Η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) έχει φέρει τα ηλεκτρικά δίκτυα στα όριά τους. Την ώρα που νέες επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά και αιολικά έργα προχωρούν με ταχύτατους ρυθμούς, η ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς και διανομής δεν ακολουθεί με τον ίδιο βηματισμό. Το αποτέλεσμα είναι η έλλειψη διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου, ένα πρόβλημα που πλέον δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά αποτελεί κοινή πρόκληση για πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1711 τη δυνατότητα χορήγησης ευέλικτων όρων σύνδεσης για έργα ΑΠΕ. Η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία δημιουργεί ένα πλαίσιο που επιτρέπει στους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς και Διανομής να προσφέρουν συνδέσεις ακόμη και σε περιοχές όπου η διαθέσιμη δυναμικότητα του δικτύου είναι περιορισμένη ή και μηδενική.
Στην πράξη, οι νέες συμφωνίες ευέλικτης σύνδεσης προβλέπουν δύο επίπεδα πρόσβασης στο δίκτυο. Για ένα μέρος της εγκατεστημένης ισχύος θα παρέχεται εγγύηση απορρόφησης της παραγόμενης ενέργειας, ενώ για το υπόλοιπο η απορρόφηση θα εξαρτάται από τις πραγματικές ανάγκες του συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι ο Διαχειριστής θα μπορεί να επιβάλλει λειτουργικούς περιορισμούς, όταν το απαιτούν οι συνθήκες του δικτύου. Ωστόσο, εφόσον οι περικοπές ξεπερνούν το εγγυημένο επίπεδο απορρόφησης, θα προβλέπεται αποζημίωση των παραγωγών.
Παράλληλα, βρίσκονται υπό εξέταση διαφορετικά σενάρια εφαρμογής του νέου πλαισίου. Ένα από αυτά είναι η ένταξη όχι μόνο των νέων έργων, αλλά και υφιστάμενων σταθμών ΑΠΕ στις νέες ρυθμίσεις. Την ίδια στιγμή, εκτιμάται ότι δεν θα δημοσιοποιηθεί πίνακας με το διαθέσιμο περιθώριο απορρόφησης ανά περιοχή. Με τα σημερινά δεδομένα, το μόνο βέβαιο είναι ότι η εγγυημένη απορρόφηση θα αφορά μόνο μέρος της συνολικής παραγωγής, ενώ για το υπόλοιπο ο Διαχειριστής θα διατηρεί τη δυνατότητα να επιβάλλει περιορισμούς, ανάλογα με τις ανάγκες του ηλεκτρικού συστήματος.
Καθοριστικό ρόλο στο νέο μοντέλο θα έχει ο ΑΔΜΗΕ, ο οποίος θα εκπονεί εξειδικευμένες μελέτες για κάθε περιοχή, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα έργα που ήδη λειτουργούν όσο και εκείνα που διαθέτουν Οριστική Προσφορά Σύνδεσης. Οι μελέτες αυτές θα επικαιροποιούνται σε τακτική βάση, ώστε να αποτυπώνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια η πραγματική διαθέσιμη χωρητικότητα του δικτύου.
Το νέο πλαίσιο ανοίγει, παράλληλα απαντά με έναν τρόπο στο ζήτημα της υπερδέσμευσης ηλεκτρικού χώρου. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούν να συνδέονται περισσότερα έργα ΑΠΕ από όσα επιτρέπει θεωρητικά η αρχική εκτίμηση της δυναμικότητας του δικτύου, αξιοποιώντας το γεγονός ότι οι σταθμοί δεν λειτουργούν όλοι ταυτόχρονα στη μέγιστη ισχύ τους. Σε κάθε περίπτωση η συζήτηση που αφορά την αποθήκευση ενέργειας και τα υβριδικά συστήματα έχει αποκτήσει μεγάλο ενδιαφέρον και δίπλα σε αυτές τις κατηγορίες θα προστεθεί και εκείνη που αφορά τα έργα με ευέλικτες συμβάσεις.
Στο προσκήνιο ο μηχανισμός αντιστάθμισης των περικοπών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει την ίδια ώρα και ο μηχανισμός που θα αντισταθμίζει τις απώλειες εσόδων των έργων ΑΠΕ από τις περικοπές παραγωγής. Ο μηχανισμός προβλέπει την αποζημίωση σταθμών που υφίστανται σημαντική μείωση της παραγόμενης ενέργειας για λόγους εξισορρόπησης του συστήματος.
Παρότι η επεξεργασία του είχε ξεκινήσει ήδη από το προηγούμενο έτος και οι φορείς της αγοράς είχαν καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις, η παρουσίασή του εξακολουθεί να καθυστερεί σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό.
Αρχικός στόχος ήταν η δίκαιη κατανομή του βάρους των περικοπών μεταξύ των παραγωγών, ώστε να περιοριστούν οι στρεβλώσεις που δημιουργούνται όταν ορισμένοι επενδυτές επωμίζονται δυσανάλογο κόστος. Ωστόσο, με τον ν. 5215/2025 το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετονόμασε τον «Μηχανισμό Αντιστάθμισης Περικοπών» του άρθρου 10Α παρ. 5 του ν. 4951/2022 σε «Μηχανισμό Αναδιανομής των Εσόδων Σταθμών Α.Π.Ε.», χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ενεργοποιηθεί.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται το ενδεχόμενο ο μηχανισμός να μην αποκτήσει αναδρομική ισχύ. Μια τέτοια εξέλιξη προκαλεί προβληματισμό στην αγορά, καθώς σημαντική μερίδα επενδυτών υφίσταται εδώ και περίπου τρία χρόνια αυξημένες περικοπές, επωμιζόμενη ουσιαστικά και τις συνέπειες της καθυστέρησης άλλων παραγωγών να εγκαταστήσουν τον απαραίτητο εξοπλισμό τηλεδιοίκησης.
Παρότι το σχετικό θεσμικό πλαίσιο υπάρχει εδώ και χρόνια, η εφαρμογή του εξακολουθεί να εκκρεμεί. Για τον λόγο αυτό, φορείς της αγοράς ζητούν την άμεση ενεργοποίηση του μηχανισμού, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να αποκατασταθεί η ισότιμη μεταχείριση των παραγωγών και να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια.
Όπως έχει αναφέρει το Energygame, για περισσότερες από 300 ώρες έχουν καταγραφεί φέτος αρνητικές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά, ενώ από τις αρχές του έτους έχουν περικοπεί περισσότερες από 1.600 γιγαβατώρες παραγωγής. Πρόκειται για υπερδιπλάσιες περικοπές σε σύγκριση με δύο χρόνια πριν. Πιο συγκεκριμένα, περικόπηκαν 513 γιγαβατώρες το 2024 και 1.327 γιγαβατώρες το 2025, γεγονός που αναδεικνύει την αυξανόμενη ένταση του φαινομένου.
Διαβάστε ακόμη
