Έλλειψη εξειδικευμένων τεχνικών, αυξημένος όγκος έργων και ολοένα μεγαλύτερη στροφή προς τις τεχνολογίες της ενεργειακής μετάβασης συνθέτουν τη σημερινή εικόνα της αγοράς ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα. Αυτό προκύπτει από έρευνα του Ομίλου Μεϊδάνη σε δείγμα 157 επαγγελματιών ηλεκτρολόγων από όλη τη χώρα, η οποία αποτυπώνει έναν κλάδο που εμφανίζει ισχυρή ζήτηση και νέες ευκαιρίες ανάπτυξης, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπος με διαχρονικές προκλήσεις, όπως η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και ο αθέμιτος ανταγωνισμός. Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη διείσδυση των αντλιών θερμότητας, των έξυπνων κατοικιών και της ηλεκτροκίνησης αναδιαμορφώνει το αντικείμενο του σύγχρονου ηλεκτρολόγου, δημιουργώντας νέες απαιτήσεις σε τεχνογνωσία και δεξιότητες.

«Ο ελληνικός ηλεκτρολογικός κλάδος είναι ζωντανός, εξελίσσεται και έχει άποψη. Οι επαγγελματίες δεν είναι απλώς αποδέκτες τεχνολογικών εξελίξεων, είναι αυτοί που τις υλοποιούν στην πράξη, και η φωνή τους αξίζει να ακούγεται όταν διαμορφώνονται πολιτικές, εκπαιδευτικά προγράμματα και στρατηγικές του κλάδου. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που κάναμε την έρευνα», σχολίασε στο energygame.gr ο Φίλιππος Γκούφας, Head of Digital Transformation & ecommerce platforms της Μεϊδάνης

Το πλέον ηχηρό εύρημα της έρευνας αφορά το ανθρώπινο δυναμικό. Σχεδόν οκτώ στους δέκα επαγγελματίες (77%) δηλώνουν ότι η δυσκολία εύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού και βοηθών αποτελεί σήμερα το σημαντικότερο πρόβλημα της καθημερινής τους δραστηριότητας. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά την αυξημένη ζήτηση για ηλεκτρολογικές υπηρεσίες, η αγορά δυσκολεύεται να βρει τους ανθρώπους που θα μπορέσουν να καλύψουν τις ανάγκες της, με αποτέλεσμα η έλλειψη τεχνικών να μετατρέπεται σταδιακά σε παράγοντα που περιορίζει τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης.

Το πρόβλημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστεί με το γεγονός ότι η αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 45% των ηλεκτρολόγων δηλώνει ότι ο όγκος των έργων του αυξήθηκε σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ ένα ακόμη 45% αναφέρει ότι παρέμεινε σταθερός. Μόλις το 10% κάνει λόγο για μείωση της δραστηριότητας. Με άλλα λόγια, εννέα στους δέκα επαγγελματίες βλέπουν την αγορά να κινείται τουλάχιστον στα ίδια ή και σε καλύτερα επίπεδα σε σχέση με πέρυσι, στοιχείο που αποτυπώνει μια συνολικά θετική εικόνα για τον κλάδο.

«Ο κίνδυνος υπάρχει και ήδη αποτυπώνεται στα ευρήματα της έρευνάς μας. Όσο η ζήτηση για ενεργειακά έργα εντείνεται, το πρόβλημα δεν είναι πια τα υλικά ή η χρηματοδότηση, είναι τα χέρια που θα τα υλοποιήσουν. Αν δεν επενδύσουμε σοφά στην τεχνική εκπαίδευση και στην ελκυστικότητα του επαγγέλματος για τη νέα γενιά, το θέμα από πρόκληση διαχείρισης θα γίνει διαρθρωτικό πρόβλημα της αγοράς», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τον μετασχηματισμό που βρίσκεται σε εξέλιξη στον ενεργειακό τομέα. Οι παραδοσιακές ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό όγκο της δραστηριότητας, ωστόσο οι νέες ενεργειακές εφαρμογές κερδίζουν συνεχώς έδαφος και αλλάζουν το περιεχόμενο της δουλειάς του επαγγελματία ηλεκτρολόγου. Οι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων, η ηλεκτροκίνηση, οι αυτοματισμοί και οι ψηφιακές εφαρμογές δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, όπου οι τεχνικές γνώσεις συνδυάζονται πλέον με δεξιότητες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν αποτελούσαν μέρος της καθημερινής δραστηριότητας του κλάδου.

