Η παγκόσμια αγορά καθαρών ενεργειακών τεχνολογιών πλησιάζει πλέον σε ετήσια αξία το 1 τρισ. δολάρια. Πίσω, όμως, από τη ραγδαία ανάπτυξή της βρίσκεται μια όλο και πιο εμφανής αδυναμία: η παραγωγή των βασικών τεχνολογιών και εξαρτημάτων παραμένει συγκεντρωμένη σε λίγες χώρες και, σε αρκετές περιπτώσεις, σχεδόν απόλυτα στην Κίνα.

Αυτή είναι μία από τις βασικές διαπιστώσεις της έκθεσης «Building Resilient and Robust Clean Energy Supply Chains», η οποία συνοψίζει τα συμπεράσματα του workshop που συνδιοργάνωσαν το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (JRC) και η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας για την Έρευνα και Ανάπτυξη (IEA-EGRD), στις 27 και 28 Νοεμβρίου 2025 στο Petten της Ολλανδίας.

Η εικόνα που προκύπτει είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, η ενεργειακή μετάβαση δημιουργεί μια τεράστια νέα βιομηχανική αγορά, με αυξανόμενες επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και ταχεία άνοδο της ζήτησης. Από την άλλη, δημιουργεί νέες εξαρτήσεις από πρώτες ύλες, εξαρτήματα, συγκεκριμένες χώρες παραγωγής και κρίσιμες εμπορικές διαδρομές, μεταφέροντας σε μεγάλο βαθμό το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας από τα ορυκτά καύσιμα στις εφοδιαστικές αλυσίδες της καθαρής τεχνολογίας.

Η γεωγραφία της εξάρτησης

Οι επενδύσεις στη μεταποίηση καθαρών ενεργειακών τεχνολογιών έφτασαν τα 235 δισ. δολάρια το 2023. Παρότι σήμερα λειτουργούν αρκετές χιλιάδες παραγωγικές μονάδες σε σχεδόν 60 χώρες, η γεωγραφική διασπορά τους δεν συνεπάγεται και αντίστοιχη διαφοροποίηση της παραγωγής.

Η Κίνα αντιπροσωπεύει πάνω από το 70% της παγκόσμιας αξίας παραγωγής σε έξι βασικές κατηγορίες καθαρών τεχνολογιών: μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα, ηλεκτρολύτες, φωτοβολταϊκά, αντλίες θερμότητας και ανεμογεννήτριες. Μάλιστα, όσο βαθύτερα εξετάζεται η εφοδιαστική αλυσίδα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η συγκέντρωση. Σε ορισμένα κρίσιμα στάδια παραγωγής, όπως οι άνοδοι και οι κάθοδοι μπαταριών, τα wafers και το πολυπυρίτιο, το κινεζικό μερίδιο φτάνει έως και το 97%.

Στην εξάρτηση από συγκεκριμένους παραγωγούς προστίθεται και η ευπάθεια των εμπορικών διαδρομών. Περισσότερο από το ήμισυ του παγκόσμιου εμπορίου καθαρών ενεργειακών τεχνολογιών διέρχεται από τα Στενά της Μαλάκκα, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό σε σύγκριση, για παράδειγμα, με το περίπου 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου ορυκτών καυσίμων που περνά από τα Στενά του Ορμούζ.

Την ίδια στιγμή, η ζήτηση συνεχίζει να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Οι παγκόσμιες πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων ξεπέρασαν τα 17 εκατ. οχήματα το 2024, αυξημένες κατά 25% σε ετήσια βάση, ενώ για το 2025 προβλεπόταν να υπερβούν τα 20 εκατ., αντιπροσωπεύοντας περισσότερο από ένα στα τέσσερα νέα αυτοκίνητα που πωλούνται παγκοσμίως. Στην Κίνα, μάλιστα, περίπου τα δύο τρίτα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων που πωλήθηκαν το 2024 ήταν ήδη φθηνότερα στην αγορά από τα αντίστοιχα συμβατικά μοντέλα.

Ο ευρωπαϊκός στόχος του 40% και τα κενά στα δεδομένα

Η βασική θεσμική απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ο Κανονισμός για τη Βιομηχανία Μηδενικών Εκπομπών (Net-Zero Industry Act – NZIA), ο οποίος υιοθετήθηκε τον Μάιο του 2024 και καλύπτει 19 τεχνολογικές κατηγορίες.

