Νέα αρνητικά δεδομένα για τις τιμές των καυσίμων δημιουργεί η αναζωπύρωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο, η οποία οδήγησε το Brent στα 83,3 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο περίπου 10% χθες Δευτέρα 13 Ιουλίου, με την ανοδική τάση να συντηρείται.
Η ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για επαναφορά του ναυτικού αποκλεισμού του Ιράν, σε συνδυασμό με την επιβολή διοδίων 20% σε κάθε φορτίο, περιορίζει τις προσδοκίες για άμεση αποκλιμάκωση. Αντιθέτως, δημιουργεί φόβους για παρατεταμένη αναστάτωση στις διεθνείς ροές ενέργειας και για νέα άνοδο των τιμών του μαύρου χρυσού. Φόβοι που εντάθηκαν μετά το χθεσινοβραδινό κύμα αμερικανικών επιθέσεων σε διάφορους στόχους στο Ιράν, με την Τεχεράνη να δηλώνει ότι έπληξε δυο τάνκερ στα στενά του Ορμούζ, σηματοδοτώντας την πλήρη κατάρρευση της ούτως ή άλλως εύθραυστης εκεχειρίας του Ιουνίου.
Οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να αποτυπωθούν σχετικά γρήγορα και στην ελληνική αγορά καυσίμων, μέσω της ανόδου των δεικτών Platts της Μεσογείου. Επομένως, παρά την επιδότηση που έχουν προαναγγείλει οι ελληνικοί όμιλοι διύλισης, η αγορά προετοιμάζεται για νέες αυξήσεις στις αντλίες.
Μια ανάσα από την “κόκκινη γραμμή” των 2 ευρώ/λίτρο η αμόλυβδη
Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης βενζίνης διαμορφωνόταν ήδη στα 1,976 ευρώ ανά λίτρο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μία περιορισμένη ανατίμηση στις τιμές διυλιστηρίου μπορεί να οδηγήσει την τελική τιμή πάνω από το όριο των 2 ευρώ.
Μια τέτοια αύξηση θα μπορούσε επίσης να εξανεμίσει σημαντικό μέρος του οφέλους από την επιδότηση των 10 λεπτών ανά λίτρο που σχεδιάζουν να εφαρμόσουν τα δύο ελληνικά διυλιστήρια. Με τα σημερινά δεδομένα, θεωρείται δύσκολο να αποφευχθεί η υπέρβαση των 2 ευρώ σε σημαντικό αριθμό πρατηρίων.
Για το πετρέλαιο κίνησης, η σχεδιαζόμενη έκπτωση θα ανέλθει στα 5 λεπτά ανά λίτρο. Οι επίσημες ανακοινώσεις αναμένονται μέσα στα επόμενα 24ωρα, καθώς δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί όλες οι λεπτομέρειες εφαρμογής.
Πρόθεση τόσο της κυβέρνησης όσο και των δύο ενεργειακών ομίλων είναι οι μειώσεις να τεθούν σε ισχύ το συντομότερο δυνατόν και να καλύψουν ολόκληρο τον Αύγουστο. Ωστόσο, η τελική επίδραση στις τιμές λιανικής θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της νέας γεωπολιτικής κρίσης.
Οι τέσσερις εστίες πίεσης στην αγορά ηλεκτρισμού
Την ίδια ώρα, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας παρακολουθεί στενά τέσσερις βασικούς παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις ανατιμητικές πιέσεις στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Υψηλόβαθμα στελέχη του ΥΠΕΝ επισημαίνουν ότι προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος λήψης έκτακτων μέτρων στήριξης των καταναλωτών. Αναγνωρίζουν, όμως, ότι η αγορά έχει εισέλθει σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, καθώς αρκετές παράλληλες εξελίξεις κινούν τις τιμές ανοδικά.
Η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού διαμορφώνεται τον Ιούλιο κοντά στα 113 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Πρόκειται για επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο που είχε καταγραφεί επί αρκετούς μήνες κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα.
Η σημερινή εικόνα απέχει αισθητά από συνθήκες ενεργειακής κρίσης, όταν η χονδρεμπορική τιμή είχε ξεπεράσει ακόμη και τα 150 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν υπάρχει εισήγηση ούτε συζήτηση για επαναφορά επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Αντίστοιχες τάσεις παρατηρούνται και στις γειτονικές αγορές. Η Βουλγαρία κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα, ενώ η Ρουμανία και η Ουγγαρία εμφανίζουν ακόμη υψηλότερες τιμές. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι ανατιμητικές πιέσεις έχουν περιφερειακό χαρακτήρα και δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.
Οι ασθενείς άνεμοι μειώνουν την παραγωγή ΑΠΕ
Ο πρώτος παράγοντας που επιβαρύνει την αγορά είναι η σημαντική υποχώρηση της αιολικής παραγωγής λόγω των ασθενών ανέμων.
Πριν από μερικές εβδομάδες, η ημερήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές κυμαινόταν μεταξύ 120 και 130 GWh. Πλέον, οι ποσότητες πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως από αιολικά πάρκα, έχουν περιοριστεί στις 70 έως 80 GWh.
