Ο άνεμος έδωσε και πάλι τον τόνο στο εγχώριο ενεργειακό σύστημα, επιβεβαιώνοντας ότι οι ανανεώσιμες πηγές δεν αποτελούν απλώς ένα συμπληρωματικό καύσιμο της μετάβασης, αλλά έναν καθοριστικό παράγοντα σταθερότητας και κόστους. Τον Ιανουάριο του 2026, η ηλεκτροπαραγωγή από αιολικά στην υψηλή τάση ανήλθε στις 1.575 GWh, επίδοση που συνιστά το υψηλότερο μηνιαίο επίπεδο της τελευταίας διετίας και επαναφέρει στο προσκήνιο τη δυναμική του κλάδου σε μια περίοδο έντονης μεταβλητότητας των διεθνών αγορών ενέργειας, σύμφωνα με στοιχεία του Green Tank.
Για λόγους σύγκρισης, ο Δεκέμβριος 2024 είχε κινηθεί στις 1.109 GWh και ο Νοέμβριος 2025 στις 1.087 GWh, ενώ ακόμη και σε μήνες με υψηλή δραστηριότητα, όπως ο Αύγουστος 2025 (1.101 GWh), η παραγωγή παρέμενε σημαντικά χαμηλότερη από το νέο ρεκόρ.
Το εύρος των διακυμάνσεων είναι χαρακτηριστικό της εποχικότητας. Σε ασθενέστερους μήνες, όπως ο Σεπτέμβριος 2024 με 526 GWh ή ο Μάιος 2024 με 670 GWh, η παραγωγή υποχωρεί σημαντικά, γεγονός που αναδεικνύει πόσο καθοριστικοί είναι οι χειμερινοί άνεμοι για την τροφοδοσία του συστήματος. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα επίπεδα και το νέο υψηλό του Ιανουαρίου δείχνει ότι η αυξανόμενη εγκατεστημένη ισχύς και οι ευνοϊκές συνθήκες μπορούν να μεταβάλουν αισθητά την εικόνα του ενεργειακού ισοζυγίου.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ημερήσια εικόνα του Ιανουαρίου. Στις αρχές του μήνα, μεταξύ 2 και 5 Ιανουαρίου, η παραγωγή από αιολικά κινήθηκε σε επίπεδα άνω των 80.000 MWh ημερησίως, με τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά να διατηρούνται κοντά ή και κάτω από τα 90 €/MWh. Αντίθετα, στο «βαρομετρικό χαμηλό» της 23ης και 24ης Ιανουαρίου, όταν η αιολική παραγωγή υποχώρησε ακόμη και κοντά στις 5.000–10.000 MWh ημερησίως, οι τιμές εκτινάχθηκαν προς τα 160–170 €/MWh. Η αντίστροφη αυτή πορεία επιβεβαιώνει ότι η αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ λειτουργεί ως άμεσος μηχανισμός αποκλιμάκωσης του κόστους.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: τα αιολικά δεν αποτελούν πλέον απλώς ένα «πράσινο» συμπλήρωμα του ενεργειακού μείγματος, αλλά έναν βασικό παράγοντα που επηρεάζει άμεσα τις τιμές και τη λειτουργία της αγοράς. Όσο αυξάνεται η διείσδυσή τους και ενισχύονται οι υποδομές δικτύων, διασυνδέσεων και αποθήκευσης, τόσο πιο σταθερά θα μεταφέρεται το όφελος της υψηλής παραγωγής στην πραγματική οικονομία. Όταν φυσά δυνατά, το σύστημα παράγει περισσότερο, οι τιμές πιέζονται προς τα κάτω και η ενεργειακή μετάβαση γίνεται πιο απτή.
Διαβάστε ακόμη
