Έντονος προβληματισμός καταγράφεται στην αγορά των αγροτικών φωτοβολταϊκών με τους παραγωγούς να δέχονται σημαντικές οικονομικές πιέσεις την ώρα που καταγράφεται απαισιοδοξία τα έργα που μπορούν να κάνουν αίτηση στην πλατφόρμα του ΔΕΔΔΗΕ για την ανάπτυξη αγροβολταϊκών έργων συνολικής ισχύος 130 MW. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο που τέθηκε σε ισχύ στη χώρα μας στα τέλη του 2025 κάθε περιφερειακή ενότητα θα μπορεί να φιλοξενήσει εγκαταστάσεις έως 10 MW, ενώ η ισχύς κάθε μεμονωμένου συστήματος δεν θα υπερβαίνει τα 200 kW.
Πρόστιμα για το set-point
«Πονοκέφαλο» στους παραγωγούς δημιουργεί μια σειρά από παράγοντες, από την υποχρεωτική εγκατάσταση συστημάτων τηλεδιαχείρισης μέχρι τις περικοπές παραγωγής και τις μηδενικές ή αρνητικές τιμές στο χρηματιστήριο ενέργειας. Το ζήτημα ανέδειξε αρχικά με ανάρτησή του ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αγροτικών Φωτοβολταϊκών (ΠΣΑΦ), επισημαίνοντας ότι ήδη έχουν ξεκινήσει να επιβάλλονται πρόστιμα σε παραγωγούς φωτοβολταϊκών που δεν έχουν εγκαταστήσει τον εξοπλισμό τηλεδιαχείρισης παραγωγής, γνωστό ως set-point. Σύμφωνα με όσα επισημαίνει ο Σύνδεσμος, περίπου 1.200 παραγωγοί φωτοβολταϊκών, κυρίως με εγκαταστάσεις άνω των 400,00kW, έχουν ήδη λάβει ειδοποιήσεις από τον ΔΑΠΕΕΠ για επιβολή προστίμων, επειδή δεν έχουν εγκαταστήσει το σύστημα τηλεδιαχείρισης. Από αυτούς είναι και περίπου 40 αγρότες, εκ των οποίων περίπου 30 είναι και Μέλη του ΠΣΑΦ. Μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια ανάρτηση, τα αγροτικά αυτά έργα δεν ξεπερνούν συνολικά τα 80 σε όλη τη χώρα.
Για όσους παραγωγούς δεν έχουν προχωρήσει στην εγκατάσταση του συστήματος, προβλέπεται πρόστιμο που υπολογίζεται περίπου στο 5% της παραγωγής του φωτοβολταϊκού πάρκου. Το πρόστιμο εφαρμόζεται αναδρομικά από τον Φεβρουάριο του 2025 και συνεχίζει να επιβάλλεται μέχρι τη στιγμή που θα εγκατασταθεί ο εξοπλισμός τηλεδιαχείρισης. Στην πράξη, όπως αναφέρεται, σε αρκετές περιπτώσεις το ποσό μπορεί να φτάνει περίπου τις 2.000 ευρώ για έναν παραγωγό.
Μεγάλα κόστη εγκατάστασης και οι «τρύπες» στα έσοδα
Πέρα από την επιβολή του προστίμου, οι παραγωγοί καλούνται να επωμιστούν και το κόστος εγκατάστασης του συστήματος τηλεδιαχείρισης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο ΠΣΑΦ, το κόστος αυτό κυμαίνεται περίπου από 2.500 έως 5.000 ευρώ ανά φωτοβολταϊκό πάρκο ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει ακόμη και τις 6.000 ευρώ, όταν απαιτούνται πρόσθετες τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις ή αναβαθμίσεις στον εξοπλισμό των inverter.
Ο ΠΣΑΦ παρουσιάζει και ένα θεωρητικό παράδειγμα για το πώς μπορεί να διαμορφωθεί η οικονομική εικόνα ενός φωτοβολταϊκού έργου το 2026: ένα φωτοβολταϊκό πάρκο θα μπορούσε να αποφέρει συνολικά ετήσια έσοδα περίπου 51.000 ευρώ από την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγει. Ωστόσο, από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθούν μια σειρά από σημαντικές δαπάνες.
Πρώτα απ’ όλα, περίπου 6.000 ευρώ απαιτούνται κάθε χρόνο για τη συντήρηση του έργου, την κάλυψη πιθανών βλαβών, την ασφάλιση του εξοπλισμού και άλλα λειτουργικά έξοδα. Παράλληλα, περίπου 38.000 ευρώ κατευθύνονται στην αποπληρωμή του τραπεζικού δανείου που έχει ληφθεί για την κατασκευή της εγκατάστασης. Επιπλέον, ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής ενδέχεται να μην αποζημιωθεί λόγω περικοπών παραγωγής ή μηδενικών και αρνητικών τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η απώλεια αυτή εκτιμάται περίπου στις 15.000 ευρώ. Με βάση τα στοιχεία αυτά, το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα γίνεται αρνητικό, καθώς ο παραγωγός ενδέχεται να χρειαστεί να καλύψει ακόμη και περίπου 8.000 ευρώ από την τσέπη του για να συνεχίσει να λειτουργεί το φωτοβολταϊκό του πάρκο.
