Ο καύσωνας καταγράφεται πλέον ως καθοριστικός παράγοντας στα οικονομικά αποτελέσματα των ευρωπαϊκών ομίλων, με τις διοικήσεις να κάνουν ολοένα και περισσότερες αναφορές στις επιπτώσεις της ξηρασίας και των πυρκαγιών κατά την παρουσίαση των κερδών τους. Σύμφωνα με τα δεδομένα της AlphaSense, μία στις δέκα ευρωπαϊκές εταιρείες με χρηματιστηριακή αξία άνω του 1 δισ. δολαρίων συμπεριέλαβε την κλιματική αλλαγή στις αναφορές τους, καθώς οι σφοδροί καύσωνες δημιουργούν διπλό αντίκτυπο: εκτοξεύουν τη ζήτηση σε συγκεκριμένους κλάδους, ενώ ταυτόχρονα προκαλούν διακοπές στην παραγωγική αλυσίδα και την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο καύσωνας αλλάζει τον χάρτη της κατανάλωσης

Από τον κλιματισμό και την προσωπική φροντίδα έως τη διαχείριση του νερού και τις κατασκευές, οι παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες αρχίζουν να μεταβάλλουν τη ζήτηση σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά. Όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων στους Financial Times, ο φετινός καύσωνας δεν ενίσχυσε απλώς τις πωλήσεις ορισμένων εποχικών προϊόντων, αλλά επιτάχυνε μια ευρύτερη αναπροσαρμογή επιχειρηματικών μοντέλων, επενδύσεων και συνθηκών εργασίας.

Οι ισχυρότερες αυξήσεις καταγράφονται, όπως ήταν αναμενόμενο, στα προϊόντα που προσφέρουν άμεση προστασία από τη ζέστη. Οι πωλήσεις ανεμιστήρων της Groupe SEB αυξήθηκαν κατά 30% στην Ευρώπη τον Ιούνιο σε ετήσια βάση, ενώ η Beiersdorf κατέγραψε τον καλύτερο μήνα στην ιστορία της στις πωλήσεις αντηλιακών. Αντίστοιχη δυναμική εμφανίζουν οι προμηθευτές συστημάτων ψύξης και κλιματισμού, με τη ζήτηση να ενισχύεται ιδιαίτερα σε αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου μέχρι πρότινος τα θερμά καλοκαίρια ήταν λιγότερο συχνά και οι σχετικές υποδομές περιορισμένες.

Η ζέστη ενισχύει παράλληλα την αγορά των πισινών, των ηλεκτρογεννητριών και του εξοπλισμού διαχείρισης νερού. Ο ισπανικός κλάδος των πισινών αντιμετωπίζει πλέον τα προϊόντα του ως μια μορφή «κλιματικού καταφυγίου», βλέποντας πίσω από την εποχική άνοδο των πωλήσεων μια μακροπρόθεσμη επιχειρηματική ευκαιρία. Την ίδια στιγμή, η παρατεταμένη ξηρασία στρέφει περισσότερους αγρότες σε αντλίες που μπορούν να αντλήσουν νερό από μεγαλύτερο βάθος. Η γερμανική KSB ανέφερε στους Financial Times ότι δέχθηκε κύμα σχετικών παραγγελιών, μια ένδειξη ότι οι επιπτώσεις της ζέστης επεκτείνονται πλέον πολύ πέρα από την κατανάλωση και αγγίζουν κρίσιμες παραγωγικές δραστηριότητες.

Από τα νέα προϊόντα στις αλλαγές λειτουργίας

Για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, πάντως, το θερμότερο κλίμα δεν δημιουργεί μόνο νέες πηγές εσόδων. Αυξάνει επίσης το λειτουργικό κόστος και επιβάλλει αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας, στις εγκαταστάσεις και στον σχεδιασμό των επενδύσεων.

Στον κλάδο τροφίμων και εστίασης, οι εταιρείες διευρύνουν τις σειρές κρύων ροφημάτων και άλλων εποχικών προϊόντων, προκειμένου να περιορίσουν τις απώλειες από τη μειωμένη κατανάλωση παραδοσιακών επιλογών κατά τις ημέρες του καύσωνα. Η βρετανική Greggs εκτιμά ότι η κίνηση αυτή τη βοήθησε να αντιμετωπίσει καλύτερα το φετινό κύμα ζέστης, έπειτα από τις πιέσεις που είχε δεχθεί η κερδοφορία της έναν χρόνο νωρίτερα.

