Με τις πρώτες χαμηλές θερμοκρασίες να κάνουν την εμφάνισή τους στη Βόρεια Ελλάδα, τα νοικοκυριά καλούνται να αντιμετωπίσουν και φέτος το αυξημένο κόστος θέρμανσης. Σε περιοχές όπως για παράδειγμα η Καστοριά, οι χαμηλές θερμοκρασίες, ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες και νωρίς το πρωί, οδηγούν ήδη τα νοικοκυριά στην ενεργοποίηση των συστημάτων θέρμανσης, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας ακόμη δύσκολης περιόδου για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Και φέτος, όμως, η εξασφάλισή της γίνεται ακριβότερη, καθώς η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης παραμένει σε υψηλά επίπεδα, παρά τις παρεμβάσεις στήριξης.
Η σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά είναι ενδεικτική. Κάτοικος της Καστοριάς περιγράφει ότι πέρυσι διέθεσε περίπου 1.200 ευρώ συνολικά για την προμήθεια πετρελαίου, όταν η τιμή κυμαινόταν κοντά στο 1,10 ευρώ το λίτρο, εξασφαλίζοντας περίπου 1.000 λίτρα. Φέτος, με την τιμή να έχει φτάσει περίπου στο 1,55 ευρώ, έχει ήδη πληρώσει 918 ευρώ, χωρίς να έχει αγοράσει αντίστοιχη ποσότητα. «Με τα ίδια χρήματα αγοράζουμε πλέον αισθητά λιγότερο πετρέλαιο. Η επιδότηση ασφαλώς βοηθά, αλλά δεν καλύπτει το σύνολο της αύξησης», είναι το χαρακτηριστικό μήνυμα από την περιοχή.
Τα νοικοκυριά προσπαθούν να περιορίσουν την κατανάλωση, ρυθμίζοντας χαμηλότερα τους θερμοστάτες, περιορίζοντας τις ώρες λειτουργίας των καλοριφέρ και αξιοποιώντας εναλλακτικές πηγές θέρμανσης, όπως τζάκια και ξυλόσομπες. Ωστόσο, τα περιθώρια εξοικονόμησης είναι περιορισμένα ειδικά σε περιοχές όπου όπου η ανάγκη για θέρμανση μπορεί να διατηρηθεί μέχρι και τον Απρίλιο αυξάνοντας σημαντικά τη συνολική δαπάνη σε σχέση με τις νοτιότερες περιοχές της χώρας. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει και τη διαφορετική ενεργειακή επιβάρυνση ανά γεωγραφική περιοχή. Ένα νοικοκυριό στη Βόρεια Ελλάδα χρειάζεται να καλύψει μεγαλύτερη περίοδο θέρμανσης και, συνεπώς, να προμηθευτεί περισσότερες ποσότητες καυσίμου. Έτσι, ακόμη και μια επιδότηση που προσφέρει ουσιαστική ελάφρυνση δεν αρκεί απαραίτητα για να αντισταθμίσει το αυξημένο κόστος.
Κίνηση στην αγορά: Καλύτερο το ξεκίνημα από τις προσδοκίες, αλλά υποχωρεί η ζήτηση
Παρά τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, η φετινή περίοδος διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης, η οποία ξεκίνησε στις 15 Οκτωβρίου, συνοδεύτηκε από αυξημένη κινητικότητα κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο. Η μέση πανελλαδική τιμή διαμορφώθηκε περίπου στα 1,55-1,56 ευρώ το λίτρο, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής έκπτωσης των 40 λεπτών ανά λίτρο, ενώ χωρίς αυτήν προσεγγίζει τα 1,95 ευρώ.
