Η Heygaz είναι μια εταιρεία που επενδύει στην ανάπτυξη μονάδων παραγωγής βιομεθανίου στην Ευρώπη και αυτή τη στιγμή είναι ηγέτιδα στην Ισπανία και μια εκ των ταχύτερα αναπτυσσόμενων σε όλη την Ευρώπη. Ανήκει στο γαλλικό fund υποδομών Infravia και με έδρα τη Μαδρίτη έχει παρουσία σε πέντε χώρες: Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία και Νορβηγία, προσπαθώντας παράλληλα να ανοίξει και νέες αγορές μέχρι τέλος του έτους.

Συνολικά, η Heygaz έχει οκτώ μονάδες σε λειτουργία και τρεις ακόμα υπό κατασκευή, οι οποίες θα ξεκινήσουν τη λειτουργία τους εντός του 2026, δύο στην Ισπανία και μία στην Ιρλανδία. Επιπλέον, υπάρχει ένα χαρτοφυλάκιο με πάνω από 20 έργα σε διάφορα στάδια ανάπτυξης σε όλη την Ευρώπη. Η Heygaz έχει θέσει στόχο έως το 2030 η παραγωγή βιομεθανίου από το χαρτοφυλάκιό της σε όλη την Ευρώπη να φτάσει τις 1,5 TWh.

«Το βιομεθάνιο από το 2022 και μετά απέκτησε ένα έντονο hype» αναφέρει στο Energygame ο Med & East Europe Director της Heygaz, Οδυσσέας Ρηγόπουλος. Αυτό έγινε, όπως εξηγεί, γιατί πέρα από τους στόχους που υπάρχουν από την Ευρώπη για «πρασίνισμα» του ενεργειακού μείγματος, πλέον είναι εμφανές, μετά και τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο αλλά και με τον πιο πρόσφατο στο Ιράν, ότι το βιομεθάνιο δεν είναι μία λύση μόνο για «πρασίνισμα», αλλά αποτελεί και μία πολύ ουσιαστική λύση για την ενεργειακή αυτονομία της Ένωσης.

«Το βιομεθάνιο, πέρα από τον πράσινο χαρακτήρα του, αποτελεί μία ουσιαστική και άμεση λύση για την ενεργειακή ασφάλεια της Ένωσης. Το 2022 ξεκίνησε μία πολύ μεγάλη ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη και εκεί είναι που αναδείχθηκε ακόμα πιο έντονα ότι το βιομεθάνιο είναι ουσιαστικά μία βιώσιμη και πάρα πολύ ώριμη λύση, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να έχουμε τοπικά παραγωγή φυσικού αερίου στην Ε.Ε.. Γιατί το βιομεθάνιο πρακτικά είναι φυσικό αέριο, απλά αντί να είναι ορυκτό προέρχεται από την αξιοποίηση οργανικών αποβλήτων, γι’ αυτό το λέμε ανανεώσιμο καύσιμο.», τονίζει ο κ. Ρηγόπουλος.

«Εμείς ως Heygaz συνδυάζουμε εμπειρία και know-how από τη λειτουργία των μονάδων μας σ’ όλες τις χώρες που έχουμε παρουσία, και όχι μόνο, στοχεύοντας στην επέκταση της δραστηριότητάς μας και του αποτυπώματός μας, αλλά και και στην ενεργή προώθηση του βιομεθανίου στην Ευρώπη. Η παραγωγή βιοαερίου και βιομεθανίου είναι μια δραστηριότητα με έντονα τοπικό χαρακτήρα, πολλές φορές συνδεόμενη με άλλες αγροτικές ή οικογενειακές επιχειρήσεις. Εμείς προσπαθούμε σε όλες τις μονάδες που δραστηριοποιούμαστε να εφαρμόζουμε τα υψηλότερα standards λειτουργίας και υγιεινής κι ασφάλειας, έχοντας πάντα σεβασμό στο περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες», αναφέρει ο κ. Ρηγόπουλος.

Η Heygaz εισήλθε πριν τέσσερα χρόνια στην ελληνική αγορά, ξεκινώντας να κάνει σταδιακά εξαγορές στον κλάδο του βιοαερίου, αν και τότε δεν υπήρχε ακόμη πλαίσιο βιομεθανίου. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη εξαγορά έγινε το 2023 και η τελευταία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2025 και «στόχευσε» σε μονάδες που είχαν ένα πολύ καλό ιστορικό λειτουργίας. Αυτό, σε συνδυασμό με το ελκυστικό πλαίσιο στήριξης για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από βιοαέριο, αλλά και την κινητικότητα που υπήρχε ήδη για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου για την ανάπτυξη του βιομεθανίου στην Ελλάδα, ήταν οι βασικοί λόγοι που καθιστούσαν τη χώρα ελκυστικό προορισμό.

