Η ΕΕ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να χορηγήσει παράταση ενός έτους, έως το 2028, στους εισαγωγείς πετρελαίου και φυσικού αερίου για την προσαρμογή τους στους κανόνες αναφοράς εκπομπών. Η κίνηση αποσκοπεί στη διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας, εν μέσω των διαταραχών που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg.

Από το επόμενο έτος, οι εισαγωγές ορυκτών καυσίμων στην ΕΕ θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένους κανόνες παρακολούθησης και αναφοράς. Ωστόσο, ο Επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, δήλωσε σήμερα ότι το μπλοκ εξετάζει την αναβολή του μέτρου. Υπενθυμίζεται ότι το μεθάνιο αποτελεί ισχυρό αέριο του θερμοκηπίου, παγιδεύοντας περίπου 80 φορές περισσότερη θερμότητα από το διοξείδιο του άνθρακα στα πρώτα 20 χρόνια του στην ατμόσφαιρα. Βάσει του τρέχοντος πλαισίου, από το 2030, οι εισαγωγές που υπερβαίνουν το όριο έντασης μεθανίου θα αντιμετωπίζουν πρόστιμα που φτάνουν έως και το 20% του ετήσιου κύκλου εργασιών των εταιρειών.

Οι νέοι κανονισμοί έχουν δεχθεί έντονη κριτική από τη βιομηχανία, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος περιορισμού των προμηθειών. Υπό την πίεση δώδεκα κυβερνήσεων και κορυφαίων εξαγωγικών χωρών, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, η Κομισιόν υιοθέτησε ηπιότερη στάση νωρίτερα φέτος, προτείνοντας τριετή καθυστέρηση στην επιβολή κυρώσεων (2027-2029).

Απαντώντας στις προειδοποιήσεις της αγοράς περί νομικής αβεβαιότητας, ο κ. Γιόργκενσεν τόνισε ότι έδωσε εντολή στις υπηρεσίες του να εξετάσουν την αναβολή του σκέλους των εισαγωγών κατά ένα έτος. Στόχος είναι να διασφαλιστεί η ομαλή εφαρμογή των κανόνων χωρίς να πληγεί η ασφάλεια εφοδιασμού και να αυξηθούν οι τιμές. Αν και δεν διευκρινίστηκε το ακριβές χρονοδιάγραμμα της πρότασης, το ζήτημα θα τεθεί επί τάπητος στην άτυπη συνάντηση των υπουργών Ενέργειας στο Δουβλίνο την επόμενη εβδομάδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κομισιόν αρχικά αντιστάθηκε στις πιέσεις για νομική τροποποίηση. Εντούτοις, η ένταση κλιμακώθηκε αυτόν τον μήνα, όταν ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε εγγράφως από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, την αναβολή των απαιτήσεων κατά ένα έτος. «Πλησιάζουμε σε έναν δυνητικά πολύ δύσκολο χειμώνα με την αβεβαιότητα σχετικά με την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ», σημείωσε ο Επίτροπος, επισημαίνοντας την ανάγκη περιορισμού των αρνητικών συνεπειών για τους καταναλωτές.

Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος προμηθευτής LNG της Ευρώπης, προειδοποίησαν ότι η παραγωγή τους θα στραφεί σε άλλες αγορές αν δεν χαλαρώσουν οι ρυθμίσεις. Την Πέμπτη, η ισπανική Repsol SA δήλωσε ότι περίπου το 90% των προμηθειών αργού πετρελαίου της θα παραβίαζε τη νομοθεσία της ΕΕ, καθώς οι προμηθευτές δεν συμφωνούν να παρέχουν τα απαιτούμενα δεδομένα.

Παρά τις παραχωρήσεις, ο κ. Γιόργκενσεν ξεκαθάρισε ότι η Ευρώπη δεν υπαναχωρεί από τους κλιματικούς της στόχους, διατηρώντας το μεθάνιο στο επίκεντρο της στρατηγικής της.

Ένα βήμα πίσω στην εφαρμογή των νέων κανόνων για τις εκπομπές μεθανίου εξετάζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η ενεργειακή αναταραχή που έχει προκαλέσει η κρίση στη Μέση Ανατολή αλλάζει εκ νέου τις ισορροπίες μεταξύ των κλιματικών δεσμεύσεων και της ασφάλειας εφοδιασμού. Σύμφωνα με το Bloomberg, οι Βρυξέλλες αφήνουν πλέον ανοιχτό το ενδεχόμενο να δώσουν στους εισαγωγείς πετρελαίου και φυσικού αερίου ακόμη έναν χρόνο για να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις, μεταθέτοντας κρίσιμο σκέλος τους από το 2027 στο 2028, σύμφωνα με το Bloomberg.

