Σε κρίσιμο τεστ για την ηλεκτροπαραγωγή, τα δίκτυα και την ανθεκτικότητα των υποδομών μετατρέπεται η παγκόσμια έκρηξη των data centers, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη δεν δημιουργεί απλώς έναν νέο μεγάλο καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αρχίζει να επηρεάζει το πού και με ποια τεχνολογία κατευθύνονται οι ενεργειακές επενδύσεις. Αυτή είναι η βασική μετατόπιση που αναδεικνύει η νέα έκθεση της Allianz Commercial, φωτίζοντας παράλληλα μια σειρά από κινδύνους που αποκτούν ήδη ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, την ώρα που η χώρα επιχειρεί να διαμορφώσει κανόνες για ένα πρωτοφανές κύμα επενδυτικού ενδιαφέροντος.

Οι ετήσιες επενδύσεις στα data centers αναμένεται να υπερδιπλασιαστούν μέσα σε μόλις τρία χρόνια, από περίπου 500 δισ. δολάρια το 2024 σε περισσότερα από 1 τρισ. δολάρια το 2027. Η επενδυτική έκρηξη, όμως, δεν σταματά στις σειρές των διακομιστών. Κάθε νέα εγκατάσταση χρειάζεται γύρω της ένα ολόκληρο οικοσύστημα: επαρκή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ισχυρά δίκτυα, προηγμένα συστήματα ψύξης, μπαταρίες, ημιαγωγούς και τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις υψηλής χωρητικότητας. Ως εκ τούτου, τα data centers παύουν να αντιμετωπίζονται ως ακόμη μία ειδική κατηγορία επαγγελματικού ακινήτου και αποκτούν πλέον τα χαρακτηριστικά κρίσιμης υποδομής. Η αδιάλειπτη λειτουργία τους εξαρτάται από μια σύνθετη ενεργειακή και τεχνολογική αλυσίδα, στην οποία η αστοχία ακόμη και ενός κρίκου μπορεί να θέσει εκτός λειτουργίας ολόκληρη την εγκατάσταση.

ΗΠΑ και Κίνα αναμένεται να συγκεντρώσουν περίπου το 62% της νέας παγκόσμιας δυναμικότητας των data centers έως το 2030, διατηρώντας τον πρώτο λόγο στη νέα αγορά της τεχνητής νοημοσύνης. Η επενδυτική γεωγραφία, ωστόσο, αρχίζει να ανοίγει. Στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, εξαιρουμένης της Κίνας, η εγκατεστημένη ισχύς προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 9 GW σήμερα σε περισσότερα από 28 GW έως το τέλος της δεκαετίας, με τη Μαλαισία να καταγράφει σχεδόν δεκαπλάσια ανάπτυξη. Στην Ευρώπη, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία παραμένουν οι ισχυρότεροι κόμβοι, όμως η Ισπανία, η Φινλανδία και η Δανία αναμένεται να κινηθούν ταχύτερα. Ο λόγος είναι ότι οι επενδύσεις δεν ακολουθούν πλέον μόνο τη ζήτηση για ψηφιακές υπηρεσίες ή τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων· ακολουθούν το διαθέσιμο μεγαβάτ, τον χρόνο σύνδεσης με το δίκτυο και την ταχύτητα της αδειοδότησης. Η εικόνα, πάντως, συνοδεύεται από σημαντική αβεβαιότητα, καθώς μεγάλο μέρος της δυναμικότητας που έχει ανακοινωθεί διεθνώς δεν έχει ακόμη λάβει τελική επενδυτική απόφαση ούτε έχει εξασφαλίσει σύνδεση στο δίκτυο και μακροχρόνια σύμβαση ηλεκτροδότησης, μια εκκρεμότητα που βρίσκει σαφή αντιστοιχία και στην ελληνική «ουρά» αιτημάτων.

Πώς μπαίνει στην εξίσωση η Ελλάδα

Τα αιτήματα σύνδεσης data centers που έχουν υποβληθεί στον ΑΔΜΗΕ προσεγγίζουν πλέον συνολική ισχύ 5 GW, από περίπου 1,2 GW στα τέλη του 2025. Η απότομη αύξηση του ενδιαφέροντος έχει κινητοποιήσει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο επεξεργάζεται νέο πλαίσιο για να διαχωρίσει τα ώριμα επενδυτικά σχέδια από αιτήματα περισσότερο διερευνητικού ή ευκαιριακού χαρακτήρα.

Στο τραπέζι βρίσκονται υψηλότερες εγγυητικές επιστολές, περιοδικό τέλος για τη διατήρηση των αιτημάτων και αυστηρότερα στοιχεία επενδυτικής ωριμότητας, όπως τίτλος ιδιοκτησίας της έκτασης ή εγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι. Εξετάζεται επίσης η ύπαρξη παραγωγικού δυναμικού «πίσω από τον μετρητή» και η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών ευελιξίας στο σύστημα ως πιθανά κριτήρια προτεραιότητας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο έρχεται και κουμπώνει η προειδοποίηση της Allianz. Η ύπαρξη παραγωγής «πίσω από τον μετρητή» δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει ένα data center ενεργειακά βιώσιμο ή φιλικό προς το ηλεκτρικό σύστημα. Καθοριστικό ρόλο έχει η τεχνολογία που θα χρησιμοποιείται και, κυρίως, ο τρόπος λειτουργίας της. Ένα σχήμα που συνδυάζει ΑΠΕ, αποθήκευση και μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας καθαρής ενέργειας έχει εντελώς διαφορετικό αποτύπωμα από μια εγκατάσταση που καλύπτει σταθερά μεγάλο μέρος των αναγκών της με επιτόπια μονάδα φυσικού αερίου.

Το νέο πλαίσιο καλείται, επομένως, να διαχωρίσει την πραγματική εφεδρεία, η οποία ενεργοποιείται μόνο σε έκτακτες συνθήκες, από τη συμβατική παραγωγή που λειτουργεί συστηματικά ως βασική πηγή τροφοδοσίας. Διότι ένα έργο μπορεί πράγματι να περιορίζει το φορτίο που αντλεί από το δίκτυο, αλλά ταυτόχρονα να αυξάνει τις εκπομπές του. Η αποσυμφόρηση του ηλεκτρικού συστήματος και η απανθρακοποίηση δεν είναι αυτομάτως το ίδιο πράγμα και θα χρειαστούν σαφή, μετρήσιμα κριτήρια ώστε να υπηρετούνται και οι δύο στόχοι. Το ελληνικό πλαίσιο θα πρέπει, επομένως, να απαντήσει όχι μόνο ποιος δικαιούται ηλεκτρικό χώρο, αλλά και ποια μορφή ενεργειακής υποδομής επιθυμεί να εντάξει η χώρα στο σύστημά της. 

Στην Ελλάδα, οι διεθνείς αυτές προκλήσεις αποκτούν ήδη ρυθμιστική διάσταση, καθώς το ΥΠΕΝ επεξεργάζεται νέους κανόνες για την πρόσβαση των data centers στα ηλεκτρικά δίκτυα. Μεταξύ των επιλογών που φέρονται να εξετάζονται είναι η ενίσχυση των οικονομικών εγγυήσεων και η επιβολή τέλους για τη διατήρηση των αιτημάτων σύνδεσης, ώστε να παραμένουν στην «ουρά» έργα με πραγματική δυνατότητα υλοποίησης. Παράλληλα, εξετάζεται να ζητούνται σαφέστερες αποδείξεις επενδυτικής ωριμότητας, όπως η εξασφάλιση της έκτασης ή η πρόοδος της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Στην αξιολόγηση ενδέχεται να λαμβάνονται υπόψη και ενεργειακά κριτήρια, με έμφαση στην παραγωγή «πίσω από τον μετρητή» και στη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών ευελιξίας. Στόχος είναι να ξεχωρίζουν τα χρηματοδοτικά και αδειοδοτικά ώριμα σχέδια από αιτήματα που δεσμεύουν ηλεκτρικό χώρο χωρίς σαφή πορεία υλοποίησης.

Το εργαστήριο της Δυτικής Μακεδονίας

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Δυτική Μακεδονία. Η ΔΕΗ σχεδιάζει στον Άγιο Δημήτριο data center αρχικής ισχύος 300 MW, με δυνατότητα επέκτασης έως το 1 GW, εφόσον εξασφαλιστεί συμφωνία με διεθνή hyperscaler. Η τροφοδοσία του προβλέπεται να γίνεται «πίσω από τον μετρητή», ώστε, σύμφωνα με την εταιρεία, να μην επιβαρύνει αντίστοιχα το εθνικό σύστημα.

Γύρω από το έργο αναπτύσσεται ένα σύνθετο ενεργειακό οικοσύστημα που περιλαμβάνει φωτοβολταϊκά, μπαταρίες, αντλησιοταμίευση και φυσικό αέριο. Στον ίδιο περιφερειακό σχεδιασμό εντάσσεται και η μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα αερίου. Η ΔΕΗ έχει παρουσιάσει τον συνδυασμό ΑΠΕ, αποθήκευσης και ευέλικτης παραγωγής ως βάση για την αξιόπιστη τροφοδοσία των νέων τεχνολογικών υποδομών.

Το σχέδιο αποτυπώνει τόσο την ευκαιρία όσο και το δίλημμα που περιγράφει η Allianz. Από τη μία πλευρά, ένα μεγάλο data center μπορεί να λειτουργήσει ως σταθερός πελάτης που θα στηρίξει οικονομικά νέες ΑΠΕ, μπαταρίες και έργα αντλησιοταμίευσης στις πρώην λιγνιτικές περιοχές. Από την άλλη, η ανάγκη για αδιάλειπτη τροφοδοσία μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο του φυσικού αερίου στο ίδιο ενεργειακό σύμπλεγμα.

Από τη ζήτηση ρεύματος στις νέες μονάδες παραγωγής

Η Allianz κρούει ένα ακόμα καμπανάκι λέγοντας πως το βασικό «στενό σημείο» για την ανάπτυξη των data centers δεν βρίσκεται πλέον τόσο στην εξασφάλιση κεφαλαίων όσο στις ίδιες τις υποδομές. Για εγκαταστάσεις που έχουν σχεδόν μηδενική ανοχή στις διακοπές, η πρόσβαση σε επαρκή ηλεκτρική ισχύ, η αξιοπιστία της τροφοδοσίας, η διαθέσιμη εφεδρεία και η έγκαιρη σύνδεση στο δίκτυο αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις. Όταν, όμως, το δίκτυο είναι κορεσμένο ή τα έργα σύνδεσης καθυστερούν, οι επενδυτές στρέφονται ολοένα συχνότερα σε μονάδες παραγωγής «πίσω από τον μετρητή», επιχειρώντας να εξασφαλίσουν οι ίδιοι μέρος των ενεργειακών τους αναγκών και να επιταχύνουν τη λειτουργία των εγκαταστάσεων.

Η τάση αυτή κινητοποιεί επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση και δίκτυα, δημιουργεί όμως ταυτόχρονα έναν νέο κύκλο ενδιαφέροντος για το φυσικό αέριο. Σύμφωνα με τη ανάλυση της Allianz , μόνο στις ΗΠΑ τελικές επενδυτικές αποφάσεις για αεριοστρόβιλους ύψους περίπου 24 δισ. δολαρίων μέσα σε πέντε τρίμηνα συνδέθηκαν άμεσα με τη ζήτηση των data centers. Η επιτόπια παραγωγή προτιμάται ολοένα περισσότερο από μεγάλες εγκαταστάσεις που χρειάζονται υψηλή αξιοπιστία και γρήγορη ανάπτυξη.

Ως εκ τούτου, η AI μπορεί να επιταχύνει τις επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, αλλά, εάν τα δίκτυα, οι ΑΠΕ και η αποθήκευση δεν αναπτυχθούν αρκετά γρήγορα, μπορεί παράλληλα να οδηγήσει σε νέο «κλείδωμα» μονάδων φυσικού αερίου.  Η επίδραση του ενεργειακού μείγματος είναι εντυπωσιακή. Η ίδια υπολογιστική εργασία μπορεί να προκαλεί έως και 24 φορές περισσότερες εκπομπές ανάλογα με τη χώρα και το ηλεκτρικό σύστημα στο οποίο εκτελείται. Για το 2030, η Allianz υπολογίζει ότι οι παγκόσμιες εκπομπές των data centers μπορούν να κυμανθούν από περίπου 329 έως 643 εκατ. τόνους CO₂, παρότι η προβλεπόμενη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει ίδια στα διαφορετικά σενάρια. Η απόσταση μεταξύ των δύο άκρων εξαρτάται κυρίως από την ταχύτητα απανθρακοποίησης των ηλεκτρικών συστημάτων.

Το νερό γίνεται κριτήριο χωροθέτησης

Στα κρίσιμα ζητήματα προστίθεται και το νερό. Η Allianz υπολογίζει ότι τα data centers κατανάλωσαν περίπου 814 δισ. λίτρα το 2025, ενώ έως το 2030 οι ανάγκες τους μπορεί να φτάσουν τα 1,3 έως 1,8 τρισ. λίτρα. Περίπου το 70% του συνολικού υδατικού αποτυπώματος δεν αφορά την επιτόπια ψύξη, αλλά το νερό που απαιτείται για την παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει έντονη εποχική λειψυδρία, κυρίως την άνοιξη και το καλοκαίρι, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΔΕΗ αναφέρει την επάρκεια υδατικών πόρων στα πλεονεκτήματα της Δυτικής Μακεδονίας για το μεγάλο campus. Η επιλογή τοποθεσίας δεν θα εξαρτάται πλέον μόνο από τις διαθέσιμες εκτάσεις και τον ηλεκτρικό χώρο, αλλά και από την πρόσβαση σε νερό, την τεχνολογία ψύξης και την έκθεση σε παρατεταμένους καύσωνες.

Η Allianz επισημαίνει ότι το 79% της παγκόσμιας δυναμικότητας των data centers βρίσκεται ήδη σε περιοχές αυξημένου κινδύνου φυσικών καταστροφών και το 54% σε περιοχές που αντιμετωπίζουν παρατεταμένες συνθήκες ζέστης και ξηρασίας. Οι πυρκαγιές προκαλούν περισσότερο από το 50% της συνολικής αξίας των ασφαλισμένων ζημιών, ενώ οι ζημιές από νερό αποτελούν τη συχνότερη αιτία απαιτήσεων. Το μεγαλύτερο κόστος, πάντως, προκαλεί η διακοπή λειτουργίας, καθώς ακόμη και ένα περιορισμένο τεχνικό συμβάν μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα πολλούς πελάτες και κρίσιμες ψηφιακές υπηρεσίες.

Η ασφάλιση γίνεται προϋπόθεση χρηματοδότησης

Η ενεργειακή και λειτουργική πολυπλοκότητα των data centers μεταφέρεται ευθέως και στο ασφαλιστικό τους προφίλ. Όσο οι εγκαταστάσεις μεγαλώνουν και συγκεντρώνουν στον ίδιο χώρο εξοπλισμό πολύ υψηλής αξίας, πολλαπλούς μισθωτές και κρίσιμες υποδομές ηλεκτροδότησης, ψύξης και τηλεπικοινωνιών, η ασφάλιση δεν αφορά πλέον μόνο το κτίριο. Επεκτείνεται στην κατασκευή, στις τεχνικές εργασίες, στον εξοπλισμό, στη διακοπή λειτουργίας, στους κυβερνοκινδύνους και στην αστική ευθύνη. Μάλιστα, σύμφωνα με την Allianz, η ολοκληρωμένη ασφαλιστική κάλυψη αποτελεί ήδη απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση πολλών μεγάλων έργων τεχνητής νοημοσύνης. Η παγκόσμια αγορά ασφάλισης data centers προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 11 δισ. δολάρια σήμερα σε περισσότερα από 24 δισ. δολάρια το 2030. Η κάλυψη διευρύνεται πέρα από το κτίριο και περιλαμβάνει την κατασκευή, τις τεχνικές εργασίες, τον εξοπλισμό, τη διακοπή λειτουργίας, τους κυβερνοκινδύνους και την αστική ευθύνη. Η ηλεκτρική ανθεκτικότητα βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της αξιολόγησης, καθώς το 45% των διακοπών λειτουργίας προέρχεται από βλάβες που σχετίζονται με την τροφοδοσία.

