Σύμφωνα με το Politico, oι κυβερνήσεις επιχειρούν από τη μία να περιορίσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα και από την άλλη να εξασφαλίσουν ότι μεγαλύτερο μέρος της νέας πράσινης βιομηχανίας, των επενδύσεων και των θέσεων εργασίας θα παραμείνει εντός των συνόρων τους. Ωστόσο, όσο πυκνώνουν τα εμπορικά εμπόδια τόσο ενισχύονται και οι προειδοποιήσεις ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ, των μπαταριών και των ηλεκτρικών δικτύων μπορεί να γίνει ακριβότερη και πιο αργή.
Το δίλημμα γίνεται ιδιαίτερα έντονο σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται, τα δίκτυα χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις και οι οικονομίες καλούνται να ενσωματώσουν περισσότερη παραγωγή από ΑΠΕ. Η προσπάθεια για μεγαλύτερη ενεργειακή και βιομηχανική αυτονομία συμπίπτει, δηλαδή, με την ανάγκη για μεγάλες ποσότητες εξοπλισμού σε ανταγωνιστικές τιμές.
Οι δασμοί απλώνονται σε ολόκληρη την αλυσίδα
Οι εμπορικές τριβές γύρω από τις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας δεν είναι καινούργιες. Ήδη από τη δεκαετία του 2010, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν επιβάλει μέτρα αντιντάμπινγκ στα κινεζικά φωτοβολταϊκά. Η διαφορά σήμερα είναι ότι οι περιορισμοί δεν σταματούν πλέον στο τελικό προϊόν.
Δασμοί, απαιτήσεις τοπικού περιεχομένου, καθεστώτα επιδοτήσεων και άλλοι εμπορικοί φραγμοί καλύπτουν σταδιακά όλο και μεγαλύτερο μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τις πρώτες ύλες και τα βασικά εξαρτήματα έως τις μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα, τους ηλεκτρολύτες, τις αντλίες θερμότητας και τις ανεμογεννήτριες.
Το μέγεθος της αλλαγής αποτυπώνεται στα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας. Σύμφωνα με ανάλυση του IEA, οι δασμοί σε σειρά καθαρών τεχνολογιών αυξήθηκαν κατά την τελευταία διετία, ενώ ειδικά στα φωτοβολταϊκά ο μέσος δασμολογικός συντελεστής κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας αυξήθηκε εννέα φορές μεταξύ 2023 και 2024.
Το πρόβλημα είναι ότι το επιπλέον κόστος εμφανίζεται σε μια στιγμή κατά την οποία κυβερνήσεις και επιχειρήσεις προσπαθούν να επιταχύνουν τον εξηλεκτρισμό. Όσο ακριβαίνει ο εξοπλισμός, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αναπτυχθούν με τον απαιτούμενο ρυθμό νέες υποδομές και καθαρές τεχνολογίες.
Τα δίκτυα στο επίκεντρο της πίεσης
Ιδιαίτερα ευάλωτος είναι ο τομέας των ηλεκτρικών δικτύων. Σε Ευρώπη και ΗΠΑ οι Διαχειριστές βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με αυξημένες ανάγκες για μετασχηματιστές, διακόπτες και άλλο κρίσιμο εξοπλισμό, καθώς η κατανάλωση αυξάνεται και περισσότερες ΑΠΕ, data centers και νέες βιομηχανικές εγκαταστάσεις ζητούν σύνδεση.
Οι χρόνοι παράδοσης έχουν ήδη επιμηκυνθεί σημαντικά. Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η GridWise Alliance, η παράδοση μετασχηματιστών πλησιάζει τα δυόμισι χρόνια, ενώ οι τιμές τους έχουν αυξηθεί κατά 158% σε σχέση με τον Μάιο του 2020. Για άλλες κατηγορίες εξοπλισμού, όπως διακόπτες και ρυθμιστές τάσης, οι χρόνοι παράδοσης φθάνουν ή ξεπερνούν το ένα έτος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, νέοι περιορισμοί στις εισαγωγές κινδυνεύουν να στενέψουν ακόμη περισσότερο την προσφορά. Η ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής μπορεί να μειώσει αυτή την εξάρτηση σε βάθος χρόνου, όμως δεν μπορεί να καλύψει αμέσως τη ζήτηση που δημιουργείται από τη σημερινή επέκταση των ηλεκτρικών συστημάτων.
Το ζήτημα έχει άμεση οικονομική διάσταση. Ακριβότερος και δυσεύρετος εξοπλισμός σημαίνει υψηλότερο κόστος για τις επενδύσεις στα δίκτυα, το οποίο με τη σειρά του μπορεί να ενισχύσει τις πιέσεις στο συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Το ευρωπαϊκό δίλημμα του «Made in Europe»
Αντίστοιχος προβληματισμός αναπτύσσεται στην Ευρώπη, όπου οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στην ευρωπαϊκή προέλευση καθαρών τεχνολογιών που αγοράζονται με δημόσιο χρήμα.
