Η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση που έχει επιχειρηθεί τα τελευταία χρόνια στον τομέα της ύδρευσης και της αποχέτευσης περνά πλέον από το «τεστ» της δημόσιας διαβούλευσης. Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που επεκτείνει τις αρμοδιότητες της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, ενισχύει τον ρόλο της ΡΑΑΕΥ και αναδιαμορφώνει το μοντέλο διαχείρισης του νερού σε μεγάλες γεωγραφικές ενότητες, αναγνωρίζεται από αρκετούς φορείς ως μια προσπάθεια αντιμετώπισης χρόνιων αδυναμιών του κατακερματισμένου συστήματος. Ωστόσο, οι δεκάδες παρεμβάσεις στη διαβούλευση συγκλίνουν στην ανάγκη να ενισχυθούν οι θεσμικές, οικονομικές και επιχειρησιακές εγγυήσεις της μεταρρύθμισης πριν αυτή λάβει την τελική της μορφή.
Η εικόνα που αναδύεται δεν παραπέμπει σε ένα ενιαίο μέτωπο απόρριψης του σχεδίου. Δήμοι, δημοτικές επιχειρήσεις, οργανισμοί άρδευσης, εργαζόμενοι και στελέχη των ίδιων των φορέων που θα κληθούν να εφαρμόσουν το νέο πλαίσιο προσεγγίζουν τη μεταρρύθμιση από διαφορετικές αφετηρίες. Πολλοί αναγνωρίζουν ότι το σημερινό σύστημα εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες: παλαιωμένα δίκτυα, υψηλές απώλειες, ελλείψεις προσωπικού, δυσκολία εκτέλεσης μεγάλων έργων, ενεργειακά χρέη και σημαντικές αποκλίσεις στην επιχειρησιακή επάρκεια των παρόχων. Η βασική τους ένσταση δεν είναι ότι όλα πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, αλλά ότι η μετάβαση σε ένα πιο συγκεντρωτικό μοντέλο οφείλει να στηριχθεί σε σαφέστερη τεκμηρίωση και ισχυρότερες δικλίδες.
Στον πυρήνα του σχεδίου βρίσκεται η παραδοχή ότι μεγαλύτεροι και οικονομικά ισχυρότεροι πάροχοι μπορούν να κινητοποιήσουν περισσότερα κεφάλαια, να οργανώσουν ενιαία επενδυτικά προγράμματα και να αξιοποιήσουν την τεχνική εμπειρία της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ. Οι οικονομίες κλίμακας, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ο κεντρικός σχεδιασμός μπορούν πράγματι να δημιουργήσουν καλύτερες προϋποθέσεις για την αντικατάσταση δικτύων, τη μείωση των διαρροών, την ψηφιοποίηση των υποδομών και την αναβάθμιση των υπηρεσιών. Το πρώτο μεγάλο ερώτημα της διαβούλευσης, όμως, είναι αν τα προσδοκώμενα οφέλη έχουν μετρηθεί και εάν έχει αποδειχθεί ότι υπερβαίνουν το κόστος της ενοποίησης.
Η έλλειψη πλήρους οικονομοτεχνικής τεκμηρίωσης
Η απουσία ολοκληρωμένης οικονομοτεχνικής μελέτης αποτελεί την πιο σταθερή γραμμή κριτικής που διατρέχει τις τοποθετήσεις της ΕΔΕΥΑ, δήμων και δημοτικών επιχειρήσεων. Οι φορείς ζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις για το κόστος της μετάβασης, τις επενδυτικές ανάγκες των περιοχών που θα ενταχθούν, τις νέες απαιτήσεις σε προσωπικό, τις υφιστάμενες υποχρεώσεις και τις επιπτώσεις στα τιμολόγια. Οι γενικές αναφορές σε οικονομίες κλίμακας και αποτελεσματικότερη λειτουργία, επισημαίνουν, δεν αρκούν για μια αλλαγή που μεταφέρει αρμοδιότητες, περιουσία και λειτουργίες μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής αξίας.
Το ζήτημα συνδέεται και με τη θεσμική ακολουθία της μεταρρύθμισης. Η ΕΔΕΥΑ και ΔΕΥΑ υποστηρίζουν ότι ο ν. 5037/2023 αναθέτει στη ΡΑΑΕΥ ρόλο στην αξιολόγηση και την εισήγηση για την αναδιοργάνωση των παρόχων. Στο νέο σχήμα, όμως, η βασική πολιτική απόφαση προωθείται πριν προηγηθεί αντίστοιχη τεκμηριωμένη αξιολόγηση, ενώ η αποτελεσματικότητα του μοντέλου προβλέπεται να επανεξεταστεί αργότερα. Κατά την κριτική αυτή, η σειρά αντιστρέφεται: πρώτα θεσμοθετείται η λύση και στη συνέχεια αξιολογείται αν ήταν η κατάλληλη.
