Η συζήτηση για την κυκλική οικονομία και τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων στην Αττική φέρνει ολοένα και πιο έντονα στο προσκήνιο το ζήτημα της επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων λυμάτων. Στο πλαίσιο σχετικής συζήτησης για τη μετάβαση «από τον εθνικό σχεδιασμό στην τοπική εφαρμογή», κυβερνητικά στελέχη και εκπρόσωποι της ΕΥΔΑΠ ανέδειξαν τις δυνατότητες αλλά και τα δομικά εμπόδια που χαρακτηρίζουν σήμερα το σύστημα διαχείρισης λυμάτων στην Αττική, με επίκεντρο την εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων της Ψυττάλειας.

Ο Γενικός Γραμματέας Συντονισμού Διαχείρισης Αποβλήτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Μανώλης Γραφάκος, εστίασε στη συμβολή της διαχείρισης λυμάτων στην κυκλική οικονομία, επισημαίνοντας ότι η επαναχρησιμοποίηση του νερού αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες αυτής της στρατηγικής. Όπως ανέφερε, «δύο ζητήματα συμβάλλουμε εμείς στην κυκλική οικονομία με τη διαχείριση των αστικών λυμάτων. Το ένα είναι η επαναχρησιμοποίηση του νερού». Ωστόσο, στην περίπτωση της Αττικής, όπως εξήγησε, η γεωγραφική θέση της Ψυττάλειας δημιουργεί μια ιδιαιτερότητα που περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες αξιοποίησης του επεξεργασμένου νερού.

«Εδώ στην Αττική έχουμε το παράδοξο της Ψυττάλειας. Ψυττάλεια ξέρετε πού είναι. Είναι ένα νησί στα νότια. Πόσο εύκολο είναι το μεγαλύτερο τμήμα του νερού της Αττικής να γυρίσει πίσω;» ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος των λυμάτων της Αττικής οδηγείται σε μια εγκατάσταση που βρίσκεται εκτός του αστικού ιστού, γεγονός που καθιστά δύσκολη την επιστροφή του επεξεργασμένου νερού για επαναχρησιμοποίηση.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως εξήγησε, το βάρος της στρατηγικής μετατοπίζεται σε νέες αποκεντρωμένες εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων που αναπτύσσονται στην Ανατολική Αττική. «Οι υπόλοιπες μονάδες που έχουμε στο Κορωπί, που θα γίνει στη Ραφήνα, που θα γίνει αργότερα στον Ωρωπό, στο Μαραθώνα, αυτές είναι αυτές που θα πάρει η ΕΥΔΑΠ τώρα μέσα από την καθολική ανάληψη της ευθύνης της Αττικής. Όλες αυτές πρέπει να έχουν τριτοβάθμια επεξεργασία, δηλαδή το νερό να αρδεύεται», ανέφερε.

Παράλληλα, ο κ. Γραφάκος αναφέρθηκε και στη μέθοδο του λεγόμενου «sewer mining», δηλαδή της τοπικής επεξεργασίας λυμάτων απευθείας από το δίκτυο αποχέτευσης, ώστε το νερό να χρησιμοποιείται άμεσα για άρδευση ή άλλες ανάγκες. Όπως εξήγησε, «υπάρχει το περίφημο sewer mining. Δηλαδή τι κάνεις; Πας σε ένα δίκτυο που βρίσκεται κοντά σε ένα πάρκο, παίρνεις και διαχειρίζεσαι το νερό επιτόπου και χρησιμοποιείς το νερό αυτό απευθείας για άρδευση του πάρκου».

Ο ίδιος έφερε ως παράδειγμα εφαρμογών που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στην Αττική, τονίζοντας ότι οι δυνατότητες αξιοποίησης του επεξεργασμένου νερού είναι σημαντικές για το αστικό πράσινο αλλά και για άλλες ανάγκες. «Οι δασικές εκτάσεις και τα άλση που έχουμε στην Αττική και στη Βόρεια Αττική είναι πάρα πολύ μεγάλες, όσο δε μάλλον και οι ανάγκες που έχουμε για πυρόσβεση», σημείωσε, προσθέτοντας ότι τέτοιες εφαρμογές αποτελούν «τον ορισμό της κυκλικής οικονομίας».

