Ανάμεσα στην ασφάλεια μιας τιμής που δεν αλλάζει για έναν χρόνο και στην προοπτική να πληρώνει λιγότερα μεταφέροντας την κατανάλωσή του στις φθηνότερες ώρες κινείται πλέον ο Ευρωπαίος καταναλωτής. Προς το παρόν, η πλάστιγγα γέρνει προς τη βεβαιότητα. Περίπου ένας στους δύο οικιακούς πελάτες ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται σε συμβόλαιο σταθερής τιμής και διάρκειας, ενώ μόλις 7% έχει επιλέξει δυναμική τιμολόγηση. Την ίδια ώρα, όμως, η έκθεση της ACER επισημαίνει ότι η μεγαλύτερη ευελιξία θα μπορούσε, υπό τις συνθήκες της αγοράς του 2025, να αφήσει περίπου 120 ευρώ τον χρόνο στην τσέπη ενός τυπικού νοικοκυριού.
Στην Ελλάδα η εικόνα έχει τη δική της ανάγνωση. Τα σταθερά «μπλε» τιμολόγια έχουν περάσει μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια από περίπου 13% σε πάνω από 31% της οικιακής αγοράς, καθώς οι καταναλωτές αναζήτησαν προστασία απέναντι στις διακυμάνσεις της χονδρικής. Η μετακίνηση αυτή συνεχίζεται παρά το γεγονός ότι, σε επίπεδο μέσης κατηγορίας, τα μπλε έγιναν ακριβότερα μέσα στο 2026. Μάλιστα, το μπλε τιμολόγιο της ΔΕΗ, myHome Online τάραξε τα νερά και έβαλε ξανά δυναμικά στο τραπέζι το «κλείδωμα» της τιμής για δώδεκα μήνες. Στην Ελλάδα, πάντως, η σχέση κόστους ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου παραμένει ιδιαίτερα δυσμενής για τον εξηλεκτρισμό.
Σύμφωνα με την ACER, στους μη οικιακούς καταναλωτές ο λόγος τιμής ηλεκτρισμού προς φυσικό αέριο διαμορφώθηκε το 2025 στο 3,6, επίπεδο από τα υψηλότερα στην Ευρώπη και αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό στόχο του 2. Μόνο η Ιταλία εμφανίζεται υψηλότερα, στο 3,7, ενώ στο ίδιο επίπεδο με την Ελλάδα βρίσκονται η Ιρλανδία και η Ρουμανία. Η εικόνα αυτή έχει άμεση σημασία για την ανταγωνιστικότητα των ηλεκτρικών τεχνολογιών, καθώς όταν το ρεύμα κοστίζει πολλαπλάσια σε σχέση με το αέριο, περιορίζεται το οικονομικό κίνητρο για μετάβαση σε ηλεκτρικές λύσεις. Η ACER επισημαίνει ότι φόροι, χρεώσεις δικτύου και λοιπές επιβαρύνσεις μπορούν να διευρύνουν περαιτέρω αυτή τη διαφορά, καθιστώντας την τιμή του ηλεκτρισμού κρίσιμο παράγοντα για την πορεία του εξηλεκτρισμού.
Πίσω από αυτή τη σύγκριση βρίσκεται ουσιαστικά η μεγάλη αλλαγή που επιχειρεί να καταγράψει η νέα έκθεση των ACER και CEER για τις ευρωπαϊκές αγορές λιανικής, όσο η ηλεκτροπαραγωγή αποκτά μεγαλύτερο μερίδιο ΑΠΕ και οι τιμές μέσα στην ίδια ημέρα αποκλίνουν περισσότερο, δεν μετρά πλέον μόνο πόσο ρεύμα χρησιμοποιεί ένα νοικοκυριό, αλλά και πότε το χρησιμοποιεί.
Οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να αγοράζουν «ηρεμία»
Η αφετηρία είναι το κόστος. Το 2025, το μέσο νοικοκυριό στην Ευρωπαϊκή Ένωση δαπάνησε περίπου 840 ευρώ για ηλεκτρική ενέργεια και 1.170 ευρώ για φυσικό αέριο. Η επιβάρυνση δεν είναι ίδια παντού: η δαπάνη για ηλεκτρισμό κινήθηκε μεταξύ 1,2% και 3,9% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος, ανάλογα με το επίπεδο τιμών, το εισόδημα και την ποσότητα ενέργειας που καταναλώνεται. Η προβλεψιμότητα εξακολουθεί να έχει μεγάλη αξία. Τα στοιχεία της ACER για περίπου 240 εκατ. οικιακούς πελάτες στην ΕΕ και τη Νορβηγία δείχνουν ότι γύρω στο 52% βρίσκεται σε συμβόλαια ενιαίας σταθερής τιμής και συγκεκριμένης διάρκειας, ενώ τα δυναμικά προϊόντα περιορίζονται στο 7%.