Ο κανονισμός θέτει ως σημείο αναφοράς η ευρωπαϊκή παραγωγική ικανότητα να μπορεί έως το 2030 να καλύπτει τουλάχιστον το 40% των ετήσιων αναγκών ανάπτυξης των σχετικών τεχνολογιών στην ΕΕ. Παράλληλα, ο μηχανισμός της «συνεισφοράς στην ανθεκτικότητα» αποκτά σημασία όταν περισσότερο από το 50% της ευρωπαϊκής προμήθειας ενός προϊόντος ή των κύριων εξαρτημάτων του προέρχεται από μία μόνο τρίτη χώρα.

Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής, ωστόσο, σκοντάφτει σε ένα λιγότερο ορατό αλλά κρίσιμο πρόβλημα: την ποιότητα των διαθέσιμων δεδομένων. Οι υφιστάμενοι τελωνειακοί κωδικοί δεν έχουν σχεδιαστεί ώστε να αποτυπώνουν με ακρίβεια τις σύγχρονες καθαρές τεχνολογίες και τις αλυσίδες αξίας τους.

Χαρακτηριστικό είναι ότι μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε καν ξεχωριστός τελωνειακός κωδικός για τα πτερύγια ανεμογεννητριών, ενώ ο ευρύς κωδικός HS811299 περιλαμβάνει στην ίδια κατηγορία διαφορετικά κρίσιμα υλικά, όπως γερμάνιο, ίνδιο, γάλλιο, νιόβιο και βανάδιο. Για να περιοριστεί το κενό, σε συνεργασία με τη Eurostat και τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης θεσπίστηκαν 12 νέοι, περισσότερο στοχευμένοι κωδικοί.

Αιολικά: Το ευρωπαϊκό προπύργιο

Στην αιολική βιομηχανία η εικόνα είναι αισθητά διαφορετική και η Ευρώπη εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρή βιομηχανική βάση.

Από τις 223 παραγωγικές εγκαταστάσεις που εντοπίστηκαν, το 59% των προμηθευτών βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το 28% στην Ασία, με την Κίνα να αντιστοιχεί στο 12%. Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ελέγχουν το 72% της παραγωγικής δυναμικότητας πτερυγίων, το 85% των nacelles και το 86% των πύργων.

Με βάση τον στόχο του NZIA για κάλυψη του 40% των ετήσιων εγκαταστάσεων και με σημείο αναφοράς τα 42 GW νέας αιολικής ισχύος ετησίως, απαιτούνται περίπου 16,8 GW παραγωγικής ικανότητας ανά βασικό εξάρτημα. Η ΕΕ ήδη υπερκαλύπτει αυτό το επίπεδο σε nacelles, πτερύγια και πύργους.

Η ευρωπαϊκή παρουσία αποτυπώνεται και στις εγκαταστάσεις. Το 2024, το 88% των χερσαίων και το 96% των υπεράκτιων ανεμογεννητριών που εγκαταστάθηκαν προήλθε από ευρωπαίους κατασκευαστές, ενώ το 2022 και το 2023 το αντίστοιχο ποσοστό στα υπεράκτια αιολικά είχε φτάσει το 100%.

Το ευρωπαϊκό πλεονέκτημα, πάντως, δεν βρίσκεται στο κόστος. Τα κινεζικά εξαρτήματα μπορεί να είναι περισσότερο από 30% φθηνότερα. Οι ευρωπαίοι κατασκευαστές στηρίζονται περισσότερο στην ποιότητα, στην εγγύτητα με την αγορά και κυρίως στις μακροχρόνιες εγγυήσεις λειτουργίας και συντήρησης.

Φωτοβολταϊκά: Το παιχνίδι του «whack-a-mole»

Στα φωτοβολταϊκά, αντίθετα, η ευρωπαϊκή εξάρτηση είναι σχεδόν απόλυτη. Η ΕΕ εισάγει από την Κίνα περίπου το 95%-97% των φωτοβολταϊκών προϊόντων της, έπειτα και από την άρση το 2018 των εμπορικών περιορισμών που είχαν επιβληθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Οι ΗΠΑ επέλεξαν την αντίθετη κατεύθυνση, επιβάλλοντας διαδοχικά υψηλούς δασμούς στις κινεζικές εισαγωγές και αργότερα σε προϊόντα από χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ωστόσο, η εμπειρία τους δείχνει πόσο δύσκολο είναι να περιοριστεί μια παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής μόνο μέσω εμπορικών μέτρων.

Σύμφωνα με έρευνα του Τεχνικού Πανεπιστημίου της Δανίας, η παραγωγή μετακινήθηκε αρχικά από την Κίνα στην Ταϊβάν, στη συνέχεια στο Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη και αργότερα σε χώρες όπως η Ινδία, η Ινδονησία και το Λάος. Η γεωγραφία της παραγωγής άλλαξε, όχι όμως απαραίτητα και η ιδιοκτησία της, η οποία σε μεγάλο βαθμό παρέμεινε κινεζική.

