικεύει τους όρους του διαγωνισμού.

Διαβάστε ακόμη