Το γράφημα της έκθεσης αποτυπώνει ακόμη πιο καθαρά πόσο διαφορετικές είναι οι επιμέρους αγορές. Σε εννέα χώρες, περισσότερο από το 80% των νοικοκυριών βρίσκεται σε fixed-price, fixed-term προϊόντα. Στην Κροατία, τη Μάλτα, τη Ρουμανία και την Κύπρο το ποσοστό εμφανίζεται στο 100%, στη Γερμανία στο 98%, στην Ολλανδία στο 93%, στην Πορτογαλία στο 92%, στη Λετονία στο 84% και στην Πολωνία στο 81%.
Στην άλλη άκρη του φάσματος βρίσκεται η Νορβηγία, όπου το γράφημα της ACER εμφανίζει περίπου 97% των συμβολαίων ως δυναμικά, ενώ σημαντική παρουσία της συγκεκριμένης κατηγορίας καταγράφεται επίσης στην Εσθονία με περίπου 40%, στη Φινλανδία με 34% και στην Ισπανία με περίπου 30%.
Αυτή ακριβώς η απόσταση μεταξύ αγορών δείχνει ότι δεν υπάρχει ακόμη ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πρότυπο. Το σταθερό συμβόλαιο προστατεύει τον πελάτη όταν η χονδρεμπορική ανεβαίνει, αλλά τον αφήνει εκτός των πολύ φθηνών ωρών όταν οι τιμές υποχωρούν. Το δυναμικό προϊόν κάνει το αντίστροφο: μεταφέρει στον λογαριασμό πολύ περισσότερο από το σήμα της αγοράς, δίνοντας τη δυνατότητα για εξοικονόμηση, αλλά και μεγαλύτερη έκθεση στις ακριβές ώρες.
Στην Ελλάδα, τα μπλε διπλασίασαν το μερίδιό τους
Η ελληνική αγορά κινείται επίσης προς μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, αν και οι κατηγορίες που χρησιμοποιεί η ACER δεν αντιστοιχούν αυτούσιες στα ελληνικά «χρώματα» των τιμολογίων.
Στο ευρωπαϊκό γράφημα για το 2025, η Ελλάδα εμφανίζεται με περίπου 28% των οικιακών συμβολαίων στην κατηγορία «single-price, fixed-price, fixed-term» και με περίπου 72% στα flexible contracts. Το δεύτερο ποσοστό δεν σημαίνει ότι επτά στους δέκα Έλληνες είχαν δυναμικό τιμολόγιο. Στην ορολογία της ACER, τα flexible contracts περιλαμβάνουν ευρύτερα προϊόντα με χρονικές ζώνες ή σύνδεση της τιμής με κάποιον δείκτη, ενώ τα δυναμικά συμβόλαια αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία. Συνεπώς, η ευρωπαϊκή ταξινόμηση δεν μπορεί να μεταφραστεί απευθείας σε πράσινα, κίτρινα ή πορτοκαλί τιμολόγια.
Η τάση προς τα σταθερά προϊόντα, πάντως, αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ. Τον Ιανουάριο του 2025 οι οικιακοί μετρητές με σταθερό τιμολόγιο ήταν 867.161, αντιπροσωπεύοντας το 14,72% του συνόλου. Μέχρι τον Δεκέμβριο είχαν σχεδόν διπλασιαστεί, φθάνοντας τους 1.653.984 και μερίδιο 27,83%. Η μετακίνηση συνεχίστηκε και το 2026. Τον Ιούνιο, οι πελάτες των μπλε τιμολογίων είχαν ανέλθει σε 1.879.013, ή 31,62% της οικιακής αγοράς, έναντι 1.219.370 και 20,65% έναν χρόνο νωρίτερα. Μέσα σε δώδεκα μήνες, δηλαδή, περίπου 660.000 επιπλέον παροχές πέρασαν σε σταθερά προϊόντα. Τα πράσινα εξακολουθούσαν να συγκεντρώνουν πάνω από το 53% των καταναλωτών, ενώ τα κίτρινα κινούνταν κοντά στο 15%. Σχεδόν ένας στους τρεις Έλληνες οικιακούς καταναλωτές έχει πλέον επιλέξει σταθερή τιμή, έναντι περίπου ενός στους πέντε μόλις έναν χρόνο νωρίτερα.
