Σημαντικό ορόσημο για το εθνικό πρόγραμμα έρευνας και αξιοποίησης υδρογονανθράκων χαρακτήρισε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου την υπογραφή των συμβάσεων και την είσοδο του εγχειρήματος σε φάση γεωτρήσεων και αξιολόγησης κοιτασμάτων, μιλώντας στην έναρξη των «Διαλόγων της Νισύρου – Bridging the East Med» στην Αθήνα. Όπως τόνισε, η σημερινή συγκυρία σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός πολυετούς κύκλου σχεδιασμού και διαπραγματεύσεων και ταυτόχρονα την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου, το οποίο θα κρίνει στην πράξη αν τα πιθανά αποθέματα μπορούν να εξελιχθούν σε εμπορικά εκμεταλλεύσιμους πόρους για τη χώρα.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η «χθεσινή ημέρα» αποτελεί ήδη σημαντική ημερομηνία, καθώς σηματοδοτεί την ολοκλήρωση μιας δεκαπενταετούς πορείας που ξεκίνησε θεσμικά το 2011 με τη διαμόρφωση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, συνεχίστηκε με τους διεθνείς διαγωνισμούς και τις πρώτες παραχωρήσεις του 2014 και έφτασε έως τη σύναψη συμφωνιών με μεγάλους διεθνείς ενεργειακούς ομίλους. «Εάν τα κοιτάσματα αποδειχθούν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα, θα πρόκειται για ιστορική ημέρα».
Ο ίδιος περιέγραψε την τρέχουσα περίοδο ως «την πρώτη σελίδα του δεύτερου κεφαλαίου» για τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες, με αιχμή τις γεωτρήσεις και τις τεχνικές αξιολογήσεις που θα κρίνουν το εμπορικό δυναμικό των κοιτασμάτων. Με βάση τα στοιχεία της ΕΔΕΥΕΠ, εφόσον οι έρευνες εξελιχθούν ομαλά, το χρονικό παράθυρο για πιθανή έναρξη παραγωγής τοποθετείται στην περίοδο 2032-2035. «Ξεκινά η τελική ευθεία για να δούμε αν μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τα κοιτάσματα αυτά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η ενεργειακή σημασία των εξελίξεων, κατά τον υπουργό, είναι «πολύ μεγάλη», καθώς συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική της χώρας για ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού και διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας. Παράλληλα, η οικονομική διάσταση εκτιμάται ως εξαιρετικά σημαντική. Το επενδυτικό πρόγραμμα που συνδέεται με τις έρευνες και τις γεωτρήσεις εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 1 δισ. ευρώ, ενώ τα δυνητικά έσοδα για το Δημόσιο, σε περίπτωση επιβεβαίωσης εμπορικών αποθεμάτων, θα είναι πολλά περίπου 40% και θα μπορούσαν να ενισχύσουν ουσιαστικά τα δημόσια οικονομικά.
Ο Σταύρος Παπασταύρου στάθηκε ιδιαίτερα και στη γεωπολιτική διάσταση των εξελίξεων, υπογραμμίζοντας ότι η αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής και της Ευρώπης. «Υπάρχει μια οικονομική, μια ενεργειακή και μια γεωπολιτική διάσταση, αλλά και μια εθνική διάσταση», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η πορεία των τελευταίων 15 ετών συνιστά μια διαχρονική, διακομματική προσπάθεια που φτάνει πλέον σε κρίσιμο σημείο ωρίμανσης.
Η ελπίδα για την επόμενη 10ετία
Στο ίδιο πλαίσιο, ο υπουργός έκανε λόγο για πολιτική και θεσμική ωριμότητα, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη του προγράμματος δεν αποτελεί «παραχώρηση», αλλά αποτέλεσμα συνέχειας πολιτικών και συνεργασίας διαφορετικών κυβερνήσεων. Τόνισε ότι τα επόμενα χρόνια απαιτείται επιτάχυνση των διαδικασιών, ώστε η αξιοποίηση των πιθανών πόρων να αποτελέσει εθνική αποστολή. «Μακάρι σε λιγότερα από επτά-οκτώ χρόνια να μιλάμε για το πώς θα αξιοποιηθούν τα χρήματα που θα εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία», σημείωσε, εκφράζοντας την προσδοκία ότι έως το 2032-2035 η χώρα θα μπορεί να συζητά όχι πλέον για έρευνες, αλλά για την κατανομή των εσόδων από την παραγωγή.
