Στη βιομηχανία πετρελαίου το μαζούτ χαρακτηρίζεται συχνά ως «παραμελημένο» καύσιμο, το βαρύ υπόλειμμα που μένει στον πάτο της στήλης διύλισης όταν το αργό πετρέλαιο διαχωρίζεται σε πιο πολύτιμα προϊόντα, όπως η βενζίνη, το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών. Για δεκαετίες θεωρούνταν φθηνό, λιγότερο ελκυστικό εμπορικά και συχνά περνούσε απαρατήρητο στις μεγάλες αναλύσεις της ενεργειακής αγοράς. Σήμερα, όμως, το καύσιμο που κάποτε αποκαλούνταν «ο πάτος του βαρελιού» βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο της διεθνούς ανησυχίας. Η κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχει ανατρέψει τις ισορροπίες στην αγορά ενέργειας, μετατρέποντας το μαζούτ σε ένα απροσδόκητα ακριβό και δυσεύρετο εμπόρευμα, μια εξέλιξη που αρχίζει να προκαλεί σοβαρούς προβληματισμούς για την ομαλή λειτουργία του παγκόσμιου εμπορίου και της οικονομίας.

Μέχρι σήμερα, οι ενεργειακές αγορές έχουν απορροφήσει σχετικά ομαλά το σοκ του πολέμου, γράφει το Bloomberg. Η τιμή του αργού πετρελαίου κυμαίνεται περίπου στα 100 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο υψηλό αλλά όχι καταστροφικό για την οικονομία. Η πραγματική ένταση όμως κρύβεται σε μια λιγότερο προβεβλημένη αγορά: εκείνη του μαζούτ. Παρά το γεγονός ότι σπάνια βρίσκεται στο επίκεντρο των οικονομικών αναλύσεων, το καύσιμο αυτό αποτελεί βασικό πυλώνα της παγκόσμιας εμπορικής αλυσίδας, καθώς τροφοδοτεί τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και τα bulk carriers, τα «εργατικά άλογα» της παγκοσμιοποίησης.

Ανησυχία για ελλείψεις σε βασικά λιμάνια ανεφοδιασμού

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απότομη αύξηση των τιμών. Το πιο ανησυχητικό ενδεχόμενο είναι ότι σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια ανεφοδιασμού πλοίων στον κόσμο τα αποθέματα ενδέχεται να εξαντληθούν, αναγκάζοντας πλοία να διακόψουν τα δρομολόγιά τους. Η ναυτιλιακή βιομηχανία, η οποία συνήθως αποφεύγει δραματικές δημόσιες δηλώσεις, έχει αρχίσει να προειδοποιεί ανοιχτά για τον κίνδυνο. Ο διευθύνων σύμβουλος της ναυτιλιακής εταιρείας AP Moller–Maersk, Βίνσεντ Κλερκ, δήλωσε πρόσφατα στη γαλλική εφημερίδα Le Monde: «Αν δεν ληφθούν μέτρα, υπάρχει κίνδυνος να καταλήξουμε με σημεία ανεφοδιασμού χωρίς καύσιμα στην Ασία».

Σύμφωνα με πληροφορίες από την αγορά, που επικαλείται το Bloomberg, τα αποθέματα μαζούτ βρίσκονται ήδη σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα σε δύο από τα τρία μεγαλύτερα παγκόσμια κέντρα ανεφοδιασμού πλοίων: τη Σιγκαπούρη και τη Φουτζάιρα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Προβλήματα αρχίζουν να εμφανίζονται και σε άλλα λιμάνια που ανήκουν στο παγκόσμιο «top 10» των bunkering hubs, αν και προς το παρόν η προσφορά παραμένει επαρκής σε ευρωπαϊκά και αμερικανικά λιμάνια. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή τα βασικά «εργαλεία άμυνας» της αγοράς απέναντι σε ενεργειακές κρίσεις έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί. Στο αρχικό στάδιο της κρίσης αυξήθηκαν οι απευθείας πωλήσεις αργού παρακάμπτοντας ορισμένα διυλιστήρια, ενώ ενεργοποιήθηκαν και στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου. Από εδώ και πέρα, όμως, η μόνη πραγματική εξισορρόπηση φαίνεται να μπορεί να προέλθει από τη μείωση της ζήτησης μέσω υψηλότερων τιμών.