Όταν τα μπλε ήταν και φθηνότερα
Η στροφή αυτή δεν οφείλεται μόνο στην ανάγκη προστασίας από τις διακυμάνσεις. Το 2025 τα σταθερά τιμολόγια είχαν και σαφές οικονομικό πλεονέκτημα. Για μηνιαία κατανάλωση 300 kWh, τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ έδειχναν μέση μηνιαία χρέωση 46,62 ευρώ στα μπλε, έναντι 51,69 ευρώ στα κίτρινα και 55,84 ευρώ στα πράσινα. Ο καταναλωτής μπορούσε έτσι να εξασφαλίσει ταυτόχρονα χαμηλότερη μέση χρέωση και προστασία από ενδεχόμενη άνοδο της αγοράς.
Η εικόνα μεταβλήθηκε μέσα στο 2026. Στο πρώτο επτάμηνο, η μέση χρέωση των διαθέσιμων μπλε προϊόντων ανέβηκε περίπου στα 55,85 ευρώ τον μήνα, σχεδόν 20% υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο του 2025. Αντίθετα, τα κίτρινα υποχώρησαν στα 49,99 ευρώ και έγιναν κατά μέσο όρο η φθηνότερη κατηγορία, ενώ τα πράσινα παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα στα 56,07 ευρώ.
Η σύγκριση χρειάζεται βεβαίως προσοχή, καθώς το σύνολο του 2025 δεν είναι απολύτως συγκρίσιμο με το πρώτο επτάμηνο του 2026. Η μεταβολή, ωστόσο, είναι ενδεικτική: το 2025 το μπλε κόστιζε περίπου 9,2 ευρώ λιγότερα τον μήνα από το πράσινο, ενώ μέσα στο 2026 η διαφορά τους ουσιαστικά εξαφανίστηκε και το κίτρινο απέκτησε προβάδισμα σχεδόν 6 ευρώ τον μήνα έναντι του σταθερού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αυξήθηκε η χρέωση για όσους είχαν ήδη υπογράψει σταθερό συμβόλαιο. Ο πελάτης που είχε «κλειδώσει» συγκεκριμένη τιμή συνέχισε να την πληρώνει μέχρι τη λήξη της σύμβασής του. Η άνοδος αποτυπώθηκε στα νέα προϊόντα που βγήκαν στην αγορά.
Η ΔΕΗ ξαναβάζει τα σταθερά στο επίκεντρο
Η εικόνα άλλαξε άρδην τον Σεπτέμβριο, όταν η ΔΕΗ κατέβασε τη χρέωση του myHome Online στα 0,115 ευρώ/kWh για δώδεκα μήνες, με πάγιο 3,50 ευρώ. Για ενδεικτική κατανάλωση 330 kWh τον μήνα, η χρέωση ενέργειας μαζί με το πάγιο διαμορφώνεται περίπου στα 41,45 ευρώ, επαναφέροντας ένα σταθερό προϊόν στην κορυφή των φθηνότερων διαθέσιμων επιλογών. Η κίνηση αυτή έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στην αγορά, καθώς δίνει ξανά στον καταναλωτή τη δυνατότητα να συνδυάσει χαμηλή χρέωση με βεβαιότητα για έναν ολόκληρο χρόνο. Η συγκυρία, άλλωστε, ευνοεί εκ νέου το «κλείδωμα». Ο Σεπτέμβριος κινήθηκε σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα στη χονδρεμπορική αγορά, με τη μέση τιμή στις πρώτες 28 ημέρες να διαμορφώνεται στα 157,92 ευρώ/MWh, από 133,4 ευρώ/MWh τον Αύγουστο, καταγράφοντας άνοδο 18,4%. Σε ημερήσια βάση, η τιμή ξεπέρασε ακόμη και τα 213 ευρώ/MWh, στο υψηλότερο επίπεδο του έτους.
Η άνοδος αυτή περιορίζει τα περιθώρια των προμηθευτών να απορροφούν διαρκώς το αυξημένο κόστος στα κυμαινόμενα προϊόντα και ενισχύει την ελκυστικότητα των σταθερών χρεώσεων. Εκτιμάται ότι οι καταναλωτές με «κλειδωμένες» τιμές προσεγγίζουν πλέον τα 2 εκατομμύρια, από 1,879 εκατ. τον Ιούνιο.
