Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη διαταραχή τροφοδοσίας στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, προειδοποιεί ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) στο τελευταίο Oil Market Report. Η σχεδόν πλήρης παράλυση της ναυσιπλοΐας μέσω του Στενού του Ορμούζ, της σημαντικότερης ενεργειακής αρτηρίας του πλανήτη, έχει ανατρέψει τις ισορροπίες στην αγορά αργού και προϊόντων, προκαλώντας ένα σοκ που εκτείνεται από την παραγωγή μέχρι τη διύλιση και τη ζήτηση. Ανεπηρέαστες φυσικά δεν έχουν μείνει και οι τιμές, οι οποίες ανεβοκατεβαίνουν σαν «ασανσέρ» υπό το βάρος κάθε νέας γεωπολιτικής εξέλιξης. Η τιμή του διεθνούς δείκτη Brent εκτινάχθηκε έως τα 119 δολάρια το βαρέλι πριν υποχωρήσει βίαια στα 84 δολάρια, αναφέρουν οι Financial Times. Για όσους βρίσκονταν στις αίθουσες συναλλαγών, η κατάσταση έμοιαζε με αγώνα ταχύτητας χωρίς φρένα. Μέσα σε δευτερόλεπτα, ένα κέρδος μπορούσε να εξαφανιστεί και να μετατραπεί σε βαριά ζημιά.
Πριν από την κρίση, από το στενό αυτό διέρχονταν περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Σήμερα οι ροές αυτές έχουν περιοριστεί σε ένα μικρό μόνο κλάσμα, καθώς οι δυνατότητες παράκαμψης του περάσματος είναι εξαιρετικά περιορισμένες και οι αποθηκευτικοί χώροι στις χώρες του Περσικού Κόλπου γεμίζουν γρήγορα. Σε αυτή τη συγκυρία, οι μεγάλοι παραγωγοί της περιοχής αναγκάζονται να περιορίσουν την παραγωγή τους, αφού η εξαγωγή φορτίων μέσω θαλάσσης έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του IEA, η παραγωγή των χωρών του Κόλπου έχει ήδη μειωθεί κατά τουλάχιστον 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Από την ποσότητα αυτή, περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως αφορούν αργό πετρέλαιο, ενώ περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως προέρχονται από συμπυκνώματα και υγρά φυσικού αερίου. Οι μεγαλύτερες περικοπές εντοπίζονται σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ και το Κατάρ, δηλαδή στους βασικούς εξαγωγείς που εξαρτώνται από το στενό για τη διοχέτευση των φορτίων τους προς τις διεθνείς αγορές.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σημαντικό κενό στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα μειωθεί κατά περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Μάρτιο. Ως αποτέλεσμα, η συνολική παραγωγή αναμένεται να υποχωρήσει κοντά στα 98,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, επίπεδο που αποτελεί το χαμηλότερο από τις αρχές του 2022. Παρά τη δραματική αυτή μείωση, η έκθεση διατηρεί την εκτίμηση ότι στο σύνολο του 2026 η παγκόσμια προσφορά θα αυξηθεί κατά περίπου 1,1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αύξηση που θα προέλθει κυρίως από παραγωγούς εκτός OPEC+, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Βραζιλία και η Γουιάνα.
Ντόμινο και στα πετρελαϊκά προϊόντα
Το σοκ όμως δεν περιορίζεται στην αγορά αργού. Οι διαταραχές επεκτείνονται σε ολόκληρη την αλυσίδα των πετρελαϊκών προϊόντων. Το 2025 οι χώρες του Περσικού Κόλπου εξήγαγαν περίπου 3,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως διυλισμένων προϊόντων, καθώς και περίπου 1,5 εκατομμύριο βαρέλια υγροποιημένου αερίου LPG. Με τις μεταφορές μέσω του Στενού του Ορμούζ να έχουν σχεδόν παραλύσει, οι εξαγωγές αυτές έχουν περιοριστεί δραστικά. Ήδη περισσότερο από 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως διυλιστικής δυναμικότητας στην περιοχή βρίσκονται εκτός λειτουργίας, καθώς πολλά διυλιστήρια δεν μπορούν να εξάγουν τα προϊόντα τους ή να εξασφαλίσουν επαρκείς ποσότητες πρώτης ύλης.