Αυτό είναι και το φαινόμενο που περιγράφεται ως «whack-a-mole»: κάθε φορά που μια εμπορική πολιτική περιορίζει μία οδό εισαγωγής, η παραγωγή ή η τελική συναρμολόγηση μεταφέρεται σε μια νέα χώρα.

Οι μεγάλες διαφορές τιμών ενισχύουν αυτή τη δυναμική. Καθώς τα φωτοβολταϊκά πάνελ κοστίζουν στις ΗΠΑ περίπου τρεις φορές περισσότερο, παραγωγικές μονάδες συνολικής ισχύος 8 GW στο Βιετνάμ μπορούν να αποσβέσουν την επένδυσή τους μέσα σε δύο ή τρία χρόνια.

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον IRENA, τα ίδια τα πάνελ αντιστοιχούν μόλις περίπου στο 30% του συνολικού κόστους ενός μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκού έργου, ενώ ο υπόλοιπος εξοπλισμός και οι εργασίες εγκατάστασης αντιπροσωπεύουν περίπου το 65%.

Η απασχόληση στον ευρωπαϊκό ηλιακό κλάδο αυξήθηκε κατά 5% το 2024, στις 885.000 θέσεις εργασίας, γεγονός που καταδεικνύει ότι η οικονομική αξία του κλάδου δεν περιορίζεται στην κατασκευή των ίδιων των πάνελ.

Την ίδια ώρα, η εισαγωγή κινεζικών wafers μπορεί να μειώσει το κόστος του πάνελ κατά 19%-29% και η εισαγωγή κυψελών κατά 31%-47%, ενώ η εφαρμογή πιστοποίησης ESG εκτιμάται ότι αυξάνει το τελικό κόστος μόλις κατά περίπου 1%.

Χρήμα, μπαταρίες και τα «κρυφά» κόστη της μετάβασης

Αντίστοιχες αντιφάσεις εμφανίζονται στην αλυσίδα ηλεκτρικών οχημάτων και μπαταριών. Μελέτη του Bruegel δείχνει ότι η Ευρώπη διαθέτει περίπου διπλάσια δυναμικότητα συναρμολόγησης ηλεκτρικών οχημάτων σε σχέση με την υφιστάμενη ζήτηση, ενώ η ευρωπαϊκή παραγωγική ικανότητα μπαταριών μπορεί να καλύψει περίπου τα δύο τρίτα των αναγκών.

Ωστόσο, περίπου το 80% της λειτουργικής παραγωγικής δυναμικότητας μπαταριών βρίσκεται στα χέρια νοτιοκορεατικών εταιρειών, γεγονός που δείχνει ότι η εγκατάσταση παραγωγής στην Ευρώπη δεν ταυτίζεται αυτομάτως με ευρωπαϊκό έλεγχο της τεχνολογίας ή της αλυσίδας αξίας.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα κίνητρα του αμερικανικού Inflation Reduction Act κινητοποίησαν τεράστιους όγκους επενδυτικών κεφαλαίων. Οι σχετικές αναλύσεις που παρουσιάζονται στην έκθεση δείχνουν, πάντως, ότι οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να εμφανίζουν μεγαλύτερη αποδοτικότητα ανά ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης, παρότι είναι λιγότερο εντυπωσιακές σε απόλυτο μέγεθος.

Τέλος, η έκθεση επισημαίνει ότι η ανθεκτικότητα των ενεργειακών αλυσίδων δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με βάση το αποτύπωμα άνθρακα. Οι ολοκληρωμένες αναλύσεις κύκλου ζωής αποκαλύπτουν περιβαλλοντικά και κοινωνικά κόστη που συχνά παραμένουν εκτός των συμβατικών οικονομικών αποτιμήσεων.

Η ανακύκλωση μπαταριών, για παράδειγμα, μειώνει τις συνολικές κλιματικές επιπτώσεις κατά περίπου 20%, όμως το μεγαλύτερο όφελός της βρίσκεται στην εξοικονόμηση κρίσιμων ορυκτών και στη μείωση της ανάγκης για νέα εξόρυξη. Παράλληλα, το κοινωνικό κόστος του άνθρακα υπολογίζεται περίπου στα 80 δολάρια ανά τόνο, ενώ σε μια διαφορετική αποτίμηση το περιβαλλοντικό εξωτερικό κόστος του πολέμου στην Ουκρανία εκτιμήθηκε στα 28 δισ. δολάρια, έναντι απώλειας ΑΕΠ περίπου 58 δισ. δολαρίων το 2022.

Διαβάστε ακόμη