Πιο σύνθετες είναι οι συνέπειες στις κατασκευές, όπου οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να ακινητοποιήσουν εργοτάξια και συνεργεία. Στην Ολλανδία, η Heijmans εξετάζει ακόμη και την καθιέρωση άδειας λόγω ζέστης, αντίστοιχης με εκείνη που προβλέπεται για περιόδους έντονου ψύχους, καθώς στους 35 βαθμούς Κελσίου πολλές εξωτερικές εργασίες καθίστανται πρακτικά αδύνατες.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η ανάγκη προσαρμογής στον τομέα της υγείας και της φροντίδας ηλικιωμένων. Η Clariane σχεδιάζει να επιταχύνει επενδύσεις 10 εκατ. ευρώ για την εγκατάσταση συστημάτων κλιματισμού στις μονάδες της στη Βόρεια Ευρώπη. Η απόφαση συνδέεται τόσο με την προστασία των ευάλωτων ηλικιωμένων όσο και με την αύξηση κατά 15% των βραχυπρόθεσμων διαμονών, καθώς οικογένειες αναζήτησαν ασφαλείς και δροσερούς χώρους για τους συγγενείς τους κατά τη διάρκεια του καύσωνα.

Δύο διαφορετικές αναγνώσεις για τη «νέα κανονικότητα»

Η εικόνα που μεταφέρει η ευρωπαϊκή επιχειρηματική κοινότητα στους Financial Times δεν είναι ενιαία. Οι κλάδοι που εξαρτώνται άμεσα από το νερό, την ενέργεια, τις υποδομές και τις καιρικές συνθήκες αντιμετωπίζουν τις φετινές θερμοκρασίες ως προειδοποίηση για μια βαθύτερη και μονιμότερη αλλαγή. Αντίθετα, επιχειρήσεις του λιανεμπορίου και των αερομεταφορών εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές ως προς το εάν ένα ακραίο καλοκαίρι αρκεί για να μεταβάλει μακροπρόθεσμα τις καταναλωτικές συνήθειες.

Στην πρώτη κατηγορία, η Saint-Gobain θεωρεί την προσαρμογή των κτιρίων στη ζέστη επιτακτική, ιδιαίτερα μετά τις εκτεταμένες διακοπές λειτουργίας σχολείων στη Γαλλία. Στον ενεργειακό κλάδο, η Drax προειδοποιεί ότι η ξηρασία μπορεί να περιορίσει την υδροηλεκτρική παραγωγή, ενώ η Engie χαρακτηρίζει το 2026 σημείο καμπής, καθώς οι καιρικές συνθήκες γίνονται πιο ακραίες και λιγότερο προβλέψιμες.

Στον αντίποδα, η H&M εκτιμά ότι οι θετικές και οι αρνητικές επιδράσεις του καιρού στις πωλήσεις εξισορροπούνται σε βάθος χρόνου. Αντίστοιχα, οι Jet2 και Ryanair δεν διακρίνουν προς το παρόν δομική αλλαγή στις ταξιδιωτικές επιλογές των Ευρωπαίων, θεωρώντας ότι οι υψηλές θερμοκρασίες δεν θα ανακόψουν τη ζήτηση για τους παραδοσιακούς καλοκαιρινούς προορισμούς της Μεσογείου.

Η διαχωριστική γραμμή φαίνεται επομένως να εξαρτάται από τον βαθμό έκθεσης κάθε κλάδου στον κλιματικό κίνδυνο. Για τις επιχειρήσεις υποδομών, ενέργειας, νερού και υγείας, η προσαρμογή εξελίσσεται ήδη σε επενδυτική και λειτουργική αναγκαιότητα. Για το λιανεμπόριο και τον τουρισμό, η ζέστη εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως παράγοντας εποχικών διακυμάνσεων. Το εάν αυτή η δεύτερη ανάγνωση θα αντέξει, όμως, θα κριθεί από τη συχνότητα και την ένταση των επόμενων ευρωπαϊκών καλοκαιριών.

Διαβάστε ακόμη