Τα φθηνά μπλε έχουν και όρια
Η πολύ χαμηλή σταθερή τιμή, πάντως, δεν μπορεί να θεωρείται μόνιμη. Για να προσφέρει ένας προμηθευτής συμβόλαιο διάρκειας 12 ή 24 μηνών, πρέπει να έχει περιορίσει εκ των προτέρων μέρος του κινδύνου του, μέσω στρατηγικών αντιστάθμισης τιμών. Όσο εξαντλούνται οι ποσότητες που έχουν «κλειδωθεί» σε ευνοϊκότερα επίπεδα ή αυξάνεται το κόστος του hedging, τόσο δυσκολότερο είναι να παραμένουν στην αγορά οι ίδιες χαμηλές προσφορές.
Αυτό εξηγεί γιατί ορισμένα από τα ιδιαίτερα φθηνά σταθερά προϊόντα του 2025 είτε αποσύρθηκαν είτε αντικαταστάθηκαν από ακριβότερες επιλογές μέσα στο 2026. Στην περίπτωση της ΔΕΗ, η χρέωση των 11,5 λεπτών/kWh έχει ανακοινωθεί για νέες ενεργοποιήσεις έως τα τέλη Οκτωβρίου, χωρίς να είναι δεδομένο ότι θα συνεχιστεί με τους ίδιους όρους στη συνέχεια.
Κάπως έτσι διαμορφώνεται και το σημερινό δίλημμα του Έλληνα καταναλωτή. Από τη μία, το σταθερό συμβόλαιο λειτουργεί ως προστασία απέναντι στην αβεβαιότητα της αγοράς. Από την άλλη, η ευρωπαϊκή συζήτηση που ανοίγει η ACER στρέφεται όλο και περισσότερο προς ένα διαφορετικό μοντέλο, προϊόντα που δεν «κλειδώνουν» την τιμή, αλλά επιτρέπουν στον καταναλωτή να εκμεταλλεύεται τις ώρες κατά τις οποίες το ρεύμα είναι σημαντικά φθηνότερο.
Η ACER μετρά έως 120 ευρώ όφελος από το «πότε»
Υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, όμως. Ενώ οι καταναλωτές κλειδώνουν τιμές, η ACER βλέπει σημαντικό ανεκμετάλλευτο όφελος ακριβώς στα συμβόλαια που αφήνουν την τιμή να μεταβάλλεται. Για ένα βασικό νοικοκυριό με κατανάλωση 3.000 kWh ετησίως, η μοντελοποίηση για τις συνθήκες του 2025 δείχνει δυνητική μέση εξοικονόμηση περίπου 120 ευρώ τον χρόνο, ή περίπου 20%, από τον συνδυασμό μετάβασης σε δυναμική τιμολόγηση και προσαρμογής της κατανάλωσης στις φθηνότερες ώρες.
Το σχετικό γράφημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί «σπάει» το όφελος στα δύο. Για το βασικό νοικοκυριό, περίπου 13% προκύπτει από την ίδια τη μετάβαση σε δυναμικό προϊόν και επιπλέον 7 ποσοστιαίες μονάδες από την αλλαγή της συμπεριφοράς κατανάλωσης.
Για σπίτι με αντλία θερμότητας, το συνολικό δυνητικό όφελος φθάνει περίπου τα 140 ευρώ ετησίως. Εκεί η ACER αποδίδει περίπου 6% στη δυναμική τιμολόγηση και άλλο 6% στην καλύτερη χρονική τοποθέτηση της κατανάλωσης. Η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφεται στα νοικοκυριά με ηλεκτρικό αυτοκίνητο: η εξοικονόμηση μπορεί να φθάσει περίπου τα 340 ευρώ τον χρόνο, με 8% να συνδέεται με την αλλαγή προϊόντος και άλλες 17 ποσοστιαίες μονάδες με τη μεταφορά της φόρτισης σε φθηνότερες ώρες.
Ο λόγος είναι πρακτικός. Ένα ψυγείο δεν μπορεί να σταματήσει να λειτουργεί επειδή το ρεύμα στις 8 το βράδυ είναι ακριβό. Ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο, όμως, μπορεί να συνδεθεί στις 7 το απόγευμα και να φορτίσει αυτόματα στις 2 τα ξημερώματα ή σε ώρες μεγάλης παραγωγής φωτοβολταϊκών.