Σχολιάζοντας τη μετεξέλιξη της αγοράς, ο κ. Γκούφας επισημαίνει ότι η μετάβαση προς τις «πράσινες» υπηρεσίες δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική προοπτική, αλλά μια πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφώσει το αντικείμενο του επαγγέλματος. Όπως αναφέρει, ο σύγχρονος ηλεκτρολόγος δεν περιορίζεται πλέον στις κλασικές ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, αλλά καλείται να εγκαθιστά φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων, να ενσωματώνει αντλίες θερμότητας και να ρυθμίζει έξυπνα συστήματα διαχείρισης ενέργειας. Την ίδια ώρα, σημειώνει ότι, παρότι η αγορά κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν είναι ακόμη έτοιμη σε όλα τα επίπεδα, καθώς η ζήτηση εξελίσσεται ταχύτερα από την τεχνογνωσία και η τεχνογνωσία με τη σειρά της προηγείται της διαθεσιμότητας εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Για τον λόγο αυτό, υπογραμμίζει ότι προμηθευτές, κατασκευαστές και φορείς εκπαίδευσης θα πρέπει να κινηθούν συντονισμένα, ώστε η ενεργειακή μετάβαση να πραγματοποιηθεί με ενιαίους ρυθμούς και να μη δημιουργηθεί μια αγορά «δύο ταχυτήτων».

Δεν είναι τυχαίο ότι, όσον αφορά τους τομείς στους οποίους καταγράφεται η μεγαλύτερη αύξηση ζήτησης το τελευταίο δωδεκάμηνο, οι κλασικές ανακαινίσεις και ο φωτισμός LED εξακολουθούν να βρίσκονται στην πρώτη θέση με ποσοστό 45%. Ωστόσο, αμέσως μετά ακολουθούν οι αντλίες θερμότητας με 26%, οι εφαρμογές Smart Home και αυτοματισμών με 16%, οι φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων με 8% και τα φωτοβολταϊκά συστήματα μέσω net metering με 5%. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι ο πυρήνας της ανάπτυξης μετατοπίζεται σταδιακά προς υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που αφορούν την ηλεκτροκίνηση. Παρότι η αγορά βρίσκεται ακόμη σε σχετικά πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, η διείσδυση των φορτιστών ηλεκτρικών οχημάτων στον επαγγελματικό κύκλο εργασιών των ηλεκτρολόγων είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλή. Το 62% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι εγκαθιστά περιστασιακά σταθμούς φόρτισης, ενώ ένα επιπλέον 13% ασχολείται συστηματικά με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Παράλληλα, το 17% αναφέρει ότι σκοπεύει να εισέλθει στην αγορά αυτή το προσεχές διάστημα, ενώ μόλις το 8% δηλώνει ότι δεν ενδιαφέρεται. Συνολικά, το 92% είτε δραστηριοποιείται ήδη είτε σχεδιάζει να δραστηριοποιηθεί στην εγκατάσταση φορτιστών ηλεκτρικών οχημάτων, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι η ηλεκτροκίνηση εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες νέες αγορές για τον κλάδο.

Παράλληλα, οι τεχνολογίες του έξυπνου σπιτιού παύουν να αποτελούν μια εξειδικευμένη αγορά και ενσωματώνονται ολοένα περισσότερο στην καθημερινότητα των επαγγελματιών. Το 44% δηλώνει ότι εργάζεται κυρίως με ασύρματα συστήματα Wi-Fi και Bluetooth, όπως Shelly και Tuya, ενώ το 33% χρησιμοποιεί συστήματα KNX, τα οποία απευθύνονται σε εγκαταστάσεις υψηλότερων απαιτήσεων. Ένα ακόμη 8% επιλέγει ολοκληρωμένες ιδιοταγείς λύσεις, ενώ μόλις το 14% αναφέρει ότι δεν αναλαμβάνει έργα Smart Home. Παράλληλα, σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες στην έρευνα (48%) δηλώνουν ότι χρειάζονται περισσότερα πρακτικά τεχνικά σεμινάρια από τους προμηθευτές για σύνθετα έργα, όπως οι αυτοματισμοί και οι εγκαταστάσεις φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων, γεγονός που αναδεικνύει ότι η συνεχής εκπαίδευση εξελίσσεται σε κρίσιμο παράγοντα για την επόμενη ημέρα του κλάδου.

Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή συνοδεύεται από διαχρονικές στρεβλώσεις. Το 94% των επαγγελματιών θεωρεί ότι το σημερινό θεσμικό πλαίσιο, που περιλαμβάνει τις πιστοποιήσεις, τους ελέγχους και τις Υπεύθυνες Δηλώσεις Εγκαταστάτη (ΥΔΕ), δεν προστατεύει επαρκώς τον αδειούχο εγκαταστάτη από τη «μαύρη» εργασία. Συγκεκριμένα, το 48% δηλώνει ότι δεν υπάρχει καμία ουσιαστική προστασία, το 45% θεωρεί ότι υπάρχουν σημαντικά κενά, ενώ μόλις το 6% εμφανίζεται ικανοποιημένο από το ισχύον πλαίσιο. Το εύρημα αυτό δεν αφορά μόνο τις συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των επαγγελματιών, αλλά αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα εφαρμογής των κανόνων της αγοράς και διασφάλισης της ποιότητας και της ασφάλειας των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων.

Την ίδια στιγμή, η πίεση στο κόστος των έργων παραμένει έντονη. Το 41% των ηλεκτρολόγων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει πιέσεις από τους πελάτες για μείωση του συνολικού κόστους των εργασιών, ενώ ένας στους πέντε επαγγελματίες αναφέρει ότι δέχεται συχνά ή πολύ συχνά αιτήματα για χρήση υλικών χαμηλότερης ποιότητας προκειμένου να περιοριστεί ο προϋπολογισμός ενός έργου. Παράλληλα, το 48% θεωρεί ότι η γραφειοκρατία που σχετίζεται με διαδικασίες όπως αυτές του ΔΕΔΔΗΕ και των ΥΔΕ εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο, ενώ το 23% αναφέρεται σε καθυστερήσεις ή ελλείψεις από τους προμηθευτές.

Η έρευνα αποτυπώνει επίσης τις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις των επαγγελματιών απέναντι στους προμηθευτές ηλεκτρολογικού υλικού. Το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής παραμένουν οι ανταγωνιστικές τιμές και η εμπορική πολιτική B2B, που συγκεντρώνουν ποσοστό 34%. Ακολουθούν η ταχύτητα εξυπηρέτησης και η αυθημερόν παράδοση με 26%, η άμεση διαθεσιμότητα προϊόντων με 25%, η τεχνική υποστήριξη και το after-sales service με 11%, ενώ μόλις το 4% θεωρεί ως βασικό κριτήριο την εγγύτητα του καταστήματος στο έργο. Παρά την αυξανόμενη ψηφιοποίηση, το 73% εξακολουθεί να προτιμά την τηλεφωνική επικοινωνία ή τη φυσική επίσκεψη για την πραγματοποίηση των παραγγελιών, γεγονός που δείχνει ότι η προσωπική σχέση εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην αγορά.

Το προφίλ των συμμετεχόντων ενισχύει τη βαρύτητα των συμπερασμάτων. Η έρευνα βασίζεται σε απαντήσεις 157 επαγγελματιών από όλη τη χώρα, με το 82% να διαθέτει περισσότερα από 15 χρόνια εμπειρίας. Το 42% δραστηριοποιείται στον κλάδο για περισσότερα από 25 χρόνια και το 40,1% για 15 έως 24 χρόνια, ενώ μόλις το 4,5% βρίσκεται στα πρώτα πέντε χρόνια της επαγγελματικής του πορείας. Η πλειονότητα δραστηριοποιείται στις οικιακές εγκαταστάσεις και στις ανακαινίσεις, που συγκεντρώνουν το 59% της δραστηριότητας, ενώ ακολουθούν οι επαγγελματικοί χώροι με 23%, οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις με 13%, τα ξενοδοχεία με 3% και τα δημόσια έργα επίσης με 3%. Γεωγραφικά, το 52,9% των συμμετεχόντων προέρχεται από την Αττική, το 23,6% από την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα, το 16,6% από τη νησιωτική χώρα και το 7% από τη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία.

Συνολικά, η έρευνα σκιαγραφεί έναν κλάδο που βρίσκεται σε φάση μετάβασης. Από τη μία πλευρά, η αυξανόμενη ζήτηση για ενεργειακές αναβαθμίσεις, ηλεκτροκίνηση και έξυπνα κτίρια δημιουργεί ένα νέο πεδίο ανάπτυξης για τους επαγγελματίες. Από την άλλη, η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, οι θεσμικές αδυναμίες και η ανάγκη συνεχούς αναβάθμισης των δεξιοτήτων αναδεικνύονται σε κρίσιμες προκλήσεις για την επόμενη ημέρα του ηλεκτρολογικού κλάδου στην Ελλάδα.

Διαβάστε ακόμη