Η κατεύθυνση υπηρετεί έναν σαφή βιομηχανικό στόχο: η ενεργειακή μετάβαση να δημιουργήσει περισσότερη παραγωγή, επενδύσεις και θέσεις εργασίας εντός Ευρώπης, περιορίζοντας παράλληλα την εξάρτηση από την κινεζική βιομηχανία.
Οι ίδιοι οι Διαχειριστές Δικτύων Διανομής, ωστόσο, προειδοποιούν ότι οι αυστηροί κανόνες προέλευσης μπορούν να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα εάν εφαρμοστούν πριν αποκτήσει η Ευρώπη επαρκή παραγωγική δυνατότητα.
Η European Distribution System Operators έχει επισημάνει ότι η ευρωπαϊκή αγορά δεν παράγει ακόμη σε επαρκείς ποσότητες ορισμένες κρίσιμες τεχνολογίες και εξαρτήματα, μεταξύ των οποίων και στοιχεία που χρησιμοποιούνται σε μετασχηματιστές. Σε τέτοιες συνθήκες, οι περιορισμένες επιλογές προμηθευτών μπορεί να ανεβάσουν τις τιμές και να επιμηκύνουν τους χρόνους προμήθειας, επιβραδύνοντας επενδύσεις που είναι απαραίτητες για τον εξηλεκτρισμό και την ένταξη νέων ΑΠΕ.
Πιο επιθετική γραμμή από τις ΗΠΑ
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κινηθεί ακόμη πιο επιθετικά. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει προχωρήσει σε ευρύτερους δασμούς, αλλά και σε στοχευμένα μέτρα που επηρεάζουν κινεζικά φωτοβολταϊκά, εξοπλισμό δικτύων και άλλες κρίσιμες τεχνολογίες.
Τον Αύγουστο επιβλήθηκαν περιορισμοί σε εισαγόμενο εξοπλισμό ηλεκτρικών δικτύων, με δυνατότητα απαγόρευσης της αγοράς, πώλησης ή εγκατάστασης προϊόντων από ξένες εταιρείες όταν κρίνονται επικίνδυνες για την εθνική ασφάλεια. Παράλληλα, έχουν προωθηθεί περιορισμοί σε ξένης κατασκευής αντιστροφείς που χρησιμοποιούνται στα φωτοβολταϊκά, καθώς και μέτρα για το πολυπυρίτιο, τη βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή των περισσότερων φωτοβολταϊκών πάνελ.
Η αμερικανική βιομηχανία αναγνωρίζει ότι τα μέτρα μπορούν να ενισχύσουν μακροπρόθεσμα την εγχώρια παραγωγή. Προειδοποιεί, όμως, ότι η μετάβαση χρειάζεται χρόνο, καθώς οι αμερικανικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να καλύψουν άμεσα κάθε κρίκο της εφοδιαστικής αλυσίδας που σήμερα στηρίζεται στις εισαγωγές.
Από τη Βραζιλία έως την Κίνα, το ίδιο δίλημμα
Ο προστατευτισμός δεν περιορίζεται στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Η Βραζιλία έχει επίσης αυξήσει τους δασμούς σε ηλεκτρικά οχήματα και φωτοβολταϊκά, επιδιώκοντας να διατηρήσει μεγαλύτερο μέρος της πράσινης βιομηχανικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της χώρας.
Μετά την αύξηση των δασμών, οι κινεζικές εξαγωγές φωτοβολταϊκών και ηλεκτρικών οχημάτων προς τη Βραζιλία υποχώρησαν αισθητά μεταξύ 2024 και 2025. Η βραζιλιάνικη ένωση φωτοβολταϊκών Absolar έχει αποδώσει μέρος της επιβράδυνσης της ανάπτυξης νέων φωτοβολταϊκών ακριβώς στο υψηλότερο κόστος των εισαγωγών.
Πίσω από αυτές τις κινήσεις βρίσκεται ένας κοινός φόβος: ότι η ενεργειακή μετάβαση, αντί να δημιουργήσει νέες παραγωγικές βάσεις σε περισσότερες οικονομίες, θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την κυριαρχία της Κίνας στις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας.
Το αντίβαρο, όμως, είναι το κόστος. Αν οι δασμοί κάνουν τα πράσινα προϊόντα ακριβότερα από τις συμβατικές τεχνολογίες, η διείσδυσή τους μπορεί να επιβραδυνθεί. Ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να περιορίσει την υιοθέτηση καθαρών τεχνολογιών και να οδηγήσει σε υψηλότερες παγκόσμιες εκπομπές.
Η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης περνά έτσι μέσα από μια δύσκολη ισορροπία. Οι κυβερνήσεις καλούνται να χτίσουν πιο ανθεκτικές εγχώριες εφοδιαστικές αλυσίδες χωρίς να στερήσουν από τις αγορές τον φθηνό εξοπλισμό που χρειάζονται σήμερα. Και όσο αυτό το σημείο ισορροπίας δεν έχει βρεθεί, ο εμπορικός προστατευτισμός εξελίσσεται σε ακόμη έναν παράγοντα που μπορεί να καθορίσει τόσο την ταχύτητα όσο και το κόστος του παγκόσμιου εξηλεκτρισμού.
Διαβάστε ακόμη
