Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει μέτωπο με μια από τις πιο αμφιλεγόμενες πρακτικές της βιομηχανίας της μόδας: την καταστροφή απούλητων ρούχων και παπουτσιών. Στις 9 Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε νέα μέτρα στο πλαίσιο του Κανονισμού για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων (Ecodesign for Sustainable Products Regulation – ESPR), θέτοντας σαφείς κανόνες για τον περιορισμό της σπατάλης και την επιτάχυνση της μετάβασης σε ένα πιο κυκλικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης. Στόχος των παρεμβάσεων είναι να περιοριστεί η περιβαλλοντική επιβάρυνση, να μειωθούν οι εκπομπές και να διαμορφωθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που επενδύουν σε βιώσιμες πρακτικές.
Τα στοιχεία που συνοδεύουν την πρωτοβουλία αποτυπώνουν την κλίμακα του προβλήματος. Κάθε χρόνο στην Ευρώπη καταστρέφεται πριν καν φορεθεί ένα ποσοστό 4% έως 9% των απούλητων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Η πρακτική αυτή μεταφράζεται σε περίπου 5,6 εκατομμύρια τόνους εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ετησίως, ποσότητα σχεδόν ισοδύναμη με τις συνολικές καθαρές εκπομπές της Σουηδίας το 2021. Οι αριθμοί αυτοί, σύμφωνα με την Επιτροπή, καταδεικνύουν την ανάγκη άμεσης παρέμβασης σε έναν κλάδο που παραμένει κεντρικός στην ευρωπαϊκή οικονομία, αλλά και ιδιαίτερα επιβαρυντικός για το περιβάλλον.
Με τον ESPR, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρά σε ένα διπλό πλαίσιο υποχρεώσεων. Από τη μία πλευρά, θεσπίζεται υποχρέωση δημοσιοποίησης στοιχείων για τα απούλητα καταναλωτικά προϊόντα που απορρίπτονται ως απόβλητα. Από την άλλη, εισάγεται απαγόρευση της καταστροφής απούλητων ενδυμάτων, αξεσουάρ ένδυσης και υποδημάτων. Οι πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που υιοθετήθηκαν αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εφαρμογής των νέων κανόνων και στην ενιαία συμμόρφωση των επιχειρήσεων σε όλα τα κράτη-μέλη.
Η πράξη κατ’ εξουσιοδότηση προσδιορίζει συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες θα επιτρέπεται η καταστροφή απούλητων προϊόντων, όπως για λόγους ασφάλειας ή σε περιπτώσεις σοβαρής φθοράς. Οι εξαιρέσεις αυτές θα τελούν υπό την εποπτεία των εθνικών αρχών, οι οποίες θα ελέγχουν τη συμμόρφωση. Παράλληλα, η εκτελεστική πράξη εισάγει τυποποιημένο σύστημα γνωστοποίησης για τις επιχειρήσεις, προκειμένου να δηλώνουν τις ποσότητες απούλητων καταναλωτικών αγαθών που απορρίπτουν. Η υποχρέωση αυτή θα ισχύσει από τον Φεβρουάριο του 2027, δίνοντας στις επιχειρήσεις χρόνο να προσαρμόσουν τις διαδικασίες τους.
Η απαγόρευση καταστροφής απούλητων ενδυμάτων και υποδημάτων θα τεθεί σε ισχύ για τις μεγάλες επιχειρήσεις από τις 19 Ιουλίου 2026, ενώ για τις μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις η εφαρμογή μετατίθεται για το 2030. Οι κανόνες δημοσιοποίησης ισχύουν ήδη για τις μεγάλες επιχειρήσεις και θα επεκταθούν και στις μεσαίου μεγέθους το 2030. Η Επιτροπή καλεί τις εταιρείες να επανεξετάσουν τα μοντέλα διαχείρισης αποθεμάτων, να βελτιώσουν τη διαχείριση επιστροφών και να στραφούν σε λύσεις όπως μεταπώληση, ανακατασκευή, δωρεές ή επαναχρησιμοποίηση προϊόντων.
Σε δήλωσή της, η Επίτροπος Περιβάλλοντος, Ανθεκτικότητας των Υδάτων και Ανταγωνιστικής Κυκλικής Οικονομίας, Τζέσικα Ρόσβαλ, ανέφερε: «Ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας πρωτοστατεί στη μετάβαση προς τη βιωσιμότητα, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις. Τα στοιχεία για τα απόβλητα καταδεικνύουν την ανάγκη για δράση. Με τα νέα αυτά μέτρα, ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας θα ενισχυθεί ώστε να κινηθεί προς βιώσιμες και κυκλικές πρακτικές, ενώ μπορούμε να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητά μας και να μειώσουμε τις εξαρτήσεις μας».
Η παρέμβαση της Επιτροπής έρχεται σε μια περίοδο όπου η καταστροφή απούλητων προϊόντων προκαλεί έντονη συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη Γαλλία, εκτιμάται ότι κάθε χρόνο καταστρέφονται απούλητα προϊόντα αξίας περίπου 630 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ στη Γερμανία η εξάπλωση του ηλεκτρονικού εμπορίου επιτείνει το πρόβλημα, με σχεδόν 20 εκατομμύρια επιστρεφόμενα προϊόντα να απορρίπτονται ετησίως. Τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα αποτελούν βασικό μέρος του προβλήματος και βρίσκονται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών παρεμβάσεων.
Μέσω του ESPR, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο για την ευρωπαϊκή αγορά προϊόντων, ενισχύοντας τη διάρκεια ζωής, την επαναχρησιμοποίηση και την ανακυκλωσιμότητα. Η στρατηγική επιδιώκει να συνδυάσει τη μείωση των αποβλήτων με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα πιο αποδοτικό και κυκλικό παραγωγικό μοντέλο. Με τις νέες ρυθμίσεις, η Ένωση επιχειρεί να κλείσει ένα κεφάλαιο πρακτικών που για χρόνια θεωρούνταν μέρος της κανονικότητας στην αλυσίδα εφοδιασμού της μόδας, ανοίγοντας τον δρόμο για μια διαφορετική προσέγγιση στη διαχείριση αποθεμάτων και πόρων.
Διαβάστε ακόμη