Η μειωμένη συμμετοχή των αιολικών στο ενεργειακό μείγμα πρέπει να αναπληρωθεί από άλλες πηγές. Αυτό αυξάνει τη λειτουργία των μονάδων φυσικού αερίου, οι οποίες έχουν υψηλότερο μεταβλητό κόστος και επηρεάζουν άμεσα τη διαμόρφωση της τιμής στη χονδρεμπορική αγορά.
Άνοδος 20% στην κατανάλωση ρεύματος
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η σημαντική αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Η ενισχυμένη τουριστική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με την εκτεταμένη χρήση κλιματιστικών, έχει ανεβάσει την κατανάλωση κατά περίπου 20% τις τελευταίες εβδομάδες.
Η άνοδος αυτή δεν συνδέεται αποκλειστικά με ακραίες θερμοκρασίες ή κάποιο παρατεταμένο κύμα καύσωνα. Αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην έντονη θερινή οικονομική και τουριστική δραστηριότητα, η οποία αυξάνει τις ανάγκες ηλεκτροδότησης σε ξενοδοχεία, επιχειρήσεις, καταστήματα και κατοικίες.
Πηγές του ΥΠΕΝ επισημαίνουν, πάντως, ότι η σχέση ανάμεσα στις χονδρεμπορικές τιμές και στα τελικά τιμολόγια των καταναλωτών δεν είναι απολύτως ευθύγραμμη.
Όταν αυξάνεται η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας, είναι πιθανό να περιορίζεται το κόστος εξισορρόπησης. Με αυτόν τον τρόπο, μέρος της αρχικής επιβάρυνσης μπορεί να αντισταθμιστεί στο συνολικό κόστος προμήθειας που αναλαμβάνουν οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας.
Το «ενεργειακό τείχος» της Νοτιοανατολικής Ευρώπης
Ο τρίτος παράγοντας αφορά την αυξανόμενη επιρροή των αγορών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στη διαμόρφωση των ελληνικών τιμών.
Την προηγούμενη χρονιά, χάρη στην υψηλή εγχώρια παραγωγή και στις αυξημένες εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, η ελληνική αγορά είχε σε μεγάλο βαθμό αποσυνδεθεί από τις υψηλότερες τιμές των γειτονικών χωρών.
Φέτος, κυρίως εξαιτίας της μειωμένης αιολικής παραγωγής, η ελληνική αγορά εμφανίζει στενότερη συσχέτιση με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Ως αποτέλεσμα, έχει περιοριστεί το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχε αποκτήσει η χώρα κατά τους προηγούμενους μήνες.
Στελέχη του υπουργείου αναφέρονται επίσης στη διατήρηση του λεγόμενου «ενεργειακού τείχους» μεταξύ Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι περιορισμένες διασυνδέσεις και η ανεπαρκής δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούν να εμποδίζουν την ομαλή σύγκλιση των ευρωπαϊκών αγορών.
Πρόκειται για μια διαρθρωτική αδυναμία, η οποία διατηρεί τις τιμές υψηλότερες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και εξακολουθεί να απασχολεί τόσο την ελληνική κυβέρνηση όσο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η μεγαλύτερη ανησυχία έρχεται από το φυσικό αέριο
Ο τέταρτος και πλέον κρίσιμος παράγοντας είναι η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι οι τιμές στον ολλανδικό κόμβο TTF δεν υποχώρησαν αισθητά ούτε κατά την περίοδο προσωρινής εκτόνωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή.
Η νέα ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο επέτεινε τις πιέσεις, με το φυσικό αέριο να διαπραγματεύεται στα 51 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, καταγράφοντας ημερήσια άνοδο 5,4%.
Η αύξηση αυτή αναμένεται να επηρεάσει εντονότερα την ελληνική αγορά από τον επόμενο μήνα, λόγω του μοντέλου τιμολόγησης «month ahead» που εφαρμόζεται σε σημαντικό μέρος των εγχώριων συμβάσεων φυσικού αερίου.
Εάν οι συνθήκες τον Αύγουστο απαιτήσουν αυξημένη λειτουργία των ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων αερίου, τότε η άνοδος του καυσίμου θα περάσει και στο χονδρεμπορικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα χαμηλά κίνητρα για πλήρωση των αποθηκών αερίου
Πρόσθετη πηγή ανησυχίας αποτελεί η εικόνα των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου. Η σημερινή διάρθρωση των τιμών δεν δημιουργεί επαρκή οικονομικά κίνητρα για την αποθήκευση ποσοτήτων ενόψει του επόμενου χειμώνα.
Τα προθεσμιακά συμβόλαια για τους χειμερινούς μήνες κινούνται ακόμη και χαμηλότερα από τις τρέχουσες τιμές. Επομένως, οι εμπορικές εταιρείες δεν έχουν συμφέρον να αγοράσουν σήμερα ακριβότερο αέριο, να επωμιστούν το κόστος αποθήκευσης και να το διαθέσουν αργότερα σε χαμηλότερη τιμή.
Η κατάσταση αυτή επιβραδύνει τον ρυθμό πλήρωσης των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων και αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους προβληματισμού στις Βρυξέλλες ενόψει της επόμενης χειμερινής περιόδου.
Διαβάστε ακόμη
