Έως 43 GW ενισχυμένης γεωθερμικής ισχύος θα μπορούσαν να αναπτυχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση με κόστος χαμηλότερο από 100 ευρώ ανά MWh, ανοίγοντας έναν νέο δρόμο για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια με σταθερή παραγωγή χαμηλών εκπομπών. Η εκτίμηση της Ember αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης ζήτησης ρεύματος, με τα data centers και τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας να αλλάζουν τις ισορροπίες, ενώ η γεωθερμία εξακολουθεί σήμερα να καλύπτει μόλις το 0,2% της ηλεκτροπαραγωγής και το 0,7% της παραγωγής θερμότητας στην ΕΕ. 

Η απόσταση ανάμεσα στη σημερινή πραγματικότητα και στο δυνητικό μέγεθος της αγοράς είναι μεγάλη. Σύμφωνα με την Ember, τα 43 GW που θα μπορούσαν να καταστούν οικονομικά ανταγωνιστικά αντιστοιχούν σε ποσότητα ηλεκτροπαραγωγής ίση περίπου με το 42% της παραγωγής από άνθρακα και φυσικό αέριο στην ΕΕ το 2025. Πρόκειται για μια προοπτική που εξηγεί γιατί η γεωθερμία, για δεκαετίες περιορισμένη σε συγκεκριμένες γεωλογικές ζώνες, αρχίζει να περνά στο επίκεντρο της συζήτησης για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια. 

Η αλλαγή δεν οφείλεται σε κάποια νέα ανακάλυψη για το μέγεθος της θερμότητας που βρίσκεται κάτω από το έδαφος, αλλά στην πρόοδο των τεχνολογιών που επιτρέπουν την πρόσβαση σε αυτή. Μέχρι πρόσφατα, η ηλεκτροπαραγωγή από γεωθερμία ήταν οικονομικά εφικτή κυρίως σε περιοχές όπου θερμά ρευστά ή ατμός βρίσκονταν σχετικά εύκολα προσβάσιμα στον γήινο φλοιό, όπως στην Ισλανδία, στην Ανατολική Αφρική και στις έντονα ηφαιστειακές περιοχές του Ειρηνικού. Πλέον, όμως, τα Enhanced Geothermal Systems (EGS) και τα συστήματα κλειστού κυκλώματος διευρύνουν δραστικά τον γεωγραφικό χάρτη των πιθανών έργων.

Από τις ηφαιστειακές ζώνες στη «γεωθερμία παντού»

Στα συμβατικά γεωθερμικά έργα, γεωτρήσεις φτάνουν σε θερμούς γεωλογικούς σχηματισμούς στον γήινο φλοιό και αξιοποιούν νερό ή ατμό για να μεταφέρουν τη θερμότητα στην επιφάνεια. Η ενέργεια αυτή μπορεί είτε να χρησιμοποιηθεί απευθείας για τηλεθέρμανση, ζεστό νερό και βιομηχανικές διεργασίες είτε να μετατραπεί σε ηλεκτρική ενέργεια. Σε αντίθεση με τον άνεμο και τον ήλιο, η παραγωγή δεν εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, γεγονός που δίνει στη γεωθερμία τη δυνατότητα να λειτουργεί ως σταθερή και ελεγχόμενη πηγή ενέργειας στο σύστημα. 

Τα EGS επιχειρούν να ξεπεράσουν τον βασικό γεωλογικό περιορισμό των συμβατικών μονάδων, επιτρέποντας την αξιοποίηση θερμών πετρωμάτων ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει έτοιμος φυσικός υπόγειος ταμιευτήρας θερμού νερού. Στα συστήματα κλειστού κυκλώματος, από την άλλη πλευρά, ένα ρευστό κυκλοφορεί μέσα σε σφραγισμένο υπόγειο δίκτυο, θερμαίνεται από τα πετρώματα και επιστρέφει στην επιφάνεια, χωρίς να απαιτείται η ίδια αλληλεπίδραση με ένα φυσικό γεωθερμικό κοίτασμα. Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας εκτιμά ότι αυτές οι τεχνολογίες μπορούν σταδιακά να καταστήσουν οικονομικά αξιοποιήσιμη τη γεωθερμία σε πολύ περισσότερες περιοχές του κόσμου. 

