Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ήρε την Πέμπτη μέρος των κυρώσεων στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας, προκειμένου να διευκολύνει τις αμερικανικές εταιρείες να εμπορεύονται το αργό πετρέλαιο της χώρας, ενώ ανακοίνωσε ότι σύντομα θα ακολουθήσει περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών.

Η κίνηση του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών επιτρέπει στις αμερικανικές εταιρείες να αγοράζουν, να πωλούν, να μεταφέρουν, να αποθηκεύουν και να διυλίζουν βενεζουελάνικο αργό πετρέλαιο, χωρίς ωστόσο να αίρει τις υφιστάμενες κυρώσεις στην παραγωγή.

Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε σύμφωνα με το Reuters, ότι το μέτρο «θα βοηθήσει στη διοχέτευση της υφιστάμενης παραγωγής» από τη Βενεζουέλα και ότι σύντομα θα υπάρξουν νέες ανακοινώσεις για περαιτέρω άρση κυρώσεων.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να ελέγχουν επ’ αόριστον τις πωλήσεις και τα έσοδα από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, μετά τη σύλληψη του ηγέτη της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, από αμερικανικές δυνάμεις σε επιχείρηση στο Καράκας στις 3 Ιανουαρίου.

Έχει επίσης αναφέρει ότι επιθυμεί αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επενδύσουν τελικά 100 δισ. δολάρια για την αποκατάσταση της παραγωγής της χώρας-μέλους του OPEC στα ιστορικά υψηλά της, ύστερα από χρόνια υποεπένδυσης και κακοδιαχείρισης.

Στο μεταξύ, Ουάσιγκτον και Καράκας έχουν ήδη συμφωνήσει σε μια αρχική συμφωνία πώλησης 50 εκατ. βαρελιών βενεζουελάνικου αργού, με τις ευρωπαϊκές εμπορικές εταιρείες Vitol και Trafigura να αναλαμβάνουν τη διάθεσή τους.

Η νέα άδεια του υπουργείου Οικονομικών, γνωστή ως γενική άδεια, ανοίγει το εμπόριο πετρελαίου της Βενεζουέλας και σε επιπλέον εταιρείες, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για αμερικανικές επιχειρήσεις.

Επιτρέπει συναλλαγές με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας και την κρατική πετρελαϊκή PDVSA που αφορούν «την άντληση, εξαγωγή, επανεξαγωγή, πώληση, μεταπώληση, προμήθεια, αποθήκευση, εμπορία, αγορά, παράδοση ή μεταφορά πετρελαίου βενεζουελάνικης προέλευσης, συμπεριλαμβανομένης της διύλισής του, από καθιερωμένη αμερικανική εταιρεία».

Αποκλείει ρητά εταιρείες και πρόσωπα από ανταγωνιστικές χώρες όπως η Κίνα, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Κούβα και η Ρωσία.

Κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, το υπουργείο Οικονομικών είχε επιβάλει κυρώσεις σε ολόκληρο τον ενεργειακό τομέα της Βενεζουέλας το 2019, μετά την πρώτη επανεκλογή του Μαδούρο, την οποία η Ουάσιγκτον δεν αναγνώρισε.

Η νέα άδεια δεν επιτρέπει όρους πληρωμής που δεν θεωρούνται εμπορικά εύλογοι, ούτε συναλλαγές που περιλαμβάνουν ανταλλαγή χρέους, πληρωμές σε χρυσό ή συναλλαγές σε ψηφιακά νομίσματα.

«America First»

Πετρελαϊκές εταιρείες όπως η Chevron, η Repsol και η ENI, ο όμιλος διύλισης Reliance Industries, καθώς και ορισμένοι αμερικανικοί πάροχοι υπηρεσιών στον πετρελαϊκό τομέα, είχαν ζητήσει τις τελευταίες εβδομάδες άδειες για να επεκτείνουν την παραγωγή ή τις εξαγωγές από τη χώρα-μέλος του OPEC.

Η αύξηση της παραγωγής θα απαιτήσει επιπλέον εγκρίσεις από τις ΗΠΑ.

Ο Τζέρεμι Πάνερ, δικηγόρος της Hughes Hubbard & Reed και πρώην ερευνητής κυρώσεων του OFAC, δήλωσε ότι η άδεια είναι ευρεία, καθώς καλύπτει πολλές δραστηριότητες, όπως διύλιση, μεταφορά και άντληση πετρελαίου, αλλά ταυτόχρονα περιορισμένη, καθώς αφορά αποκλειστικά αμερικανικές εταιρείες.

Ο Κέβιν Μπουκ, αναλυτής της ClearView Energy Partners, ανέφερε ότι η άδεια παρέχει σαφήνεια για τις αμερικανικές εταιρείες, διατηρώντας παράλληλα την πρακτική της εξέτασης κατά περίπτωση για τις μη αμερικανικές.

«Με λίγα λόγια, φαίνεται να προσφέρει χαλάρωση κυρώσεων με λογική “America First – οι άλλοι να ζητήσουν άδεια”», είπε.

Ο μεγάλος αριθμός ατομικών αιτημάτων προς την αμερικανική κυβέρνηση είχε καθυστερήσει την πρόοδο των σχεδίων για αύξηση των εξαγωγών και την ταχεία προσέλκυση επενδύσεων στη Βενεζουέλα, σύμφωνα με δύο πηγές.

Η νέα άδεια του OFAC συνέπεσε με την έγκριση από τη βενεζουελάνικη Βουλή αναθεωρημένης μεταρρύθμισης του βασικού νόμου για το πετρέλαιο, η οποία αναμένεται να παραχωρήσει μεγαλύτερη αυτονομία στους ιδιώτες παραγωγούς σε κοινοπραξίες ή μέσω νέων συμβολαίων για τη λειτουργία έργων και την εμπορική αξιοποίηση της παραγωγής.

Η μεταρρύθμιση θεσμοθετεί επίσης μοντέλο επιμερισμού της παραγωγής, το οποίο είχε εισαγάγει αρχικά ο Μαδούρο και διαπραγματεύτηκε τα τελευταία χρόνια με λιγότερο γνωστές ενεργειακές εταιρείες.

Ο Φρανσίσκο Μονάλντι, διευθυντής του Προγράμματος Ενέργειας Λατινικής Αμερικής στο Ινστιτούτο Baker του Πανεπιστημίου Rice στο Χιούστον, δήλωσε ότι αναρωτιέται κατά πόσο ο αποκλεισμός ρωσικών και κινεζικών εταιρειών θα δυσκολέψει τη λειτουργία ή την εμπορία πετρελαίου της PDVSA από αυτά τα κοινοπρακτικά σχήματα, τα οποία, όπως είπε, αντιστοιχούν στο 22% της συνολικής παραγωγής.

Διαβάστε ακόμη