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Γενικός Γραμματέας αναφέρθηκε και στο δεύτερο σημαντικό πεδίο αξιοποίησης των λυμάτων, που αφορά τη διαχείριση της λυματολάσπης. Όπως ανέφερε, «όταν κάνεις μια επεξεργασία λυμάτων υπάρχει λυματολάσπη, η οποία στην καλύτερη περίπτωση, όταν αναλάβαμε εμείς το χαρτοφυλάκιο, μόνο τέσσερις εγκαταστάσεις στο σύνολο της χώρας κάνανε διαχείριση λυματολάσπης». Σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, με τα έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, «η μισή και πλέον χώρα λύνει αυτό το θέμα».

«Η λυματολάσπη αυτή επεξεργάζεται και μπορεί να αξιοποιηθεί πίσω στη δασοπονία και ενδεχομένως και στην πρωτογενή παραγωγή», ανέφερε, προσθέτοντας ότι εξετάζεται επίσης η παραγωγή ενέργειας από τη λυματολάσπη της Ψυττάλειας.

Στη σημασία της επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων λυμάτων αναφέρθηκε και ο Γενικός Γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του ΥΠΕΝ, Πέτρος Βαρελίδης, ο οποίος υπογράμμισε ότι η αξιοποίηση αυτών των πόρων αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση των πιέσεων στους υδατικούς πόρους. Όπως ανέφερε, σε πολλές περιοχές της χώρας υπάρχει σημαντική κατανάλωση νερού για άρδευση, γεγονός που καθιστά αναγκαία την αξιοποίηση εναλλακτικών πηγών.

«Σε περιοχές της Αττικής, κυρίως στα Μεσόγεια και στις περιφερειακές εκτός πολεοδομικού συγκροτήματος, υπάρχουν σημαντικές καταναλώσεις νερού για άρδευση και νομίζω εκεί η επαναχρησιμοποίηση των επεξεργασμένων λυμάτων είναι μια πάρα πολύ καλή λύση», σημείωσε.

Ο ίδιος επισήμανε ότι η ανάπτυξη τέτοιων έργων δεν είναι εύκολη, καθώς απαιτούν σημαντικές επενδύσεις και συχνά συναντούν κοινωνικές επιφυλάξεις. «Είναι και αυτά έργα που έχουν μεγάλο κόστος. Είναι έργα που έχουν κάποιες φορές και μια δυσκολία στο να αποδεχτεί ο χρήστης τη χρήση του επεξεργασμένου νερού», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «είναι σίγουρα ένας τομέας στον οποίο στο μέλλον θα χρειαστεί να επενδύσουμε περισσότερο, έτσι ώστε να εξοικονομήσουμε νερό ύδρευσης».

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΕΥΔΑΠ, Γιώργος Στεργίου, στάθηκε στη συνολική πρόκληση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων σε ένα περιβάλλον όπου η σπανιότητα του νερού θα αποτελεί ολοένα και πιο έντονο φαινόμενο τις επόμενες δεκαετίες. «Η έλλειψη πρόσβασης σε υδάτινους πόρους και η σπανιότητα γενικότερα του υδάτινου πόρου είναι κάτι με το οποίο θα ζήσουμε για τις επόμενες δεκαετίες. Και όποιος έχει αντίθετη άποψη μάλλον εθελοτυφλεί», ανέφερε.

Ο ίδιος εξήγησε ότι τα έντονα πλημμυρικά φαινόμενα δεν συνεπάγονται απαραίτητα αύξηση των διαθέσιμων υδάτινων πόρων, καθώς μεγάλο μέρος των νερών καταλήγει στη θάλασσα. «Οι πολλές βροχές δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και αύξηση του υδάτινου πόρου. Γιατί ακριβώς επειδή τα φαινόμενα είναι πλημμυρικά και μάλιστα πολύ μεγάλης ισχύος, δυστυχώς πολύ μεγάλες ποσότητες αυτού του νερού τελικά καταλήγουν στη θάλασσα», σημείωσε.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως ανέφερε, η ΕΥΔΑΠ επενδύει στην ανάπτυξη τεχνολογιών που επιτρέπουν την παραγωγή νερού από επεξεργασμένα λύματα. «Είναι μια δυνατότητα που σου δίνει πια η τεχνολογία να παράγεις νερό. Δεν είναι νερό που έρχεται από τον ουρανό, δεν είναι νερό που έρχεται από τη θάλασσα. Είναι όμως νερό το οποίο μπορείς να παράξεις και μάλιστα είναι υψηλής ποιότητας νερό», τόνισε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το νερό αυτό θα χρησιμοποιείται κυρίως για άρδευση, ενώ μπορεί να συμβάλει και στην αποκατάσταση του υδροφόρου ορίζοντα της Αττικής. «Μέσα από αυτό το νερό που θα παράγουμε μπορούμε να εξυγιάνουμε τον υδροφόρο ορίζοντα της Αττικής, ο οποίος σήμερα στην ουσία δεν αξιοποιείται γιατί έχει ταπεινωθεί αρκετά αλλά και είναι αρκετά επιβαρυμένος μολυσματικά», ανέφερε.