Η τεχνολογική πρόοδος συνοδεύεται πλέον και από κεφάλαια. Η χρηματοδότηση της γεωθερμίας νέας γενιάς έφτασε σχεδόν τα 2,2 δισ. δολάρια το 2025, αυξημένη κατά 80% σε ένα έτος και από μόλις 22 εκατ. δολάρια το 2018. Παράλληλα, τα συμβατικά έργα ηλεκτροπαραγωγής προσέλκυσαν περίπου 5 δισ. δολάρια το 2025, ενώ πάνω από 11,5 δισ. δολάρια κατευθύνθηκαν σε έργα γεωθερμικής θέρμανσης. 

Πού βρίσκεται σήμερα η Ευρώπη

Παρά τη νέα δυναμική, ο σημερινός ευρωπαϊκός χάρτης παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωμένος. Με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται στο υπό εξέταση υλικό, η Ισλανδία διαθέτει 839 MW γεωθερμικής ηλεκτρικής ισχύος σε λειτουργία, ενώ η Ιταλία 834 MW. Ακολουθούν σε μεγάλη απόσταση η Ρωσία με 74 MW, η Γερμανία με 44,5 MW και η Κροατία με 36 MW. Οι αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με τη βάση δεδομένων και τη χρονική στιγμή καταγραφής, ωστόσο αποτυπώνουν τη βασική εικόνα: η παραγωγική βάση της Ευρώπης παραμένει περιορισμένη και συγκεντρωμένη σε λίγες αγορές. 

Ενδεικτικό είναι ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει περίπου 1 GW καθαρής γεωθερμικής ηλεκτρικής ισχύος στην ΕΕ το 2022, ενώ στο τέλος του ίδιου έτους λειτουργούσαν 395 γεωθερμικά συστήματα τηλεθέρμανσης. Ακόμη και το 2024, η γεωθερμία αντιστοιχούσε μόλις στο 0,5% της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη από ΑΠΕ στην ΕΕ. 

Η εικόνα του pipeline, ωστόσο, είναι περισσότερο κινητική. Στα στοιχεία του υλικού, η Κροατία εμφανίζεται με 138 MW σχεδιαζόμενης ισχύος, περιλαμβανομένων έργων υπό κατασκευή, σε προπαρασκευαστικό στάδιο ή ανακοινωμένων, ενώ ακολουθούν η Ρωσία με 83 MW και η Ουγγαρία με 50 MW. Εκτός ΕΕ αλλά σε άμεση γειτνίαση με την ευρωπαϊκή αγορά, η Τουρκία αποτελεί ήδη μία από τις ισχυρότερες γεωθερμικές αγορές διεθνώς, με 1.892 MW σε λειτουργία και ακόμη 368 MW δυνητικής νέας ισχύος, σύμφωνα με την ίδια βάση στοιχείων. 

Το μεγαλύτερο μελλοντικό ενδιαφέρον, όμως, δεν περιορίζεται στις παραδοσιακές γεωθερμικές ζώνες. Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ιβηρική Χερσόνησος και Νοτιοανατολική Ευρώπη συγκαταλέγονται στις περιοχές στις οποίες οι προηγμένες τεχνολογίες μπορούν να διευρύνουν σημαντικά την αξιοποιήσιμη βάση πόρων.

Γιατί τα data centers αλλάζουν την εξίσωση

Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Έπειτα από χρόνια στασιμότητας ή υποχώρησης της ευρωπαϊκής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, οι ανάγκες αναμένεται να κινηθούν ξανά ανοδικά, καθώς ο εξηλεκτρισμός επεκτείνεται στη βιομηχανία, στις μεταφορές και στη θέρμανση, την ώρα που η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει τις απαιτήσεις των data centers.