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Βενζινοπωλών Ελλάδας, Μιχάλης Κιούσης, περιγράφει μια αγορά που ξεκίνησε με μεγαλύτερη κινητικότητα από την αναμενόμενη, τόσο στη Βόρεια όσο και στη Νότια Ελλάδα. Όπως εξηγεί, για περίπου 15 ημέρες η ζήτηση ήταν υψηλότερη από τις αρχικές εκτιμήσεις, με τη συνολική εικόνα να κινείται στα περσινά επίπεδα ή και ελαφρώς καλύτερα.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η εμπειρία της προηγούμενης χειμερινής περιόδου. Όπως εξηγεί, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, όταν η τιμή του πετρελαίου είχε φτάσει περίπου στα 1,75 ευρώ το λίτρο, πολλοί καταναλωτές απέφυγαν να προχωρήσουν σε νέες αγορές, προσδοκώντας ότι η εξέλιξη του πολέμου θα οδηγούσε σε αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετές δεξαμενές να παραμείνουν άδειες από την προηγούμενη χρονιά, δημιουργώντας μεγαλύτερη ανάγκη προμήθειας στην έναρξη της φετινής περιόδου.
Παράλληλα, όπως τονίζει, στην κινητικότητα συνέβαλε και η ανησυχία των καταναλωτών για ενδεχόμενες αλλαγές στα μέτρα στήριξης. Έτσι, αρκετοί επέλεξαν να αγοράσουν πετρέλαιο νωρίτερα, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες ποσότητες και να μην βρεθούν αντιμέτωποι με πιθανές νέες επιβαρύνσεις.
Ωστόσο, η αρχική κινητικότητα δεν φαίνεται να διατηρείται. Σύμφωνα με τον κ. Κιούση, τις τελευταίες δύο με τρεις ημέρες καταγράφεται υποχώρηση της ζήτησης, με τις παραγγελίες να προέρχονται κυρίως από καταναλωτές που δικαιούνται επίδομα θέρμανσης και επιδιώκουν να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες ποσότητες.
Αθήνα: Μείωση 30% στις παραγγελίες των πολυκατοικιών
Πιο συγκρατημένη είναι η εικόνα στην Αττική, όπου το αυξημένο κόστος φαίνεται να επηρεάζει ακόμη περισσότερο τις αποφάσεις των διαχειριστών και των ενοίκων των πολυκατοικιών. Όπως επισημαίνει στο energygame.gr ο Γιώργος Πολυχρονίδης, διευθύνων και νόμιμος εκπρόσωπος επιχειρήσεων διαχείρισης πολυκατοικιών και συντήρησης κτιρίων της Argo Hellas, η ζήτηση για πετρέλαιο θέρμανσης στις πολυκατοικίες της Αθήνας και ευρύτερα της Αττικής εμφανίζεται μειωμένη κατά περίπου 30% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Ακόμη πιο ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι ένα ποσοστό της τάξης του 8%-10% των πολυκατοικιών που τα προηγούμενα χρόνια προμηθεύονταν κανονικά πετρέλαιο ενδέχεται φέτος να μη βάλει καθόλου. Η οικονομική επιβάρυνση αποτελεί τον βασικό λόγο αυτής της επιλογής. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ένοικοι εμφανίζονται διστακτικοί να προχωρήσουν σε κοινή παραγγελία, ενώ άλλες πολυκατοικίες επιλέγουν να μη λειτουργήσουν την κεντρική θέρμανση, αφήνοντας κάθε διαμέρισμα να αναζητήσει αυτόνομη λύση.
Η τάση απομάκρυνσης από την κεντρική θέρμανση δεν είναι καινούργια. Σύμφωνα με τον κ. Κιούση, έχει τις ρίζες της στην περίοδο μετά το 2010, όταν οι αυξημένοι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στο πετρέλαιο οδήγησαν πολλές πολυκατοικίες στην Αθήνα, και κυρίως στο κέντρο της πόλης, να περιορίσουν ή να εγκαταλείψουν τη χρήση των κεντρικών λεβήτων. Η περίοδος της πανδημίας, όπως επισημαίνει, αποτέλεσε μια εξαίρεση, καθώς η μεγάλη υποχώρηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου οδήγησε χιλιάδες νοικοκυριά που είχαν εγκαταλείψει την κεντρική θέρμανση για 10 ή και 15 χρόνια να επιστρέψουν προσωρινά στην αγορά.
