Η υπόσχεση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες θα χρηματοδοτήσουν τις ενεργειακές υποδομές που απαιτούνται για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης προκαλεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ, με επικριτές να αμφισβητούν κατά πόσο το σχέδιο μπορεί πράγματι να προστατεύσει τους καταναλωτές από την άνοδο του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την Πέμπτη μια μη δεσμευτική συμφωνία μεταξύ εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας και διαχειριστών data centers, σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις θα αναλάβουν τη χρηματοδότηση ή την κατασκευή των ενεργειακών υποδομών που απαιτούνται για να καλυφθούν οι τεράστιες ανάγκες των κέντρων δεδομένων που τροφοδοτούν την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.

«Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες έχουν δεσμευτεί να χρηματοδοτήσουν ή να κατασκευάσουν όλες τις ενεργειακές υποδομές που απαιτούνται για τη ζήτηση που δημιουργούν στο δίκτυο», δήλωσε ο Τραμπ σε εκδήλωση της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA), παρουσία Ρεπουμπλικανών κυβερνητών, στελεχών του ενεργειακού κλάδου και εκπροσώπων εταιρειών data centers.

Ωστόσο, οργανώσεις καταναλωτών και επικριτές της κυβέρνησης χαρακτηρίζουν τη συμφωνία ανεπαρκή, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται περισσότερο για πολιτική δέσμευση χωρίς ουσιαστικούς μηχανισμούς επιβολής.

Η ενεργειακή «δίψα» της τεχνητής νοημοσύνης

Η ταχεία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης έχει οδηγήσει σε εκρηκτική αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers, τα οποία χρειάζονται τεράστιες ποσότητες ρεύματος για τη λειτουργία των υπολογιστικών συστημάτων και των υποδομών ψύξης.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει θέσει την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης στο επίκεντρο της οικονομικής της στρατηγικής, με στόχο οι Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρήσουν το προβάδισμα έναντι της Κίνας στον συγκεκριμένο τεχνολογικό ανταγωνισμό.

Όμως, η αύξηση της κατανάλωσης από τα data centers έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το αμερικανικό ηλεκτρικό δίκτυο αντιμετωπίζει ήδη σημαντικές πιέσεις, λόγω της γήρανσης των υποδομών, της απόσυρσης παλαιών μονάδων παραγωγής και των περιορισμών στην κατασκευή νέων γραμμών μεταφοράς.

Παράλληλα, η έλλειψη εργατικού δυναμικού στον ενεργειακό τομέα δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την ταχεία επέκταση της παραγωγικής ικανότητας.

Οι καταναλωτές φοβούνται νέες αυξήσεις

Η ενεργειακή πίεση έχει ήδη μετατραπεί σε πολιτικό ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, καθώς οι αυξανόμενοι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος προκαλούν δυσαρέσκεια σε πολλά νοικοκυριά.

Η αμερικανική Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών (EIA) προβλέπει ότι οι μέσες ετήσιες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά αναμένεται να αυξηθούν κατά 5,1% το 2026 και κατά 2,4% το 2027, πριν υπολογιστεί ο πληθωρισμός.

Σε αρκετές πολιτείες, οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν στην κατασκευή νέων data centers, τα οποία θεωρούν ότι επιβαρύνουν το περιβάλλον, αυξάνουν τον θόρυβο και συμβάλλουν στην άνοδο των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο Τραμπ, πάντως, υποστήριξε ότι πολλές κοινότητες επιθυμούν την εγκατάσταση τέτοιων υποδομών, χαρακτηρίζοντας «έξυπνες» τις περιοχές που προσελκύουν επενδύσεις σε data centers.

Οι επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν σαφείς κυρώσεις ή μηχανισμοί ελέγχου που να διασφαλίζουν ότι οι εταιρείες θα αναλάβουν πραγματικά το κόστος των νέων ενεργειακών αναγκών.

Ο Τζέσι Λι, ανώτερο στέλεχος της οργάνωσης Climate Power, χαρακτήρισε τη δέσμευση «υπόσχεση χωρίς εγγυήσεις», υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι που να προστατεύουν τους καταναλωτές.

Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι ενθαρρύνει τη χρήση ορυκτών καυσίμων για την τροφοδοσία των data centers, κάτι που, όπως υποστήριξε, μπορεί να αυξήσει το κόστος για τους καταναλωτές και να επιβαρύνει το περιβάλλον.

Από την πλευρά της βιομηχανίας, ο Τζος Λέβι, πρόεδρος της Data Center Coalition, υπερασπίστηκε τον κλάδο, σημειώνοντας ότι τα data centers υποστηρίζουν κρίσιμες υπηρεσίες, όπως η τηλεϊατρική, η ψηφιακή εκπαίδευση, οι ασφαλείς τραπεζικές συναλλαγές και τα συστήματα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.

Στο επίκεντρο το μεγαλύτερο ενεργειακό δίκτυο των ΗΠΑ

Κεντρικό σημείο της αντιπαράθεσης αποτελεί ο οργανισμός PJM Interconnection, ο μεγαλύτερος διαχειριστής ηλεκτρικού δικτύου στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος καλύπτει την περιοχή από την Ουάσινγκτον έως το Σικάγο και εξυπηρετεί περίπου 67 εκατομμύρια ανθρώπους.

Στην τελευταία δημοπρασία ισχύος της PJM, η οποία εξασφαλίζει διαθέσιμη παραγωγική ικανότητα για περιόδους υψηλής ζήτησης, τα data centers αντιστοιχούσαν σε περίπου 6,3 δισ. δολάρια χρεώσεων, δηλαδή σχεδόν στο 40% του συνολικού κόστους.

Οι χρεώσεις αυτές τελικά μετακυλίονται στους καταναλωτές μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας.

Αναλυτές της Siebert Williams Shank σημειώνουν ότι η PJM αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των πιέσεων που δέχεται το αμερικανικό ενεργειακό σύστημα, καθώς αντιμετωπίζει ταυτόχρονα αυξανόμενη κατανάλωση, αποσύρσεις μονάδων παραγωγής, συμφόρηση στις γραμμές μεταφοράς και καθυστερήσεις στην κατασκευή νέων υποδομών.

Η μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση Τραμπ είναι πλέον να επιτύχει την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης χωρίς το κόστος της ενεργειακής μετάβασης να μεταφερθεί τελικά στους Αμερικανούς καταναλωτές.

Διαβάστε ακόμη