Ο υπουργός υπογράμμισε επίσης ότι το όφελος για το Δημόσιο θα είναι άμεσο και ουσιαστικό, καθώς το κράτος διατηρεί ποσοστό συμμετοχής στην εκμετάλλευση, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντικά έσοδα, νέες θέσεις εργασίας και ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα. Η προοπτική αυτή, όπως είπε, συνδέεται με μια συνολική εθνική στρατηγική που ξεπερνά τον ενεργειακό τομέα και αγγίζει την οικονομία, την απασχόληση και τη γεωπολιτική θέση της χώρας.
Ο Σταύρος Παπασταύρου επανέλαβε ότι η χώρα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο: η περίοδος των σχεδιασμών έχει ολοκληρωθεί και ξεκινά η περίοδος των αποτελεσμάτων. Το επόμενο διάστημα θα κρίνει αν τα ελληνικά κοιτάσματα μπορούν να μετατραπούν σε παραγωγικούς πόρους, με ορίζοντα την επόμενη δεκαετία. Αν οι έρευνες επιβεβαιώσουν τις προσδοκίες, τότε, όπως σημείωσε, η Ελλάδα θα βρεθεί μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα, με σημαντική ενεργειακή, οικονομική και γεωπολιτική βαρύτητα.
Δεν μιλάμε για αλλαγή προτεραιοτήτων μιλάμε για «ενεργειακό ρεαλισμό»
Με κεντρικό μήνυμα την ανάγκη για «άφθονη ενέργεια σε προσιτή τιμή», ο υπουργός υπογράμμισε ότι μέσα σε δύο δεκαετίες η Ελλάδα έχει μεταμορφώσει ριζικά το ενεργειακό της μείγμα. Όπως ανέφερε, η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής βιωσιμότητας, στην οποία η περιβαλλοντική πρόοδος οφείλει να συμβαδίζει με την οικονομική αντοχή και την κοινωνική συνοχή. «Η λέξη πράσινη δίνει πλέον τη θέση της στη λέξη βιωσιμότητα», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή πολιτική οφείλει να διασφαλίζει ταυτόχρονα την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την προσιτότητα των τιμών για τους καταναλωτές.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε και στις ευρωπαϊκές διεργασίες, τονίζοντας ότι σε πρόσφατο Συμβούλιο Υπουργών επτά χώρες ζήτησαν μεγαλύτερη ευελιξία στους στόχους για το 2040, αποτυπώνοντας μια μετατόπιση προς πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις στην ενεργειακή μετάβαση. Οι στόχοι, όπως είπε, δεν εγκαταλείπονται, αλλά προσαρμόζονται ώστε να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική και κοινωνική διάσταση, καθώς η επιμονή σε άκαμπτες δεσμεύσεις χωρίς μέριμνα για το κόστος μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές αντιδράσεις και να υπονομεύσει την ίδια τη μετάβαση.
Προειδοποίησε μάλιστα ότι η υπερβολική πίεση σε στόχους χωρίς να διασφαλίζεται η προσιτότητα των τιμών ενέργειας ενέχει κινδύνους για τη συνοχή των κοινωνιών και την πολιτική σταθερότητα.
Όπως τόνισε, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί καύσιμο μετάβασης για την Ευρώπη, ενώ η Ελλάδα οφείλει να αναπτύσσει όλες τις διαθέσιμες πηγές και υποδομές, από τις ανανεώσιμες και την αποθήκευση έως τα δίκτυα και τις πιθανές εγχώριες παραγωγές, προκειμένου να διασφαλίσει ένα αξιόπιστο και ανταγωνιστικό ενεργειακό σύστημα.
«Το επόμενο στοίχημα είναι ο Κάθετος Διάδρομος»
Ο Σταύρος Παπασταύρου χαρακτήρισε τον Κάθετο Διάδρομο ως ένα κατεξοχήν στρατηγικό εγχείρημα για την ενεργειακή και γεωοικονομική θέση της χώρας, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται για μια απλή τεχνική υποδομή αλλά για «αρτηρία» ασφάλειας εφοδιασμού και περιφερειακής σταθερότητας. Όπως σημείωσε, η δημιουργία αξιόπιστων διαδρομών μεταφοράς φυσικού αερίου προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη αποτελεί αγώνα δρόμου για τα κράτη της περιοχής, με την Ελλάδα να επιχειρεί να διαδραματίσει ρόλο βασικού κόμβου προμήθειας.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι το έργο έχει ρίζες ήδη από την προηγούμενη δεκαπενταετία και αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου η Ευρώπη επιδιώκει να απεξαρτηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο και να δημιουργήσει εναλλακτικές οδεύσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο Κάθετος Διάδρομος συνδέει χώρες της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης μέσω μιας κοινής ενεργειακής διαδρομής που διέρχεται από την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Μολδαβία, συγκροτώντας όπως είπε ένα είδος «μικρής οικονομικής ένωσης» γύρω από τη διακίνηση φυσικού αερίου.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι για μια χώρα με τα δημογραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά της Ελλάδας, η ανάπτυξη τέτοιων ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων αποτελεί ζήτημα στρατηγικής σημασίας, καθώς δημιουργεί νέες οδούς εμπορίου, επενδύσεων και γεωπολιτικής σταθερότητας. Στο ίδιο πλαίσιο, συνέδεσε τον Κάθετο Διάδρομο με ευρύτερες πρωτοβουλίες διασύνδεσης και εμπορικών ζωνών στην ευρύτερη περιοχή, υπογραμμίζοντας ότι οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για οικονομική συνεργασία και ειρήνη σε μια γεωγραφική ζώνη που στο παρελθόν χαρακτηριζόταν από ανταγωνισμούς και συγκρούσεις.
Μανιάτης: Οι συμφωνίες αυτές ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική θέση της χώρας
Από την πλευρά του, ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και αντιπρόεδρος της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθηγητής Γιάννης Μανιάτης, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει σοβαρές ενδείξεις για αξιόλογα κοιτάσματα φυσικού αερίου, ιδιαίτερα νότια της Κρήτης και στο Ιόνιο, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική θέση της χώρας σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητεί νέες πηγές εφοδιασμού. Όπως σημείωσε, η συζήτηση για τους υδρογονάνθρακες δεν είναι νέα, αλλά αποτελεί συνέχεια μιας πορείας 10-15 ετών με διεθνείς συμφωνίες και συμμετοχή μεγάλων ενεργειακών εταιρειών, ενώ οι πρόσφατες εξελίξεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεωπολιτικών ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο ίδιος τόνισε ότι η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική πρέπει να ισορροπεί ανάμεσα σε τρεις στόχους: πράσινη μετάβαση, επάρκεια και προσιτό κόστος ενέργειας. Κατά τον κ. Μανιάτη, τα προηγούμενα χρόνια η έμφαση δόθηκε κυρίως στην πράσινη μετάβαση, όμως η ενεργειακή κρίση ανέδειξε την ανάγκη για ασφάλεια εφοδιασμού και ανταγωνιστικές τιμές. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι τα πιθανά δημόσια έσοδα από την εκμετάλλευση κοιτασμάτων έχουν ήδη θεσμικά κατοχυρωθεί ώστε να κατευθυνθούν κατά κύριο λόγο σε ειδικό ταμείο για τις επόμενες γενιές, την περιφερειακή ανάπτυξη και έργα περιβαλλοντικής αναβάθμισης, ενώ τόνισε και τη γεωπολιτική αναβάθμιση που μπορεί να επιφέρει για τη χώρα η αξιοποίηση εγχώριων ενεργειακών πόρων.
Διαβάστε ακόμη