Σπανούλης: Ο παραγωγός πληρώνεται μόνο για μέρος της ενέργειας
Αναφερόμενος στο ζήτημα, ο πρόεδρος του ΠΣΑΦ και του ΠΣΑΘ Κώστας Σπανούλης, μιλώντας στο energygame.gr, εξηγεί ότι το πρόβλημα αφορά κυρίως φωτοβολταϊκά έργα που συμμετέχουν στην αγορά μέσω ΦΟΣΕ και είναι ενταγμένα στο χρηματιστήριο ενέργειας.
Όπως επισημαίνει: «Σε αυτές τις περιπτώσεις η ενέργεια που παράγεται δεν απορροφάται πάντα πλήρως από το σύστημα. Έτσι, ο παραγωγός πληρώνεται μόνο για ένα μέρος της παραγωγής του». Ο ίδιος τονίζει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται πλέον σε απλούς περιορισμούς ισχύος, όπως συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια.
«Δεν πρόκειται απλώς για περικοπές ισχύος, όπως γινόταν παλαιότερα. Σε αρκετές περιπτώσεις τα πάρκα ουσιαστικά κλείνουν, είτε κατεβάζοντας διακόπτες είτε λόγω των αρνητικών τιμών στην αγορά, με αποτέλεσμα ο παραγωγός να πληρώνεται μόνο για μέρος της ενέργειας που παράγει», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Το 25% της παραγωγής μένει απλήρωτο
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάζει ο πρόεδρος του ΠΣΑΦ, σήμερα περίπου το 25% της παραγόμενης ενέργειας δεν πληρώνεται.
Μάλιστα, όπως αναφέρει, υπάρχει η ανησυχία ότι το ποσοστό αυτό μπορεί στο μέλλον να αυξηθεί ακόμη περισσότερο έως και το 40%. Μια τέτοια εξέλιξη, όπως υπογραμμίζει, θα δημιουργούσε σοβαρό ζήτημα βιωσιμότητας για πολλές επενδύσεις. «Αυτό σημαίνει ότι πολλά έργα κινδυνεύουν να καταστούν οικονομικά μη βιώσιμα, ενώ υπάρχει και σοβαρός κίνδυνος τα δάνεια που έχουν ληφθεί για την κατασκευή τους να αρχίσουν να “κοκκινίζουν”», προειδοποιεί.
Ο κ. Σπανούλης αποδίδει την εξέλιξη αυτή κυρίως στη μεγάλη αύξηση των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων τα τελευταία χρόνια. Όπως αναφέρει, μέσω διαδικασιών fast-track κατασκευάστηκαν πολλά μεγάλα έργα, τα οποία έχουν ήδη ξεπεράσει τους στόχους που είχαν τεθεί για το 2030 στο ΕΣΕΚ. Η συνολική εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών στη χώρα, όπως σημειώνει, έχει ήδη υπερβεί τον στόχο των 27 γιγαβάτ.
Η εξέλιξη αυτή έχει δημιουργήσει υπερπροσφορά ενέργειας σε ορισμένες ώρες της ημέρας, κυρίως τις μεσημεριανές, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ηλεκτρικό σύστημα δεν μπορεί να απορροφήσει το σύνολο της παραγόμενης ενέργειας.
Οι μικροί αγρότες στο επίκεντρο του προβλήματος
Παρότι η αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος προέρχεται κυρίως από μεγάλα επενδυτικά έργα, ο πρόεδρος του ΠΣΑΦ επισημαίνει ότι η πίεση μεταφέρεται κυρίως στα μικρότερα φωτοβολταϊκά. Όπως τονίζει: «Το πρόβλημα είναι ότι τα μεγάλα έργα που κατασκευάστηκαν αργότερα πιέζουν κυρίως τα μικρότερα έργα, όπως αυτά των αγροτών και των μικρών επενδυτών έως 500 κιλοβάτ». Σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, τα έργα αγροτών αυτής της κατηγορίας υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνούν τα 370 σε όλη τη χώρα. Παρά το μικρό τους αριθμό σε σχέση με το σύνολο της εγκατεστημένης ισχύος, είναι αυτά που φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τις στρεβλώσεις που έχουν δημιουργηθεί στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Απαισιοδοξία κυριαρχεί στην αγορά και για το πρόγραμμα των αγροβολταϊκών του ΥΠΕΝ με εκπροσώπους των παραγωγών και φορείς της αγοράς να υποστηρίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε το πλαίσιο δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στην υλοποίησή του, με αποτέλεσμα να τίθεται υπό αμφισβήτηση η πραγματική δυνατότητα ανάπτυξης τέτοιων έργων.
Όπως επισημαίνει ο κ. Σπανούλης το πρόγραμμα βασίστηκε σε πρόταση που είχε καταθέσει ο ίδιος ο Σύνδεσμος ήδη από το 2018. Η πρόταση αυτή, όπως αναφέρει, συνοδευόταν από αναλυτική μελέτη 135 σελίδων που εκπονήθηκε σε συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς και επανακατατέθηκε τα επόμενα χρόνια. Σύμγφωνα με τον ίδιο, το Υπουργείο αποδέχθηκε το μεγαλύτερο μέρος της πρότασης. «Περίπου το 95% της μελέτης έγινε αποδεκτό», αναφέρει χαρακτηριστικά. «Ωστόσο το κρίσιμο 5% που αφαιρέθηκε περιλαμβάνει τα τρία βασικά στοιχεία που θα καθιστούσαν τα αγροφωτοβολταϊκά βιώσιμα». Κατά τον ίδιο, χωρίς αυτές τις προβλέψεις το πλαίσιο καθίσταται δύσκολα εφαρμόσιμο για τους αγρότες.
Διαβάστε ακόμη:
