Το ζήτημα της κατανομής του κόστους για την επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων και την εξασφάλιση αξιόπιστης παραγωγής, εν μέσω της ραγδαίας αύξησης της ζήτησης από τα data centers, επαναφέρει στο προσκήνιο η γερμανική RWE, όπως μεταδίδει το Bloomberg.
Η Ευρώπη οφείλει να αναβαθμίσει άμεσα τις υποδομές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να επιτύχει την απανθρακοποίηση και να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη κατανάλωση. Η πρόκληση έγκειται στη χρηματοδότηση των εν λόγω επενδύσεων χωρίς τη μετακύλιση του κόστους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δεδομένου ότι οι ενεργοβόρες τεχνολογικές υποδομές μεγεθύνουν την ανάγκη για νέα δίκτυα.
Σε συνέντευξή του στο Bloomberg την Τετάρτη, ο διευθύνων σύμβουλος της RWE, Μάρκους Κρέμπερ, επισήμανε ότι η υψηλότερη ζήτηση επιβάλλει την επέκταση του δικτύου και την εξασφάλιση σταθερής ισχύος. «Αυτή τη στιγμή, το κόστος δεν καταβάλλεται από εκείνους που προκαλούν το πρόβλημα», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Κρέμπερ τόνισε ότι απαιτείται επαναξιολόγηση του ποιος θα επωμιστεί τη δαπάνη για την αναβάθμιση του δικτύου, αντί η συγκεκριμένη επιβάρυνση να κατανέμεται οριζόντια στο σύνολο των καταναλωτών. Το ζήτημα αποκτά κατεπείγουσα διάσταση, καθώς η Ευρώπη επιδιώκει να προσελκύσει επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, δαπανώντας ταυτόχρονα τεράστια κεφάλαια για τον μετασχηματισμό του ηλεκτρικού της συστήματος.
Οι χρεώσεις χρήσης δικτύου, οι οποίες ενσωματώνονται στους λογαριασμούς των καταναλωτών, χρηματοδοτούν σήμερα την κατασκευή και συντήρηση των φυσικών υποδομών, την αναβάθμιση για τη σύνδεση μονάδων ΑΠΕ, καθώς και τα ρυθμιστικά κόστη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ανάπτυξη κέντρων δεδομένων βρίσκεται σε πιο προχωρημένο στάδιο, προσφέρουν μια πρόγευση των εντάσεων που ενδέχεται να ανακύψουν. Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης Moody’s, η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ απαιτεί νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής ύψους 110 δισ. δολαρίων. Ήδη καταγράφονται αντιδράσεις, εν μέσω ανησυχιών ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις επιδοτούν τις υποδομές της τεχνολογίας μέσω των υψηλότερων λογαριασμών ρεύματος.
Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος επιπτώσεων στις τιμές χονδρικής. Τα κέντρα δεδομένων είναι διατεθειμένα να πληρώσουν υψηλότερα τιμήματα για την ενέργεια, εξέλιξη που θα μπορούσε να ασκήσει ασφυκτικές πιέσεις στους καταναλωτές και στην ενεργοβόρο βιομηχανία, οι οποίοι ανταγωνίζονται για την ίδια προσφορά.
Ενδεικτική είναι η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ της Google (Alphabet) και της σκανδιναβικής εταιρείας κοινής ωφέλειας Fortum Oyj. Όπως αναφέρει η εταιρεία ερευνών Inderes, η Google εκτιμάται ότι θα καταβάλλει 80 ευρώ ανά MWh, τίμημα αυξημένο κατά 57% σε σχέση με τα προθεσμιακά συμβόλαια ρεύματος του 2030, τα οποία διαπραγματεύονται στα 51 ευρώ ανά MWh.
Αν και η Ευρώπη δεν έχει βιώσει ακόμη τις ίδιες αναταράξεις στις τιμές του ρεύματος με τις ΗΠΑ, η RWE επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει τη νέα τάση. Πέρυσι, ο όμιλος προχώρησε στην πώληση έκτασης πρώην λιγνιτικού σταθμού στο Ηνωμένο Βασίλειο στην Amazon και έχει ήδη εντοπίσει περισσότερες από 10 τοποθεσίες σε ολόκληρη την Ευρώπη που μπορούν να αναπτυχθούν και να πωληθούν.