Ιδιαίτερα έντονη πίεση καταγράφεται σε ορισμένες αγορές πετρελαϊκών προϊόντων. Το LPG, με εξαγωγές που προσεγγίζουν τα 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, καθώς και η νάφθα, περίπου 1,2 εκατ. βαρέλια την ημέρα, συγκαταλέγονται στις κατηγορίες που πλήττονται περισσότερο από τις διαταραχές στις ροές της περιοχής. Οι εξαγωγές ντίζελ (πετρελαίου κίνησης) από τις χώρες του Κόλπου εκτιμώνται περίπου στα 730 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως, ενώ τα καύσιμα αεροπορίας και η κηροζίνη ανέρχονται σε περίπου 380 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως. Σημαντικές παραμένουν επίσης και οι ροές μαζούτ, οι οποίες περιλαμβάνουν περίπου 270 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως πρωτογενές μαζούτ (straight-run fuel oil), περίπου 420 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως μαζούτ υψηλής περιεκτικότητας σε θείο (high sulphur fuel oil – HSFO) και περίπου 70 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως μαζούτ πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο (very low sulphur fuel oil – VLSFO).
Η Ασία στο επίκεντρο των επιπτώσεων
Οι γεωγραφικές επιπτώσεις της κρίσης είναι ιδιαίτερα έντονες στην Ασία. Από τα περίπου 15 εκατομμύρια βαρέλια αργού και συμπυκνωμάτων που εξάγονταν μέσω του Ορμούζ το 2025, πάνω από το 90% κατευθυνόταν προς αγορές ανατολικά του Σουέζ. Η Κίνα απορροφούσε περίπου το 37% αυτών των ροών, δηλαδή περισσότερα από 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Η Ινδία ακολουθούσε με περίπου 14% των εξαγωγών, ή περίπου 2,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα απορροφούσαν περίπου από 12% η καθεμία, δηλαδή περίπου 1,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Για την Ινδία η εξάρτηση είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς ο Περσικός Κόλπος κάλυπτε περίπου το 40% των συνολικών εισαγωγών αργού της χώρας το 2025.
Η κρίση επηρεάζει και την παγκόσμια πετροχημική βιομηχανία. Οι ροές πετροχημικών πρώτων υλών και προϊόντων από τον Κόλπο ξεπέρασαν τα 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 2025, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Για το LPG ειδικότερα, η Ινδία απορροφούσε πάνω από το 45% των εξαγωγών της περιοχής, ενώ περίπου το 90% της κατανάλωσης LPG στη χώρα χρησιμοποιείται για οικιακές ανάγκες, κυρίως μαγείρεμα και θέρμανση. Στην Κίνα, οι διαταραχές αφορούν περίπου 730 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως εισαγωγών πετροχημικών πρώτων υλών και περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως εμπορευμάτων της πετροχημικής αλυσίδας.
Οι διαταραχές αυτές αρχίζουν ήδη να επηρεάζουν και τη ζήτηση πετρελαίου. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη για την παγκόσμια αύξηση της κατανάλωσης κατά περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως κατά μέσο όρο για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο. Για το σύνολο του 2026, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου εκτιμάται πλέον ότι θα αυξηθεί μόλις κατά 640 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως, δηλαδή κατά περίπου 210 χιλιάδες βαρέλια λιγότερο από την εκτίμηση της προηγούμενης έκθεσης.
Η μεγαλύτερη υποχώρηση εντοπίζεται στα καύσιμα αεροπορίας και στο LPG. Η κατανάλωση jet fuel στη Μέση Ανατολή μειώθηκε δραστικά λόγω ακυρώσεων πτήσεων και περιορισμού των αεροπορικών δρομολογίων. Ο IEA εκτιμά ότι η ζήτηση jet fuel στην περιοχή θα είναι χαμηλότερη κατά περίπου 270 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως τον Μάρτιο και κατά περίπου 170 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως τον Απρίλιο. Ως αποτέλεσμα, η παγκόσμια αύξηση κατανάλωσης jet fuel για το 2026 περιορίζεται πλέον περίπου στα 120 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως, σημαντικά χαμηλότερα από τις προηγούμενες προβλέψεις. Αντίστοιχα, η πρόβλεψη για αύξηση της ζήτησης LPG και ethane περιορίστηκε περίπου στα 150 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως.