Ακριβώς σε αυτή την αγορά η γεωθερμία εμφανίζει ένα χαρακτηριστικό που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη οικονομική αξία: μπορεί να παρέχει καθαρή ηλεκτρική ενέργεια επί 24ώρου βάσεως. Η IEA επισημαίνει ότι η άνοδος της ζήτησης για σταθερή ισχύ, ιδιαίτερα από τα data centers, βρίσκεται ήδη πίσω από μέρος του νέου επενδυτικού ενδιαφέροντος. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κατανάλωση ηλεκτρισμού των data centers προβλέπεται να αυξηθεί κατά περισσότερο από 300% έως το τέλος της δεκαετίας, δημιουργώντας πελατεία που είναι διατεθειμένη να συνάψει μακροχρόνια συμβόλαια για συνεχή καθαρή παραγωγή. 

Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που διαφοροποιούν τη γεωθερμία από το μεγαλύτερο μέρος των νέων επενδύσεων σε ΑΠΕ. Δεν έρχεται να υποκαταστήσει τα φωτοβολταϊκά ή τα αιολικά, αλλά να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς αυτά, προσφέροντας παραγωγή όταν δεν υπάρχει ήλιος ή άνεμος και περιορίζοντας τις ανάγκες για εφεδρεία από ορυκτά καύσιμα.

Από τη Βαυαρία έως το λίθιο του Άνω Ρήνου

Ήδη στην Ευρώπη βρίσκονται σε εξέλιξη projects που επιχειρούν να μεταφέρουν τις νέες τεχνολογίες από το πιλοτικό στο εμπορικό στάδιο. Στη Βαυαρία, το Eavor-Loop αποτελεί εφαρμογή γεωθερμικού συστήματος κλειστού κυκλώματος, ενώ στην κοιλάδα του Άνω Ρήνου αναπτύσσονται έργα που επιχειρούν να συνδυάσουν την παραγωγή γεωθερμικής ενέργειας με την ανάκτηση λιθίου από γεωθερμικά ρευστά.

Η δεύτερη αυτή διάσταση προσθέτει ένα ακόμη οικονομικό κίνητρο. Η IEA υπολογίζει ότι γεωθερμικά έργα που βρίσκονται υπό ανάπτυξη σε ΕΕ και ΗΠΑ θα μπορούσαν να παράγουν συνολικά έως 47.000 τόνους λιθίου ετησίως μέχρι το 2035, ποσότητα που θα αντιστοιχούσε περίπου στο 5% της παγκόσμιας ζήτησης υπό τις σημερινές πολιτικές. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, το έργο Lionheart της Vulcan Energy συνδυάζει συμβόλαια για θερμότητα και ενέργεια με συμφωνίες διάθεσης λιθίου προς βιομηχανικούς ομίλους. 

Το υλικό αναδεικνύει επίσης τον ρόλο της Turboden, εταιρείας του ομίλου Mitsubishi Heavy Industries, η οποία χρησιμοποιεί τεχνολογία Organic Rankine Cycle για τη μετατροπή θερμότητας σε ηλεκτρική ενέργεια και αναφέρει παρουσία σε 24 γεωθερμικά έργα παγκοσμίως, εκ των οποίων 14 στην Ευρώπη. 

Το ακριβό και ριψοκίνδυνο πρώτο βήμα

Η γεωθερμία, ωστόσο, εξακολουθεί να έχει ένα βασικό μειονέκτημα: μεγάλο μέρος του οικονομικού κινδύνου συγκεντρώνεται πριν ακόμη αποδειχθεί ότι ένα έργο μπορεί να αποδώσει. Η εξερεύνηση και κυρίως οι γεωτρήσεις απαιτούν υψηλά αρχικά κεφάλαια και μπορεί να μην επιβεβαιώσουν τις αρχικές εκτιμήσεις για τον υπόγειο πόρο.