Σήμερα, ωστόσο, η αυτονόμηση παραμένει βασική τάση. Η στροφή προς το φυσικό αέριο και άλλα ανεξάρτητα συστήματα θέρμανσης περιορίζει τον αριθμό των διαμερισμάτων που συμμετέχουν στην κεντρική θέρμανση, δημιουργώντας πρόσθετη επιβάρυνση για όσους εξακολουθούν να τη χρησιμοποιούν. Όσο λιγότερα διαμερίσματα συμμετέχουν στο κοινό σύστημα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η κατανομή του συνολικού κόστους λειτουργίας του λέβητα μεταξύ των ενοίκων.
Επίδομα θέρμανσης: Αύξηση 30%, αλλά η αγορά προηγείται της πληρωμής
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το επίδομα θέρμανσης αποτελεί βασικό εργαλείο στήριξης για τα νοικοκυριά που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027, το ύψος της ενίσχυσης αυξάνεται κατά 30%, χωρίς αλλαγές στα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Η συνολική έκπτωση 40 λεπτών ανά λίτρο, η οποία προκύπτει από την κρατική επιδότηση των 20 λεπτών και την ισόποση έκπτωση των εταιρειών διύλισης. Σε πρακτικό επίπεδο, το όφελος διαμορφώνεται στα 200 ευρώ για παραγγελία 500 λίτρων και στα 400 ευρώ για αγορά 1.000 λίτρων. Το κατώτατο ποσό διαμορφώνεται στα 130 ευρώ, από 100 ευρώ πέρυσι, ενώ το ανώτατο ποσό για τους περισσότερους δικαιούχους αυξάνεται από τα 800 στα 1.040 ευρώ.
Για τις περιοχές με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης, όπου ο κλιματικός συντελεστής είναι ίσος ή μεγαλύτερος της μονάδας, προβλέπεται προσαύξηση 25%, με το επίδομα να μπορεί να φτάσει έως τα 1.300 ευρώ. Στους ψυχρότερους οικισμούς, με κλιματικό συντελεστή ίσο ή μεγαλύτερο του 1,2, προβλέπεται πρόσθετη προσαύξηση, με το ανώτατο ποσό να διαμορφώνεται στα 1.560 ευρώ.
Το τελικό ύψος της ενίσχυσης εξαρτάται από το είδος θέρμανσης, τον κλιματικό συντελεστή της κύριας κατοικίας, τις καιρικές συνθήκες και τον αριθμό των εξαρτώμενων παιδιών.
Τα εισοδηματικά όρια παραμένουν στις 16.000 ευρώ για άγαμους, χήρους ή εν διαστάσει και στις 24.000 ευρώ για έγγαμους ή μέρη συμφώνου συμβίωσης, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Για τις μονογονεϊκές οικογένειες το όριο διαμορφώνεται στις 29.000 ευρώ, με επιπλέον 5.000 ευρώ για κάθε παιδί μετά το πρώτο.
Σε ό,τι αφορά την ακίνητη περιουσία, η αντικειμενική αξία δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ για άγαμους, χήρους ή εν διαστάσει και τις 260.000 ευρώ για έγγαμους και μονογονεϊκές οικογένειες, με προσαύξηση 40.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο παιδί.
Η πλατφόρμα myΘέρμανση αναμένεται να ανοίξει έως τις 10 Νοεμβρίου, ενώ η πρώτη πληρωμή έχει προγραμματιστεί έως τις 23 Δεκεμβρίου.
Ωστόσο, το πρόβλημα για αρκετά νοικοκυριά παραμένει: η ανάγκη αγοράς πετρελαίου προηγείται χρονικά της καταβολής της ενίσχυσης. Οι καταναλωτές πρέπει να διαθέσουν πρώτα τα χρήματα για την προμήθεια του καυσίμου και στη συνέχεια να περιμένουν την πίστωση του επιδόματος, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες ρευστότητας.
Διαβάστε ακόμα