Σε αυτό το εξαιρετικά εύθραυστο περιβάλλον, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ενεργοποίησε τον μηχανισμό έκτακτης ανάγκης της αγοράς πετρελαίου, παρουσιάζοντας το πλήρες σχέδιο διάθεσης στρατηγικών αποθεμάτων για την απορρόφηση του σοκ προσφοράς.
Συνολικά, οι χώρες-μέλη του οργανισμού θα διοχετεύσουν στην αγορά 411,9 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, ποσότητα που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες συντονισμένες παρεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ για τη σταθεροποίηση της αγοράς.
Η επιχείρηση στηρίζεται σε τρεις βασικές πηγές αποθεμάτων. Περίπου 271,7 εκατομμύρια βαρέλια θα προέλθουν από κρατικά στρατηγικά αποθέματα, τα οποία διατηρούν οι κυβερνήσεις για περιόδους σοβαρής ενεργειακής κρίσης. Επιπλέον 116,6 εκατομμύρια βαρέλια θα προέλθουν από υποχρεωτικά αποθέματα της βιομηχανίας, δηλαδή αποθήκες που διατηρούν διυλιστήρια και εταιρείες εμπορίας βάσει κανονιστικών υποχρεώσεων. Τέλος, περίπου 23,6 εκατομμύρια βαρέλια θα προέλθουν από άλλες πηγές, όπως εμπορικά αποθέματα ή πρόσθετες κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Η γεωγραφική κατανομή της παρέμβασης δείχνει και ποιοι σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της επιχείρησης σταθεροποίησης της αγοράς. Η αμερικανική ήπειρος θα συμβάλει με περίπου 195,8 εκατομμύρια βαρέλια, κυρίως μέσω των στρατηγικών αποθεμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ασία και η Ωκεανία θα συνεισφέρουν περίπου 108 εκατομμύρια βαρέλια, ενώ αντίστοιχη ποσότητα περίπου 108 εκατομμυρίων βαρελιών θα προέλθει από τις ευρωπαϊκές χώρες.
Το χρονοδιάγραμμα της διάθεσης έχει επίσης σημασία για την αγορά. Τα αποθέματα από τις χώρες της Ασίας και της Ωκεανίας θα αρχίσουν να διοχετεύονται άμεσα, ώστε να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις στις αγορές της περιοχής. Αντίθετα, οι ποσότητες που θα προέλθουν από την Ευρώπη και την Αμερική αναμένεται να αρχίσουν να φθάνουν στην αγορά προς το τέλος Μαρτίου, καθώς απαιτείται περισσότερος χρόνος για την ενεργοποίηση των μηχανισμών δημοπράτησης και διάθεσης.
Συνολικά, τα κράτη-μέλη του IEA διαθέτουν περίπου 1,2 δισεκατομμύρια βαρέλια κυβερνητικών στρατηγικών αποθεμάτων, ενώ περίπου 600 εκατομμύρια βαρέλια βρίσκονται σε υποχρεωτικά αποθέματα της βιομηχανίας. Τα αποθέματα αυτά επαρκούν για να καλύψουν περίπου 27 ημέρες μελλοντικής ζήτησης πετρελαίου στις χώρες του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, τα παγκόσμια αποθέματα αργού και προϊόντων ξεπερνούν τα 8,2 δισεκατομμύρια βαρέλια, με περίπου το μισό να βρίσκεται σε χώρες του ΟΟΣΑ και περίπου το ένα τέταρτο σε φορτία που μεταφέρονται μέσω θαλάσσιων μεταφορών.
Η ενεργοποίηση των στρατηγικών αποθεμάτων αποτελεί ένα ισχυρό μήνυμα προς τις αγορές ότι οι κυβερνήσεις είναι έτοιμες να παρέμβουν για να αποτρέψουν ένα νέο ενεργειακό σοκ. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο IEA, η παρέμβαση αυτή μπορεί να περιορίσει μόνο προσωρινά τις πιέσεις στην αγορά. Η πραγματική ισορροπία θα εξαρτηθεί από το πότε θα αποκατασταθεί η ασφαλής ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ. Μέχρι τότε, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου θα συνεχίσει να κινείται σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας, με αρκετούς αναλυτές να προειδοποιούν ότι μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει τις τιμές ακόμη και κοντά στα 200 δολάρια το βαρέλι.
Διαβάστε ακόμη