Σύμφωνα με την IEA, οι γεωτρήσεις και τα φρέατα μπορούν να αντιπροσωπεύουν έως και το 80% του συνολικού κόστους ενός γεωθερμικού έργου νέας γενιάς. Το υλικό επισημαίνει παράλληλα ότι σε πρώιμα στάδια ανάπτυξης τα ποσοστά αποτυχίας μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να φτάσουν το 30%. Αυτό εξηγεί γιατί ένα τεχνικά ελκυστικό έργο μπορεί να δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τραπεζική χρηματοδότηση.

Υπάρχουν πάντως ενδείξεις αποκλιμάκωσης του κόστους. Η μεταφορά τεχνογνωσίας και εξοπλισμού από τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει αυξήσει τις ταχύτητες γεώτρησης, ενώ σύμφωνα με την IEA ο συνδυασμός νέων τεχνολογιών διάτρησης, υλικών και δεδομένων σε πραγματικό χρόνο έχει μειώσει το κόστος των φρεάτων έως και κατά 30% σε ορισμένες εφαρμογές. 

Οι Βρυξέλλες ανεβάζουν τη γεωθερμία στην ατζέντα

Σε αυτό το σημείο επιχειρεί να παρέμβει και η ευρωπαϊκή πολιτική. Το Συμβούλιο της ΕΕ έχει ζητήσει ταχύτερη αδειοδότηση, ευκολότερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και μηχανισμούς που θα περιορίζουν τον κίνδυνο της έρευνας και των γεωτρήσεων, καλώντας παράλληλα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προωθήσει ειδικό ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για τη γεωθερμία. 

Το πολιτικό σήμα ενισχύθηκε περαιτέρω μέσα στο 2026. Η πρωτοβουλία AccelerateEU, που παρουσιάστηκε στις 22 Απριλίου, ανέδειξε τη γεωθερμία ως επιλογή για την αντικατάσταση φυσικού αερίου στα δίκτυα θέρμανσης και ψύξης. Στις 17 Ιουλίου 2026, το ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για τον Εξηλεκτρισμό επανέφερε τη γεωθερμία στο προσκήνιο τόσο για αποδοτική ανανεώσιμη ηλεκτροπαραγωγή όσο και για θέρμανση και ψύξη, ενώ την ίδια ημέρα η Επιτροπή δημοσίευσε έκθεση με βέλτιστες πρακτικές για το ρυθμιστικό πλαίσιο, την αδειοδότηση, τα γεωλογικά δεδομένα, τη χρηματοδότηση και τα επιχειρηματικά μοντέλα. 

Παράλληλα, Ιρλανδία, Πολωνία, Κροατία, Γαλλία και Γερμανία έχουν ήδη διαμορφώσει εθνικούς οδικούς χάρτες για τη γεωθερμία, ενώ η τεχνολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των οκτώ στρατηγικών τεχνολογιών του ευρωπαϊκού Net-Zero Industry Act. 

Η πολιτική αυτή στροφή έχει σαφή ενεργειακή διάσταση. Η γεωθερμία αποτελεί εγχώρια πηγή, δεν απαιτεί συνεχή εισαγωγή καυσίμου και μπορεί να παράγει ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Για μια Ευρώπη που προσπαθεί ταυτόχρονα να μειώσει τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, να καλύψει νέα φορτία και να ενσωματώσει όλο και μεγαλύτερο όγκο μεταβλητών ΑΠΕ, αυτά τα χαρακτηριστικά αποκτούν μεγαλύτερη αξία.

Δεν λείπουν, ωστόσο, οι περιβαλλοντικές προκλήσεις. Τα EGS μπορούν υπό συγκεκριμένες γεωλογικές συνθήκες να προκαλέσουν επαγόμενη σεισμικότητα, γεγονός που καθιστά αναγκαία την αυστηρή παρακολούθηση και διαχείριση του κινδύνου. Την ίδια στιγμή, η κοινωνική αποδοχή φαίνεται να ενισχύεται όταν τα έργα συνδέονται με απτά τοπικά οφέλη, όπως χαμηλότερο κόστος ενέργειας, θέσεις εργασίας και επενδύσεις στις τοπικές υποδομές.

Διαβάστε ακόμη