Τα στοιχεία ζημιών της Allianz δίνουν πιο καθαρή εικόνα του πραγματικού κινδύνου. Σε δείγμα 221 απαιτήσεων συνολικής αξίας περίπου 677 εκατ. ευρώ, οι πυρκαγιές αντιστοιχούν στο 59% της αξίας των ζημιών, ενώ οι ζημιές από νερό είναι η συχνότερη αιτία, με μερίδιο 21% στον αριθμό των απαιτήσεων. Η Ευρώπη συγκεντρώνει το 53% των περιστατικών και το 38% της αξίας τους, στοιχείο που δείχνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις αγορές των ΗΠΑ και της Ασίας.

Οι πραγματικές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Πυρκαγιά από θερμές εργασίες σε εγκατάσταση hyperscale προκάλεσε ζημιά 50 έως 100 εκατ. δολαρίων, ενώ διαταραχή στην ηλεκτροδότηση κατά τις δοκιμές καθυστέρησε άλλο έργο και οδήγησε σε απαίτηση 25 έως 50 εκατ. ευρώ. Σε τρίτο περιστατικό, χαλάζι και ισχυροί άνεμοι κατέστρεψαν 60 εξωτερικά συστήματα ψύξης, με ζημιά 50 έως 100 εκατ. δολαρίων. Ιδιαίτερα ευαίσθητη είναι η περίοδος δοκιμών και θέσης σε λειτουργία, όταν προσωρινές διατάξεις ηλεκτροδότησης και πιεστικά χρονοδιαγράμματα αποκαλύπτουν λανθάνουσες αστοχίες. Καθώς δεν υπάρχει ακόμη επαρκές ιστορικό για τη νέα γενιά εγκαταστάσεων AI, οι ασφαλιστές εξετάζουν από νωρίς τη συγκέντρωση αξίας, την τοποθεσία, τις εφεδρείες, την ψύξη, τις μπαταρίες και το σχέδιο επιχειρησιακής συνέχειας.

Τέλος, η κλιματική έκθεση έχει ήδη μετρήσιμο οικονομικό κόστος. Περίπου το 79% της παγκόσμιας δυναμικότητας βρίσκεται σε περιοχές αυξημένου κινδύνου φυσικών καταστροφών και το 54% σε περιοχές με χρόνιο κίνδυνο καύσωνα και ξηρασίας. Οι κλιματικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν, πριν από μέτρα προσαρμογής, να μειώσουν κατά 388 δισ. δολάρια την προεξοφλημένη αξία της παγκόσμιας εγκατεστημένης βάσης, ποσό ίσο με το 38% της αξίας των περιουσιακών στοιχείων.

Η διακοπή λειτουργίας αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τρίτο των μοντελοποιημένων απωλειών και πάνω από το 90% αυτής της ζημιάς προέρχεται από διαταραχές ανάντη στην εφοδιαστική αλυσίδα, όχι από άμεση φυσική καταστροφή στο data center. Ένας μετασχηματιστής που δεν αντικαθίσταται εγκαίρως μπορεί να αποδειχθεί ακριβότερος από τη ζημιά στο ίδιο το κτίριο.

Διαβάστε ακόμη