Τα 279 ευρώ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης
Η διαφοροποίηση είναι ακόμη μεγαλύτερη ανά περιοχή. Στην ομάδα των αγορών της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η ACER υπολογίζει ότι για ένα νοικοκυριό με ηλεκτρικό όχημα η μετακίνηση της κατανάλωσης μπορεί να αποδώσει έως 21% του τελικού ετήσιου λογαριασμού ή περίπου 279 ευρώ.
Στη δυτική και νότια ευρωπαϊκή ομάδα το αντίστοιχο όφελος εκτιμάται σε 10% ή 204 ευρώ, ενώ στις βόρειες αγορές υποχωρεί στο 7% ή 102 ευρώ. Για τα απλά νοικοκυριά, χωρίς μεγάλο ευέλικτο φορτίο, τα αντίστοιχα οφέλη είναι πολύ χαμηλότερα, περίπου 3% έως 9%.
Άρα η ACER δεν λέει ότι «το δυναμικό είναι πάντα φθηνότερο». Λέει κάτι πιο συγκεκριμένο: όσο περισσότερο φορτίο μπορεί να μετακινηθεί χρονικά, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά η δυναμική τιμολόγηση.
Και βάζει σαφή αστερίσκο. Τα αποτελέσματα βασίζονται στις συνθήκες της αγοράς του 2025 και δεν είναι εγγυημένα. Σε περίοδο έντονων και παρατεταμένων ανατιμήσεων, ένας καταναλωτής που βρίσκεται πλήρως εκτεθειμένος στη βραχυχρόνια αγορά μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με πολύ υψηλές τιμές.
Το 66% έχει ήδη τον μετρητή που χρειάζεται
Το τεχνικό κλειδί για να λειτουργήσει αυτή η αγορά είναι ο έξυπνος μετρητής. Περίπου 66% των οικιακών πελατών που παρακολουθεί η ACER στην ΕΕ και τη Νορβηγία διαθέτει πλέον smart meter, όμως η ανάπτυξη είναι άνιση: σε πολλές χώρες η διείσδυση ξεπερνά το 80%, ενώ σε άλλες παραμένει κάτω από 20%.
Χωρίς μέτρηση της κατανάλωσης ανά ώρα ή μικρότερο χρονικό διάστημα, ο καταναλωτής δεν μπορεί ουσιαστικά να πληρωθεί για την ευελιξία του. Και χωρίς αυτοματισμούς, ακόμη και ο έξυπνος μετρητής δεν αρκεί: δύσκολα ένα νοικοκυριό θα παρακολουθεί καθημερινά τη χονδρεμπορική για να αποφασίσει πότε θα βάλει πλυντήριο ή θα φορτίσει το αυτοκίνητο.
Γι’ αυτό και η ACER βλέπει την επόμενη γενιά προϊόντων όχι ως απλή έκθεση του καταναλωτή στη spot αγορά, αλλά ως συνδυασμό dynamic pricing, time-of-use χρεώσεων, ειδοποιήσεων και αυτοματισμών, με δικλείδες προστασίας από τις ακραίες τιμές.
Το 2030 αυτή η συζήτηση θα είναι ακόμη πιο επίκαιρη. Με τη μεγαλύτερη συμμετοχή αιολικών και φωτοβολταϊκών, τα χρονικά παράθυρα χαμηλών ή πολύ χαμηλών τιμών θα πολλαπλασιάζονται, κυρίως τις ώρες έντονης ηλιοφάνειας και σε περιόδους υψηλής αιολικής παραγωγής. Οι ακριβές αιχμές, όμως, δεν θα εξαφανιστούν.
Κάπως έτσι διαμορφώνονται δύο διαφορετικές κατευθύνσεις στην ίδια αγορά. Σήμερα ο καταναλωτής αγοράζει κυρίως βεβαιότητα. Αύριο το σύστημα θα τον πληρώνει όλο και περισσότερο για ευελιξία. Στην Ευρώπη το 52% βρίσκεται ήδη σε σταθερά συμβόλαια και μόλις 7% στα δυναμικά. Στην Ελλάδα, τα μπλε από 13,27% στο τέλος του 2024 έφθασαν πάνω από 31% μέσα στο 2026. Την ίδια στιγμή, όμως, το παράδειγμα των 120, 140 και 340 ευρώ της ACER δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση: όσο η αγορά αποκτά περισσότερες ώρες φθηνής ενέργειας, τόσο μεγαλύτερη αξία θα έχει η δυνατότητα του νοικοκυριού να διαλέγει όχι μόνο σε ποια τιμή θα αγοράζει ρεύμα, αλλά και ποια ώρα θα το καταναλώνει.
Διαβάστε ακόμη