Παράλληλα, τίθεται θέμα συντονισμού με τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ενώ εκεί προκρίνονται οικειοθελείς συνενώσεις των ΔΕΥΑ, το νέο νομοσχέδιο εισάγει υποχρεωτική ενσωμάτωση σε μεγαλύτερα σχήματα. Η διαφορετική κατεύθυνση των δύο παρεμβάσεων ενισχύει το αίτημα των φορέων να εξηγηθεί γιατί εγκαταλείπεται τόσο γρήγορα η λογική της συναίνεσης και της εθελοντικής συνεργασίας.
Οικονομίες κλίμακας
Η μετάβαση σε μεγαλύτερους φορείς μπορεί να προσφέρει καλύτερους όρους δανεισμού, κοινές προμήθειες, πιο οργανωμένη τεχνική υποστήριξη και δυνατότητα εκτέλεσης σύνθετων έργων. Δεν παύει, όμως, να έχει κόστος. Τα δάνεια για τις νέες επενδύσεις, οι αποζημιώσεις για τη μεταφορά παγίων, η ενσωμάτωση πληροφοριακών συστημάτων και προσωπικού και η αναβάθμιση υποδομών θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν.
Για τον λόγο αυτό, ένα από τα κεντρικά πεδία ανησυχίας είναι τα τιμολόγια. Οι φορείς ζητούν να διευκρινιστεί με ποιον τρόπο θα κατανέμεται ανά περιοχή το κόστος των επενδύσεων, εάν θα διατηρηθούν τα κοινωνικά τιμολόγια και αν θα υπάρξει μεταβατική προστασία από απότομες αυξήσεις. Η ανησυχία εντείνεται από το γεγονός ότι για την ύδρευση και την αποχέτευση δεν προβλέπεται συγκεκριμένο πάγωμα ή ανώτατο όριο αύξησης, την ώρα που το νέο μοντέλο θα πρέπει να ανακτήσει σημαντικές δαπάνες μέσω των εσόδων των παρόχων.
Στο ίδιο πεδίο εντάσσεται η παρέμβαση της ΕΔΕΥΑ για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές ηλεκτρικής ενέργειας. Η στήριξη υπερχρεωμένων ΔΕΥΑ μπορεί να διευκολύνει την εξυγίανσή τους και να επιτρέψει την ομαλή ένταξή τους στο νέο σχήμα. Η Ένωση, όμως, θεωρεί ότι η ευνοϊκότερη μεταχείριση όσων ενταχθούν στην ΕΥΔΑΠ ή την ΕΥΑΘ δημιουργεί άνισους όρους για τις επιχειρήσεις που θα παραμείνουν εκτός, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει το οικονομικό βάρος που θα αναλάβουν οι δύο μεγάλες εταιρείες.
Το μεγάλο ζήτημα της δημοτικής περιουσίας
Το πιο σύνθετο κεφάλαιο της μετάβασης αφορά την αποτίμηση και τη μεταφορά των παγίων. Δίκτυα, γεωτρήσεις, αντλιοστάσια, δεξαμενές, εγκαταστάσεις επεξεργασίας, άδειες, μελέτες και έργα που δημιουργήθηκαν επί δεκαετίες με δημοτικούς, κρατικούς και ευρωπαϊκούς πόρους καλούνται να ενταχθούν στο νέο επιχειρησιακό σχήμα.
Οι δήμοι και η ΕΔΕΥΑ ζητούν η πλήρης τεχνική, οικονομική και νομική αποτύπωση να προηγείται κάθε οριστικής μεταφοράς. Η δυνατότητα ολοκλήρωσης της ειδικής διαδοχής με προσωρινή αποτίμηση ή πριν από την περάτωση του τεχνικού ελέγχου δημιουργεί, κατά τις παρεμβάσεις, τον κίνδυνο να μεταβιβαστούν υποδομές χωρίς να είναι γνωστή η πραγματική τους κατάσταση, η αξία τους και το κόστος αποκατάστασης ή αναβάθμισης.