Ο πρόεδρος της ΕΥΔΑΠ αποκάλυψε επίσης ότι σχεδιάζεται η επόμενη φάση ανάπτυξης της εγκατάστασης της Ψυττάλειας, με στόχο να εξεταστούν νέοι τρόποι αξιοποίησης του επεξεργασμένου νερού. «Σχεδιάζουμε τη νέα φάση της Ψυττάλειας», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι στο παρελθόν η επιλογή της εγκατάστασης στο νησί συνδέθηκε με την ανάγκη απομάκρυνσης του βιολογικού καθαρισμού από τον αστικό ιστό.

«Στο παρελθόν για λόγους μικροπολιτικούς αποφασίσαμε ως πολιτεία να μεταφέρουμε τα λύματα από όλη την Αττική στην Ψυττάλεια, ενώ σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη υπάρχουν αποκεντρωμένες μονάδες», ανέφερε, εξηγώντας ότι σήμερα η στρατηγική μετατοπίζεται προς τη δημιουργία περισσότερων τοπικών μονάδων επεξεργασίας λυμάτων.

Όπως εξήγησε, αυτό ακριβώς επιχειρείται και με τα έργα που υλοποιούνται στην Ανατολική Αττική. «Δεν θα κάνουμε μία μονάδα βιολογικού καθαρισμού αλλά τρεις τουλάχιστον. Και με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε και να παράγουμε νερό το οποίο θα είναι πλέον οικονομικά αξιοποιήσιμο», ανέφερε.

Παράλληλα, ο κ. Στεργίου αναφέρθηκε και σε πιλοτικές εφαρμογές επαναχρησιμοποίησης νερού που ήδη λειτουργούν στην Αττική. «Σήμερα που μιλάμε λειτουργεί τέτοια μονάδα σε πάρκο στο Μαρκόπουλο. Λειτουργεί τέτοια μονάδα στο φυτώριο του Δήμου Αθηναίων», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι οι εγκαταστάσεις αυτές αποτελούν πρακτική εφαρμογή της κυκλικής οικονομίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΕΥΔΑΠ έχει ξεκινήσει και μια ευρύτερη πρωτοβουλία συνεργασίας με τη βιομηχανία για την επαναχρησιμοποίηση νερού. «Η ΕΥΔΑΠ έχει ξεκινήσει μια πρωτοβουλία που την ονομάζουμε Attica Water Lab, μια σύμπραξη για την επαναχρησιμοποίηση και την εξοικονόμηση νερού», ανέφερε, εξηγώντας ότι στόχος είναι να καταγραφούν οι ανάγκες της βιομηχανίας και να εξεταστεί ποιες μπορούν να καλυφθούν από μη πόσιμο νερό που προέρχεται από επεξεργασία λυμάτων.

Με τις παρεμβάσεις αυτές, οι συμμετέχοντες στη συζήτηση ανέδειξαν ότι η επαναχρησιμοποίηση νερού αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της μετάβασης προς ένα πιο βιώσιμο σύστημα διαχείρισης υδάτινων πόρων. Παράλληλα όμως κατέστη σαφές ότι στην περίπτωση της Αττικής το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τον τρόπο οργάνωσης των υποδομών επεξεργασίας λυμάτων, με την Ψυττάλεια να παραμένει κεντρικός αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερος κρίκος σε αυτή την αλυσίδα.

Διαβάστε ακόμη