Πλέον, στην Ελλάδα βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο, καθώς οι μονάδες βιοαερίου για να καταφέρουν να κάνουν το επόμενο βήμα και να φτάσουν στο βιομεθάνιο θα πρέπει να μείνουν «ζωντανές», με τον κλάδο τα τελευταία δύο χρόνια να έχει σοβαρές ζημιές λόγω των αρνητικών και μηδενικών τιμών στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και των περικοπών παραγωγής, σε συνδυασμό πάντα με την ενεργειακή κρίση που ξεκίνησε το 2022 και συμπαρέσυρε προς τα πάνω πολλές από τις λειτουργικές δαπάνες των μονάδων.

Οι λόγοι που ώθησαν τη Heygaz να επενδύσει στην Ελλάδα

Η δραστηριότητα των ανανεώσιμων καυσίμων στον όμιλο το 2022 αρχικά αποτελούσε ένα ξεχωριστό business unit της αδελφής εταιρείας Molgas, η οποία είναι ο μεγαλύτερος LNG distributor στην Ευρώπη και ασχολείται με το downstream σκέλος, δηλαδή τη διανομή του LNG και του Bio LNG. Αργότερα, στα τέλη του 2023 ιδρύθηκε η Heygaz, με σκοπό την αποκλειστική στόχευση, πλέον, στην παραγωγή βιομεθανίου. «Η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία έχει έναν σχετικά όχι πολύ ανεπτυγμένο κλάδο βιοαερίου, εκείνο τον καιρό ειδικά ήταν ακόμα πιο πίσω, χωρίς ωστόσο να έχουν γίνει μεγάλες αλλαγές από τότε. Μία τέτοια συνθήκη, συνήθως κρύβει ευκαιρίες», αναφέρει ο κ. Ρηγόπουλος.

Ενώ, προσθέτει: «Παράλληλα είναι μια χώρα η οποία έχει δυναμικό πρώτης ύλης, που είναι από τα  βασικότερα στοιχεία για να εξασφαλίσεις μια βιώσιμη επένδυση στο βιομεθάνιο και στο βιοαέριο. Επίσης, πολύ σημαντικό στοιχείο που έπαιξε ρόλο στην απόφασή μας ήταν ότι από το 2022 κιόλας, υπήρχε μια πάρα πολύ έντονη κινητικότητα σε σχέση με μια επερχόμενη διαμόρφωση πλαισίου βιομεθανίου, το οποίο, δυστυχώς, είχε πολύ μεγάλη καθυστέρηση, αφού τελικά ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2025. Η λήψη των επενδυτικών αποφάσεων στην Ελλάδα, εκείνη την περίοδο, ήταν ομολογουμένως μια πολύ τολμηρή κίνηση από τους επενδυτές μας στη Γαλλία, να μπουν σε μια χώρα, ενώ υπήρχε απουσία πλαισίου βιομεθανίου. Θεωρώ ότι συνδυαστικά με τα προαναφερθέντα, οι βασικοί και πιο ουσιαστικοί παράγοντες που συντέλεσαν στο να προχωρήσουμε ήταν δύο. Αφενός, η παρουσία ενός ελκυστικού πλαισίου στήριξης για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από βιοαέριο, το οποίο εξασφάλιζε τη βιωσιμότητα των επενδύσεων στο μεταβατικό στάδιο μέχρι τη μετατροπή των μονάδων σε βιομεθάνιο, το οποίο είναι η απόλυτη στόχευσή μας. Αφετέρου, όντας εκ των πρώτων που έκαναν εξαγορές στον κλάδο στην Ελλάδα, είχαμε την ευκαιρία να στοχεύσουμε μονάδες με πολύ καλό ιστορικό λειτουργίας».

Αυτή τη στιγμή η Heygaz λειτουργεί στην Ελλάδα πέντε μονάδες οι οποίες έχουν συνολική εγκατεστημένη ισχύ 6 MW και αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό βιοαερίου από αγροτοκτηνοτροφικά απόβλητα στην Ελλάδα. Στόχος της εταιρείας είναι να διπλασιάσει τη δυναμικότητα των υφιστάμενων μονάδων, να τις μετατρέψει άμεσα σε μονάδες παραγωγής βιομεθανίου και φυσικά παράλληλα να αναπτύξει και νέα έργα στοχεύοντας να έχει μία συνολική παραγωγή περίπου 350 με 400 GWh βιομεθανίου ετησίως έως το 2030, που είναι κάτι λιγότερο από 20% του εθνικού στόχου, όπως προκύπτει από το ΕΣΕΚ. Παράλληλα, για την προαναφερθείσα παραγωγή, αναμένεται να διαχειρίζεται περίπου 900.000 τόνους οργανικών αποβλήτων ετησίως.