Ακόμη και όταν ο δήμος διατηρεί τυπικά την κυριότητα, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η ΕΥΔΑΠ ή η ΕΥΑΘ αποκτούν τη χρήση, τη διαχείριση, την εκμετάλλευση, τη συντήρηση και την επισκευή των υποδομών. Κατά τους φορείς, η κυριότητα χωρίς δυνατότητα λειτουργικού ελέγχου, λήψης επενδυτικών αποφάσεων και αξιοποίησης της περιουσίας κινδυνεύει να μείνει κενό γράμμα.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται ανεξάρτητη αποτίμηση, με ουσιαστική συμμετοχή των δήμων και δυνατότητα ελέγχου της μεθοδολογίας, αντί της μονομερούς επιλογής συμβούλων από τις εταιρείες που θα παραλάβουν τα πάγια. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος της αποζημίωσης, αλλά και την προστασία της οικονομικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ.
Ισχυρότερο σχήμα χωρίς απώλεια της τοπικής γνώσης
Η ενοποίηση μπορεί να δημιουργήσει ενιαία πρότυπα λειτουργίας και να περιορίσει τις μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των παρόχων. Από την άλλη πλευρά, η ύδρευση και η αποχέτευση είναι δραστηριότητες άμεσα συνδεδεμένες με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Η γνώση των δικτύων, των γεωτρήσεων, των εποχικών πιέσεων, των επαναλαμβανόμενων βλαβών και των τοπικών πηγών δεν μπορεί να αντικατασταθεί εύκολα από έναν κεντρικό μηχανισμό.
Οι ειδικοί συντονιστές και τα συμβουλευτικά όργανα που προβλέπει το σχέδιο δημιουργούν ένα κανάλι επικοινωνίας με την αυτοδιοίκηση. Η ΕΔΕΥΑ, όμως, θεωρεί ότι ο ρόλος τους παραμένει κυρίως γνωμοδοτικός και ότι οι δήμοι δεν αποκτούν αποφασιστική αρμοδιότητα πάνω στις επενδύσεις, στις λειτουργικές προτεραιότητες και στην τιμολογιακή πολιτική. Ακόμη και η περιορισμένη εκπροσώπηση των νέων περιοχών στα διοικητικά όργανα των εταιρειών χαρακτηρίζεται ανεπαρκής για τη διασφάλιση των συμφερόντων τους.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι να συνδυαστεί η τεχνική και χρηματοδοτική ισχύς των μεγάλων παρόχων με τη διατήρηση αποκεντρωμένων επιχειρησιακών μονάδων, οι οποίες θα μπορούν να παρεμβαίνουν άμεσα στις βλάβες και να μεταφέρουν τις πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής στον κεντρικό σχεδιασμό.
Η μεταφορά του προσωπικού και το ειδικό θέμα των στελεχών
Η πρόβλεψη μεταφοράς των εργαζομένων με την ίδια σχέση εργασίας αποτελεί μια βασική δικλίδα για την προστασία των θέσεων και την επιχειρησιακή συνέχεια. Οι τοποθετήσεις στη διαβούλευση ζητούν, ωστόσο, μεγαλύτερη σαφήνεια για τις αποδοχές, την προϋπηρεσία, τις συλλογικές συμβάσεις, τον τόπο εργασίας, την οργανική κατάταξη και τη μελλοντική εξέλιξη του προσωπικού.
Ιδιαίτερο θέμα αναδεικνύεται για τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές των ΔΕΥΑ. Η διατήρηση της ίδιας σύμβασης δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκη ότι θα παραμείνουν στην ίδια ιεραρχική θέση, με τα ίδια καθήκοντα, το επίδομα ευθύνης και το σύνολο των αποδοχών τους. Εάν μεταφερθούν σε απλή οργανική θέση ή καταργηθεί η θέση ευθύνης, μπορεί να υποστούν σημαντική μισθολογική και υπηρεσιακή υποβάθμιση αποκλειστικά λόγω της νομοθετικής μεταβολής.
Η επισήμανση δεν περιορίζεται στα εργασιακά δικαιώματα. Τα διευθυντικά στελέχη γνωρίζουν σε βάθος τα έργα, τις συμβάσεις, τις αδειοδοτήσεις, τις χρηματοδοτήσεις, τις δικαστικές υποθέσεις και τις υποχρεώσεις κάθε επιχείρησης. Η απώλεια ή η υποβάθμιση αυτής της τεχνογνωσίας μπορεί να δυσκολέψει την ίδια τη μετάβαση, σε μια περίοδο κατά την οποία η διοικητική συνέχεια θα είναι κρίσιμη.
Η άρδευση και τα όρια της «ολιστικής διαχείρισης»
Ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης αφορά το κατά πόσο η μεταρρύθμιση είναι πράγματι ολιστική. Η ΕΔΕΥΑ επισημαίνει ότι, ενώ το νομοσχέδιο θέτει ως στόχο την ισόρροπη διαχείριση του νερού ως δημόσιου αγαθού, η υποχρεωτική αναδιάρθρωση επικεντρώνεται κυρίως στην ύδρευση και την αποχέτευση. Η άρδευση παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός της υποχρεωτικής συγκέντρωσης, με ειδικές μόνο εξαιρέσεις.
Οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων αναγνωρίζουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού, ψηφιοποίησης, ενεργειακής αναβάθμισης των αντλιοστασίων και καλύτερης διαχείρισης των υδατικών πόρων. Αντιδρούν, όμως, σε οριζόντιες λύσεις που εξομοιώνουν οργανισμούς με διαφορετικές επιδόσεις και ανάγκες. Επισημαίνουν επίσης ότι δεν διανέμουν απλώς αρδευτικό νερό, αλλά λειτουργούν και συντηρούν εγγειοβελτιωτικά έργα, αντλιοστάσια και στραγγιστικά δίκτυα, παρέχοντας καθημερινή τεχνική υποστήριξη στην αγροτική παραγωγή.
Η συζήτηση αποκτά έτσι μεγαλύτερη πολιτική σημασία. Μια συνολική μεταρρύθμιση του νερού δεν μπορεί να περιορίζεται στους αστικούς παρόχους, όταν η πίεση στους πόρους συνδέεται σε μεγάλο βαθμό και με τις αγροτικές χρήσεις, την κατάσταση των αρδευτικών δικτύων και το ενεργειακό κόστος άντλησης.
Ξεχωριστή θέση στη διαβούλευση έχουν οι παρατηρήσεις της γενικής διευθύντριας της ΕΥΑΘ, καθώς δεν αμφισβητούν την επέκταση της εταιρείας, αλλά εστιάζουν στην εφαρμοσιμότητα του νέου σχήματος. Η ίδια επισημαίνει ασάφειες στη συνεργασία της ΕΥΑΘ με την ΕΥΑΘ Παγίων κατά την ανάθεση των ελέγχων δέουσας επιμέλειας, χωρίς να είναι σαφές ποιος αναθέτει τις υπηρεσίες, ποιο καθεστώς ακολουθείται και πώς επιμερίζεται η δαπάνη. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι κρίσιμες, επειδή δείχνουν ότι το νομοσχέδιο χρειάζεται διορθώσεις όχι μόνο για να αντιμετωπιστούν οι πολιτικές και αυτοδιοικητικές ενστάσεις, αλλά και για να μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς συγκρούσεις αρμοδιοτήτων, κενά στις μεταγραφές περιουσίας και νέα ερμηνευτικά προβλήματα.
Η μεταρρύθμιση στο τελικό της τεστ
Η δημόσια διαβούλευση δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη πραγματικών προβλημάτων στον τομέα του νερού. Αντίθετα, ακόμη και οι πιο επικριτικές παρεμβάσεις αναγνωρίζουν τις δυσλειτουργίες των σημερινών δομών, την υποστελέχωση, τις ανισότητες στην ποιότητα των υπηρεσιών και την ανάγκη μεγάλων επενδύσεων. Εκεί όπου εντοπίζεται η βασική διαφωνία είναι στο εάν η υποχρεωτική επέκταση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ αποτελεί τη μόνη ή την καλύτερα τεκμηριωμένη απάντηση.
Η τελική μορφή του νομοσχεδίου θα κριθεί από το κατά πόσο θα γεφυρώσει αυτή την απόσταση. Χρειάζεται να αποδείξει ότι οι οικονομίες κλίμακας δεν θα εξανεμιστούν από το κόστος ενσωμάτωσης, ότι τα νέα έργα δεν θα μεταφραστούν σε ανεξέλεγκτες επιβαρύνσεις, ότι η δημοτική περιουσία θα αποτιμηθεί με αντικειμενικό και ανεξάρτητο τρόπο και ότι η αυτοδιοίκηση δεν θα περιοριστεί σε ρόλο παρατηρητή.
Παράλληλα, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι η τοπική τεχνογνωσία και το ανθρώπινο δυναμικό θα ενσωματωθούν οργανικά στο νέο μοντέλο, ότι η άρδευση θα αντιμετωπιστεί ως ουσιαστικό μέρος της συνολικής πολιτικής νερού και ότι τα νομοτεχνικά κενά θα κλείσουν πριν από την έναρξη της εφαρμογής. Υπό αυτή την έννοια, η διαβούλευση δεν ακυρώνει την ανάγκη της μεταρρύθμισης. Μετατοπίζει, όμως, το βάρος από το μέγεθος των νέων σχημάτων στην ποιότητα των εγγυήσεων που θα τα συνοδεύσουν.
Διαβάστε ακόμη
