Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται το τελευταίο διάστημα μια εκρηκτική άνοδος των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία δημιουργεί έντονη αβεβαιότητα ενόψει του χειμώνα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η αύξηση αυτή οφείλεται και στη μείωση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας και στην επαναφορά των συμβατικών καυσίμων σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραγωγή ενέργειας.

Το φυσικό αέριο αποτελεί αυτή τη στιγμή την κυρίαρχη πηγή ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα (39,87%), ενώ σημαντική είναι η συνεισφορά τόσο των εισαγωγών (9,5%) όσο και του λιγνίτη (8,74%). Οι ΑΠΕ αποτελούν σήμερα, Τρίτη, το 37,10%. Για σήμερα, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στο Χρηματιστήριο Ενέργειας διαμορφώνεται στα 224,57 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Συνολικά, τις τελευταίες 13 ημέρες, η χονδρική τιμή έχει αυξηθεί κατά 3,5%, γεγονός που σημαίνει ότι τα κυμαινόμενα τιμολόγια ρεύματος θα επηρεαστούν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η ανοδική τάση των τιμών στη χονδρική αγορά παρατηρείται σε πολύ μεγάλο βαθμό και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν καταγράφονται υψηλές τιμές και στην Κεντρική Ευρώπη.

Σήμα αβεβαιότητας εκπέμπει η αγορά φυσικού αερίου. Οι τιμές αναφοράς του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν σημειώσει άνοδο λόγω των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ απέκλεισε σχεδόν 60 δισ. κυβικά μέτρα εφοδιασμού με υγροποιημένο φυσικό αέριο από την έναρξη του πολέμου. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 20% της ετήσιας ζήτησης φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Ένας εξίσου επιβαρυντικός παράγοντας είναι τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης και η υποτονική πλήρωση των εγκαταστάσεων αποθήκευσης. Παράλληλα, σύμφωνα με αναλυτές, αυτή η κρίση τιμών υπογραμμίζει την ανάγκη συνέχισης των επενδύσεων στις υποδομές φυσικού αερίου.

Όπως προαναφέρθηκε, οι αυξήσεις αυτές θα έχουν αντίκτυπο στη λιανική αγορά, όπου παρατηρείται κινητικότητα το τελευταίο διάστημα, κυρίως στα σταθερά και στα κυμαινόμενα (κίτρινα) τιμολόγια. Πάντως, σύμφωνα με στοιχεία της ΡΑΑΕΥ, τον περασμένο Ιούλιο, στα νοικοκυριά τα ειδικά τιμολόγια εξακολουθούσαν να αποτελούν την κυρίαρχη επιλογή, παρά τη σταδιακή μείωση του μεριδίου τους από 57,28% τον Ιανουάριο σε 52,54% τον Ιούλιο του 2026.

«Αντίθετα, τα σταθερά τιμολόγια κατέγραψαν αξιοσημείωτη αύξηση κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, με το μερίδιό τους να ενισχύεται από 28,57% σε 31,44%. Παράλληλα, τα κυμαινόμενα τιμολόγια παρουσίασαν ανοδική τάση κατά τους τελευταίους μήνες, συγκεντρώνοντας τον Ιούλιο μερίδιο 16,03%, έναντι 14,15% τον Ιανουάριο. Τα δυναμικά τιμολόγια παραμένουν πρακτικά ανενεργά στην αγορά, καθώς τον Ιούλιο αντιστοιχούσαν σε μόλις 13 οικιακούς μετρητές», σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ.

Διαβάστε ακόμη