Η ταχύτατη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στη Γερμανία, που για χρόνια αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης, αρχίζει να δημιουργεί σοβαρές πιέσεις στον κλάδο. Η μεγάλη αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος σε αιολικά και φωτοβολταϊκά, σε συνδυασμό με το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και τις χαμηλότερες αποδόσεις νέων έργων, οδηγεί αρκετές εταιρείες σε δύσκολη οικονομική θέση.
Η περίπτωση της Enerparc αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος. Η γερμανική εταιρεία, ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές φωτοβολταϊκών πάρκων στην Ευρώπη, κατέθεσε αυτόν τον μήνα αίτηση πτώχευσης, έχοντας συνολικό χρέος περίπου 3 δισ. ευρώ σε επίπεδο ομίλου. Είχε προηγηθεί η πτώχευση της αιολικής εταιρείας Sowitec, ενώ επιχειρήσεις όπως η BayWa r.e. και η ABO Energy έχουν προχωρήσει σε διαδικασίες αναδιάρθρωσης.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες εταιρείες. Η Γερμανία εγκαθιστά νέες μονάδες ΑΠΕ με ρυθμό ταχύτερο από την ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς και των συστημάτων αποθήκευσης που απαιτούνται για την αξιοποίησή τους. Όταν η παραγωγή από τον ήλιο και τον άνεμο αυξάνεται απότομα, η προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να ξεπεράσει τη ζήτηση, οδηγώντας ακόμη και σε αρνητικές τιμές ή σε περιορισμό της παραγωγής.
Το νέο περιβάλλον αυξάνει σημαντικά το ρίσκο για τους developers. Έργα που στο παρελθόν θεωρούνταν ιδιαίτερα ελκυστικά δυσκολεύονται πλέον να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση με τους ίδιους όρους. Παράλληλα, οι τράπεζες εκφράζουν ανησυχίες ότι οι αλλαγές στις επιδοτήσεις θα μπορούσαν να καταστήσουν ακόμη δυσκολότερη τη χρηματοδότηση νέων έργων, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου τα δίκτυα είναι ήδη κορεσμένα.
Παρά τις πιέσεις, η ενεργειακή μετάβαση της Γερμανίας συνεχίζεται. Οι επενδύσεις στις ΑΠΕ και τα έργα υπό ανάπτυξη παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ η αυξανόμενη ηλεκτροδότηση της οικονομίας, από τα ηλεκτρικά οχήματα έως τα data centers, αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Καθοριστικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η αποθήκευση. Η ταχεία ανάπτυξη των μπαταριών θα μπορούσε να επιτρέψει στους παραγωγούς να αποθηκεύουν την πλεονάζουσα ενέργεια και να την πωλούν όταν οι τιμές είναι υψηλότερες.
Η επόμενη φάση της γερμανικής αγοράς ΑΠΕ, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο γρήγορα εγκαθίσταται νέα ισχύς, αλλά και από το κατά πόσο τα έργα μπορούν να παραμείνουν οικονομικά βιώσιμα. Οι ισχυρότεροι και πιο διαφοροποιημένοι όμιλοι αναμένεται να έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες, ενώ οι πιο ευάλωτες εταιρείες αντιμετωπίζουν αυξημένες πιέσεις για πωλήσεις, αναδιαρθρώσεις ή έξοδο από την αγορά.
Διαβάστε ακόμη