Η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν αφορά έναν δευτερεύοντα περιβαλλοντικό κανόνα, αλλά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούν να συνεχίσουν να φτάνουν στην ευρωπαϊκή αγορά ποσότητες πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα από τρίτες χώρες. Από την 1η Ιανουαρίου 2027, οι εισαγωγείς θα πρέπει, για συμβάσεις που έχουν συναφθεί ή ανανεωθεί από τις 4 Αυγούστου 2024 και μετά, να αποδεικνύουν ότι οι παραγωγοί από τους οποίους αγοράζουν εφαρμόζουν συστήματα παρακολούθησης, αναφοράς και επαλήθευσης των εκπομπών μεθανίου αντίστοιχα με εκείνα που απαιτεί η ΕΕ.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και το πρόβλημα. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες μπορεί να είναι υποχρεωμένες να προσκομίσουν τα δεδομένα, όμως σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι οι ίδιες που τα παράγουν. Χρειάζονται στοιχεία από τον παραγωγό αργού ή φυσικού αερίου στην άλλη άκρη της εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς και ανεξάρτητη επαλήθευση. Εάν ο προμηθευτής σε τρίτη χώρα δεν διαθέτει τα αντίστοιχα συστήματα ή δεν επιθυμεί να δώσει τα στοιχεία, ο Ευρωπαίος εισαγωγέας βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πρακτικό δίλημμα: είτε να αναζητήσει διαφορετική πηγή προμήθειας είτε να βρεθεί εκτεθειμένος απέναντι στον κανονισμό.

Ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν δήλωσε ότι έχει ζητήσει από τις υπηρεσίες της Κομισιόν να εξετάσουν τη δυνατότητα παράτασης κατά ένα έτος για το σκέλος που αφορά τις εισαγωγές. Η κίνηση έρχεται καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για έναν δύσκολο χειμώνα και για την πορεία των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ, με τις Βρυξέλλες να επιχειρούν να αποφύγουν έναν επιπλέον παράγοντα που θα μπορούσε να περιορίσει τη διαθέσιμη προσφορά.

Από τη Γαλλία έως τις ΗΠΑ, αυξάνονται οι πιέσεις

Οι πιέσεις προς την Κομισιόν έχουν ενταθεί τους τελευταίους μήνες. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε αυτή την εβδομάδα με επιστολή του προς την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να μεταφερθεί η εφαρμογή των απαιτήσεων από την 1η Ιανουαρίου 2027 στην 1η Ιανουαρίου 2028, επικαλούμενος τον κίνδυνο για την ενεργειακή ασφάλεια, σύμφωνα με το Reuters. Περισσότερες από δώδεκα κυβερνήσεις έχουν επίσης ζητήσει μεγαλύτερη ευελιξία, ενώ ανάλογες επιφυλάξεις έχουν εκφραστεί από σημαντικούς προμηθευτές της Ευρώπης.

Η Γερμανία είχε ήδη προειδοποιήσει από την άνοιξη ότι ο κανονισμός θα μπορούσε να δυσκολέψει τις εισαγωγές LNG και να αυξήσει το ενεργειακό κόστος, ζητώντας «πραγματιστική» εφαρμογή του νέου πλαισίου.

Η στάση των ΗΠΑ έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η αμερικανική αγορά έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια στον βασικό τροφοδότη της Ευρώπης με LNG και έναν από τους σημαντικότερους προμηθευτές αργού. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, το 63,2% του LNG που εισήγαγε η ΕΕ προήλθε από τις ΗΠΑ, ενώ οι Αμερικανοί προμηθευτές κάλυψαν και το 18,8% των εισαγωγών πετρελαίου, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Αυτό εξηγεί γιατί οι ευρωπαϊκές αρχές δεν μπορούν εύκολα να αντιμετωπίσουν το θέμα ως μια απλή διαδικασία συμμόρφωσης. Εάν ένα σημαντικό μέρος των αμερικανικών ή άλλων διεθνών φορτίων δεν συνοδεύεται από τα στοιχεία που απαιτεί ο νέος κανονισμός, η Ευρώπη θα πρέπει είτε να βρει εναλλακτικούς προμηθευτές είτε να διακινδυνεύσει να περιορίσει τη δεξαμενή διαθέσιμων φορτίων σε μια ήδη σφιχτή παγκόσμια αγορά.

Η προειδοποίηση της Repsol για το 90% του αργού

Η διάσταση του προβλήματος αποτυπώνεται στις προειδοποιήσεις των ίδιων των εταιρειών. Η ισπανική Repsol ανέφερε ότι περίπου το 90% των συμβάσεων προμήθειας αργού της δεν πληροί σήμερα τις νέες απαιτήσεις, όχι κατ’ ανάγκην επειδή το πετρέλαιο προέρχεται από παραγωγή με υψηλές εκπομπές μεθανίου, αλλά επειδή οι προμηθευτές δεν παρέχουν τα στοιχεία που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση.

Ανάλογη προειδοποίηση είχε διατυπώσει νωρίτερα μέσα στη χρονιά και η ExxonMobil. Στελέχη της εταιρείας είχαν εκτιμήσει στο Bloomberg ότι περίπου το 80% των σημερινών ευρωπαϊκών εισαγωγών αργού δεν θα ανταποκρινόταν στα κριτήρια του 2027 και ότι η στροφή σε μικρότερη δεξαμενή «συμμορφούμενων» φορτίων θα μπορούσε, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εταιρείας, να προσθέσει περίπου 9 δολάρια ανά βαρέλι στο κόστος προμήθειας. Πρόκειται για εκτίμηση της Exxon και όχι για πρόβλεψη της Κομισιόν, ωστόσο δίνει μια εικόνα του οικονομικού κινδύνου που βλέπει ο κλάδος.

Η Κομισιόν έχει ήδη επιχειρήσει να αποσυμπιέσει την κατάσταση. Τον Ιούλιο συνέστησε στα κράτη-μέλη να μην εφαρμόσουν τις προβλεπόμενες κυρώσεις για συγκεκριμένες παραβάσεις των εισαγωγέων που αφορούν υποχρεώσεις των ετών 2027, 2028 και 2029, εκτός περιπτώσεων απάτης. Πρόκειται όμως για σύσταση σχετικά με τις κυρώσεις και όχι για αλλαγή της ημερομηνίας εφαρμογής του ίδιου του κανονισμού. Η νέα συζήτηση πηγαίνει επομένως ένα βήμα παραπέρα, καθώς αφορά πλέον την πιθανότητα πραγματικής μετάθεσης της υποχρέωσης.

Οι κυρώσεις δεν είναι αμελητέες. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα προστίμων, με το ανώτατο διοικητικό πρόστιμο για νομικά πρόσωπα να μπορεί να φτάνει έως το 20% του ετήσιου κύκλου εργασιών της προηγούμενης χρήσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μη συμμορφούμενη εισαγωγή θα τιμωρείται αυτομάτως με πρόστιμο 20%, αλλά αποτυπώνει το μέγεθος της δυνητικής έκθεσης των εταιρειών.

Το χρονοδιάγραμμα έως το 2030

Ο κανονισμός αναπτύσσεται ουσιαστικά σε διαδοχικά στάδια. Η πρώτη συλλογή πληροφοριών από τους εισαγωγείς έχει ήδη ξεκινήσει. Από το 2027 ενεργοποιείται η υποχρέωση ισοδύναμων συστημάτων παρακολούθησης, αναφοράς και επαλήθευσης για τις νεότερες συμβάσεις. Από τις 5 Αυγούστου 2028 οι εταιρείες θα πρέπει να αναφέρουν και την «ένταση μεθανίου» των καυσίμων που διαθέτουν στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ από το 2030 οι εισαγωγές που καλύπτονται από νέες ή ανανεωμένες συμβάσεις θα πρέπει να βρίσκονται κάτω από τα μέγιστα όρια έντασης που θα καθορίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η λογική του πλαισίου είναι σαφής: η ΕΕ, ως ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ενέργειας παγκοσμίως, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει το μέγεθος της αγοράς της ώστε να πιέσει και παραγωγούς εκτός Ευρώπης να περιορίσουν τις διαρροές μεθανίου. Το μεθάνιο αποτελεί ιδιαίτερα ισχυρό αέριο του θερμοκηπίου και η μείωσή του θεωρείται ένα από τα ταχύτερα διαθέσιμα εργαλεία για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Το πρόβλημα είναι ότι η εφαρμογή των κανόνων συμπίπτει πλέον με μια εντελώς διαφορετική ενεργειακή συγκυρία από εκείνη στην οποία σχεδιάστηκαν. Η Ευρώπη έχει περιορίσει δραστικά την ενεργειακή της σχέση με τη Ρωσία, έχει αυξήσει την εξάρτησή της από το LNG και ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ και βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπη με νέες διαταραχές στις ροές από τη Μέση Ανατολή.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πιθανή παράταση δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ευρωπαϊκής πολιτικής για το μεθάνιο. Δείχνει όμως πόσο δύσκολη γίνεται η εφαρμογή της όταν οι περιβαλλοντικοί όροι συναντούν την πραγματικότητα μιας αγοράς στην οποία η Ευρώπη εξακολουθεί να χρειάζεται μεγάλους όγκους εισαγόμενου πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Το κρίσιμο ερώτημα για τις Βρυξέλλες εάν μπορούν να διατηρήσουν την πίεση προς τους διεθνείς παραγωγούς χωρίς να περιορίσουν ταυτόχρονα τις δικές τους επιλογές προμήθειας. Η πιθανή μετάθεση έως το 2028 επιχειρεί ουσιαστικά να αγοράσει χρόνο για να προσαρμοστούν οι παραγωγοί, να οργανωθούν τα συστήματα μέτρησης και επαλήθευσης και να αποφευχθεί, μέσα σε μια περίοδο αυξημένου γεωπολιτικού κινδύνου.

Διαβάστε ακόμη