Στη Wall Street και στις διεθνείς αγορές ενέργειας, η προσοχή εστιάζεται κυρίως στην τιμή του αργού πετρελαίου, ιδιαίτερα σε δύο βασικούς δείκτες αναφοράς: το αμερικανικό West Texas Intermediate (WTI) και το Brent της Βόρειας Θάλασσας. Ωστόσο, το αργό πετρέλαιο το αγοράζουν κυρίως τα διυλιστήρια. Η πραγματική οικονομία λειτουργεί με τα προϊόντα που προκύπτουν μετά τη διύλιση: βενζίνη, ντίζελ και μαζούτ. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι τιμές αυτών των προϊόντων κινούνται παράλληλα με την τιμή του αργού, παραμένοντας ελαφρώς υψηλότερες ώστε να καλύπτουν το κόστος διύλισης. Σήμερα όμως αυτή η σχέση έχει διαταραχθεί. Με το Brent γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, το μαζούτ θα αναμενόταν να κοστίζει λίγο παραπάνω. Στην πραγματικότητα όμως οι τιμές έχουν εκτοξευθεί.

Στη Σιγκαπούρη το μαζούτ διαπραγματεύεται περίπου στα 140 δολάρια το βαρέλι. Στη Φουτζάιρα η τιμή πλησιάζει τα 160 δολάρια, ενώ ορισμένες ποιοτικές κατηγορίες που πληρούν αυστηρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα φτάνουν ακόμη και τα 175 δολάρια. Πρόκειται για επίπεδα τιμών που ξεπερνούν ακόμη και τα ιστορικά υψηλά του 2008 και του 2022. Παράλληλα, η αγορά λειτουργεί πλέον με έντονη πίεση προσφοράς: οι traders δίνουν τιμές τηλεφωνικά που ισχύουν μόνο για λίγα λεπτά, απαιτώντας άμεση απόφαση αγοράς.

Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ

Κεντρικός παράγοντας πίσω από αυτή την αναταραχή είναι το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του κόσμου. Η σημασία του δεν περιορίζεται μόνο στη μεταφορά εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου. Μέσω αυτού του περάσματος μεταφέρονται επίσης μεγάλες ποσότητες μαζούτ που παράγονται σε διυλιστήρια της Σαουδικής Αραβίας, του Κουβέιτ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, τα διυλιστήρια της περιοχής του Περσικού Κόλπου παράγουν περίπου το 20% του μαζούτ που διακινείται διεθνώς. Η περιοχή έχει πολύ μικρότερη σημασία για άλλα προϊόντα όπως η βενζίνη, γεγονός που καθιστά το μαζούτ ιδιαίτερα ευάλωτο σε διαταραχές. Το πρόβλημα επιτείνεται από τα χαρακτηριστικά του ίδιου του πετρελαίου της περιοχής. Πολλές ποικιλίες αργού του Περσικού Κόλπου παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες βαρέων υπολειμμάτων κατά τη διύλιση. Για παράδειγμα, από ένα βαρέλι Saudi Arab Light περίπου το 50% καταλήγει σε βαριά υπολείμματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή μαζούτ. Αντίθετα, από ένα βαρέλι WTI το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 33%. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν ασιατικά διυλιστήρια βρίσκουν εναλλακτικές προμήθειες αργού από τις ΗΠΑ ή τη Ρωσία, το τελικό αποτέλεσμα είναι μικρότερη παραγωγή μαζούτ.

Αγώνας δρόμου για μεταφορά καυσίμων στην Ασία

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η ναυτιλιακή και η πετρελαϊκή βιομηχανία προσπαθούν να περιορίσουν τις ελλείψεις μεταφέροντας μαζούτ από άλλες περιοχές του κόσμου. Ποσότητες κατευθύνονται ήδη από ευρωπαϊκά λιμάνια όπως το Ρότερνταμ και το Γιβραλτάρ, αλλά και από αμερικανικά σημεία ανεφοδιασμού όπως το Λονγκ Μπιτς και ο Παναμάς προς την Ασία. Παρόλα αυτά, όσο παραμένει κλειστό το Στενό του Ορμούζ, ο κίνδυνος να μην μπορούν τα πλοία να ανεφοδιαστούν επαρκώς παραμένει υπαρκτός. Και αν ο στόλος των εμπορικών πλοίων αρχίσει να αντιμετωπίζει πραγματικές ελλείψεις καυσίμων, οι επιπτώσεις μπορεί να επεκταθούν πολύ πέρα από την ενεργειακή αγορά. Το μαζούτ μπορεί να βρίσκεται «στον πάτο του βαρελιού» της πετρελαϊκής βιομηχανίας, όμως στην παρούσα συγκυρία απειλεί να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες αστάθειας για το παγκόσμιο εμπόριο και την οικονομία.

Διαβάστε ακόμη