Η λειψυδρία αναδεικνύεται σε μία από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές προκλήσεις για την Ευρώπη, η εφαρμογή της νέας Οδηγίας για το πόσιμο νερό εξελίσσεται σε βασικό τεστ για τις εθνικές πολιτικές ύδρευσης. Η πρώτη συγκριτική αποτίμηση της εφαρμογής της Οδηγίας 2020/2184 από το δίκτυο των Ευρωπαίων Ρυθμιστών Νερού (WAREG) δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη μεσαία κατηγορία των χωρών που προχωρούν την προσαρμογή τους, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως η διαχείριση κινδύνου, η μείωση των διαρροών, η διαθεσιμότητα δεδομένων και η ψηφιακή παρακολούθηση των δικτύων.
Η έκθεση, η οποία εκπονήθηκε από τη WAREG με συντονισμό της ΡΑΑΕΥ και της ρυθμιστικής αρχής της Λετονίας, συγκέντρωσε απαντήσεις από 21 ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές και παρέχει για πρώτη φορά μια συνολική εικόνα της προόδου εφαρμογής της Οδηγίας σε κράτη μέλη και γειτονικές χώρες.
Μόλις 7 χώρες έχουν ολοκληρώσει την ενσωμάτωση
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πλήρης ενσωμάτωση της Οδηγίας παραμένει ζητούμενο για μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Από τις 21 χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα, μόλις επτά έχουν ολοκληρώσει τη μεταφορά των νέων απαιτήσεων στο εθνικό τους δίκαιο. Άλλες οκτώ χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, βρίσκονται σε στάδιο μερικής ενσωμάτωσης, ενώ δύο χώρες δεν έχουν ακόμη προχωρήσει σε ουσιαστική προσαρμογή.
Η θέση αυτή δείχνει ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση στην ευρωπαϊκή εικόνα. Ωστόσο, απέχει ακόμη από χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ιρλανδία, όπου η νέα φιλοσοφία διαχείρισης του πόσιμου νερού έχει ήδη ενσωματωθεί πλήρως στα ρυθμιστικά και επιχειρησιακά συστήματα.
Η μεγάλη υστέρηση στη διαχείριση κινδύνου
Ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια της Οδηγίας αφορά τη λεγόμενη «προσέγγιση βάσει κινδύνου» (Risk-Based Approach), η οποία επιβάλλει συνεχή αξιολόγηση κινδύνων από τη λεκάνη απορροής και τις πηγές υδροληψίας μέχρι τη βρύση του καταναλωτή. Η νέα αυτή λογική αντικαθιστά το παραδοσιακό μοντέλο που βασιζόταν κυρίως σε δειγματοληπτικούς ελέγχους και μεταφέρει το βάρος στην πρόληψη.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, 12 χώρες έχουν ήδη θεσμοθετήσει πλήρως συστήματα διαχείρισης κινδύνου. Αντίθετα, η Ελλάδα περιλαμβάνεται στην ομάδα των χωρών που δήλωσαν ότι δεν διαθέτουν ακόμη πλήρως εγκατεστημένο θεσμικό πλαίσιο εφαρμογής της προσέγγισης αυτής.
Η ΡΑΑΕΥ επισημαίνει στην έκθεση ότι βασικά εμπόδια αποτελούν οι περιορισμένοι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι, η έλλειψη επαρκών δεδομένων, αλλά και οι δυσκολίες συντήρησης μητρώων και πληροφοριακών συστημάτων, ιδίως σε παρόχους που διαχειρίζονται περισσότερες από μία λεκάνες απορροής.
Νέα ευρωπαϊκά πρότυπα για τα υλικά των δικτύων
Η νέα Οδηγία επεκτείνει σημαντικά τις απαιτήσεις και στα υλικά που χρησιμοποιούνται σε δίκτυα, εγκαταστάσεις επεξεργασίας και εσωτερικές υδραυλικές εγκαταστάσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη δημιουργήσει ενιαίες θετικές λίστες υλικών και ουσιών που μπορούν να έρχονται σε επαφή με το πόσιμο νερό, με πλήρη εφαρμογή από το τέλος του 2026.