Τα εμπόδια για τον κλάδο και τα αναγκαία κίνητρα

Ο Med & East Europe Director της Heygaz αναφέρει πως από το καλοκαίρι του 2025 έχουμε έναν ψηφισμένο νόμο για το βιομεθάνιο, όμως υπάρχουν πάρα πολλά ζητήματα, τα οποία χρήζουν αποσαφήνισης μέσω δευτερογενούς νομοθεσίας. Το βασικότερο κομμάτι που λείπει αυτή τη στιγμή είναι τα σχήματα ενίσχυσης. Το νομοσχέδιο αναφέρει δυνητικά και επενδυτική και λειτουργική ενίσχυση για τις μονάδες που είτε θα μετατραπούν από ηλεκτροπαραγωγή σε βιομεθάνιο, είτε θα αναπτυχθούν από την αρχή για βιομεθάνιο. Ωστόσο, οι επενδυτές για να καταφέρουν να πάρουν τις τελικές επενδυτικές αποφάσεις θα πρέπει να έχουν ορατότητα. «Η δική μας άποψη είναι ότι επειδή η δραστηριότητα του βιομεθανίου είναι απίστευτα πολύπλοκη και πολυπαραγοντική, ο επενδυτής χρειάζεται ευελιξία και επιλογές, ώστε να μπορεί ο καθένας να ενσωματώσει τα στοιχεία που κρίνει ότι ταιριάζουν περισσότερο στο δικό του επενδυτικό προφίλ», σημειώνει.

Αξίζει να σημειωθεί πως στην Ευρώπη ο κλάδος, κατά βάση, αναπτύχθηκε ως σύμπραξη αγροτών ή κτηνοτρόφων που ήθελαν να διαχειριστούν τα απόβλητα τους. Στην Ελλάδα, και πλέον και σε αρκετές νέες μονάδες στην υπόλοιπη Ευρώπη, είναι συχνό το φαινόμενο κάποιος να αναπτύσσει μονάδες καθαρά επενδυτικά, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται αρκετά διαφορετικά προφίλ επενδυτών. Επομένως, όπως τονίζει ο κ. Ρηγόπουλος, το πλαίσιο στήριξης του βιομεθανίου θα πρέπει να είναι με τέτοιο τρόπο διαμορφωμένο, ώστε να μπορεί ο καθένας να το αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο επενδυτικό του πλάνο, προκειμένου να υπάρχουν βιώσιμες επενδύσεις και να μπορέσει να αναπτυχθεί τελικά ο κλάδος στην Ελλάδα.

Σημειώνει επίσης πως χρήζει εξορθολογισμού η αγοράς της πρώτης ύλης, η οποία στην Ελλάδα λειτουργεί με έναν πολύ στρεβλό τρόπο. «Θα ήθελα να αναφέρω χαρακτηριστικά ότι στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, στις περισσότερες περιπτώσεις τουλάχιστον, ισχύει η αρχή του ο “ρυπαίνων πληρώνει”, ότι δηλαδή αυτός που παράγει απόβλητα θα πρέπει να πληρώσει κάποιον να διαχειριστεί τα απόβλητα του. Μία πολύ βασική παρανόηση που υπάρχει με τις μονάδες παραγωγής βιομεθανίου είναι ότι πολλοί νομίζουν ότι είμαστε παραγωγοί ενέργειας μόνο. Είμαστε και παραγωγοί ενέργειας. Οι μονάδες παραγωγής βιομεθανίου όμως, έχουν διττό ρόλο. Το ένα καπέλο είναι παραγωγή ενέργειας και το άλλο είναι διαχείριση αποβλήτων. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή, είναι ότι αυτός που παράγει απόβλητα αντί να πληρώνει τη διαχείρισή τους, απαιτεί να πληρώνεται, κάτι που φυσικά αποτελεί ουσιαστική στρέβλωση. Στις αντίστοιχες μονάδες στην Ευρώπη, το έσοδο από τη διαχείριση αποβλήτων μπορεί να φτάνει ακόμη και το 50% του συνολικού εσόδου, τη στιγμή που στην Ελλάδα αποτελεί μία πολύ μεγάλη λειτουργική δαπάνη», αναφέρει.

Διαβάστε ακόμη