Στην έρευνα, 13 χώρες δήλωσαν ότι διαθέτουν ήδη εθνικό σύστημα έγκρισης υλικών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Παρόλα αυτά, η μετάβαση στο νέο ευρωπαϊκό καθεστώς αναμένεται να δημιουργήσει σημαντικές απαιτήσεις για πιστοποιήσεις, εργαστηριακούς ελέγχους και αντικατάσταση υλικών που δεν συμμορφώνονται με τα νέα πρότυπα.
Η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει ότι οι μεγαλύτερες προκλήσεις αφορούν τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων φορέων, τη διαθεσιμότητα πιστοποιημένων εργαστηρίων και την ικανότητα των παρόχων να προσαρμοστούν εγκαίρως στις νέες απαιτήσεις.
Καλύτερη εικόνα στην ενημέρωση των πολιτών
Στο πεδίο της διαφάνειας, η εικόνα της Ελλάδας εμφανίζεται πιο θετική. Η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των 19 χωρών που δημοσιοποιούν στοιχεία για την ποιότητα του νερού και μεταξύ των 12 που παρέχουν πληροφορίες για την κατανάλωση των νοικοκυριών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μόνο 11 χώρες δημοσιοποιούν στοιχεία τιμολόγησης, ενώ μόλις μία χώρα, η Ιταλία, παρέχει συγκριτικά δεδομένα κατανάλωσης μεταξύ νοικοκυριών, δίνοντας στους πολίτες τη δυνατότητα να συγκρίνουν τη συμπεριφορά τους με τον μέσο όρο.
Η Ελλάδα ανήκει επίσης στην ομάδα των επτά χωρών που αξιοποιούν εθνικές πλατφόρμες ή συγκεντρωτικά πληροφοριακά συστήματα για τη δημοσίευση στοιχείων ύδρευσης, πρακτική που θεωρείται προϋπόθεση για την περαιτέρω ψηφιοποίηση του κλάδου.
Διαρροές: το μεγαλύτερο ανοιχτό μέτωπο
Το πλέον κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική αγορά ύδρευσης παραμένουν οι απώλειες νερού. Η νέα Οδηγία αντιμετωπίζει πλέον τις διαρροές ως βασικό δείκτη απόδοσης των παρόχων και υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν συστήματα μέτρησης, παρακολούθησης και περιορισμού των απωλειών.
Η έκθεση καταγράφει ότι η Ελλάδα έχει ήδη θεσπίσει υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων από τους παρόχους προς τη ΡΑΑΕΥ, οι οποίες περιλαμβάνουν υδατικά ισοζύγια, καταγραφή διαρροών, σχέδια μείωσης απωλειών και πενταετή επενδυτικά προγράμματα. Πρόκειται για ένα πρώτο βήμα προς τη δημιουργία εθνικού συστήματος παρακολούθησης αποδοτικότητας των δικτύων.
Ωστόσο, σε αντίθεση με χώρες όπως η Πορτογαλία και η Ιταλία, όπου οι ρυθμιστικές αρχές έχουν συνδέσει τις επιδόσεις των εταιρειών ύδρευσης με συγκεκριμένους στόχους αποδοτικότητας και μηχανισμούς κινήτρων, η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στη φάση συγκέντρωσης και αξιολόγησης των δεδομένων.
Το στοίχημα έως το 2029
Οι κρίσιμες προθεσμίες της Οδηγίας πλησιάζουν. Οι αξιολογήσεις κινδύνου στις λεκάνες απορροής θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως το 2027, ενώ η πλήρης εφαρμογή των συστημάτων διαχείρισης κινδύνου στα δίκτυα ύδρευσης και στις εσωτερικές εγκαταστάσεις θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το 2029.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση δεν περιορίζεται πλέον στην ενσωμάτωση της νομοθεσίας. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο διαχείρισης του νερού που θα βασίζεται σε δεδομένα, συνεχή παρακολούθηση, περιορισμό των διαρροών και μεγαλύτερη λογοδοσία των παρόχων. Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση δείχνει ότι η χώρα έχει ήδη ξεκινήσει αυτή τη διαδρομή, αλλά η απόσταση που τη χωρίζει από τους πρωτοπόρους της Ευρώπης παραμένει σημαντική.
Διαβάστε ακόμη
