Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σταθερά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Είναι λογικό. Το ρεύμα δεν είναι ένα ακόμη προϊόν της αγοράς, αλλά βασικό αγαθό, απολύτως αναγκαίο για την καθημερινή ζωή των νοικοκυριών, για τη λειτουργία των επιχειρήσεων και, τελικά, για τη συνολική αντοχή της οικονομίας. Όταν, λοιπόν, το ενεργειακό κόστος αυξάνεται ή παραμένει υψηλό, η πίεση δεν είναι αφηρημένη. Είναι άμεση, χειροπιαστή και κοινωνικά ορατή. Γι’ αυτό και η πρόσβαση σε προσιτή ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι απλώς τεχνικό ή εμπορικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα. Και ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση γύρω από το γιατί η χώρα μας έχει αυτό το επίπεδο τιμών, τι ακριβώς τις επηρεάζει και πώς μπορεί να μειωθεί ουσιαστικά το κόστος για τον τελικό καταναλωτή πρέπει να γίνεται με καθαρούς όρους και χωρίς εύκολες απλουστεύσεις. Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ), που εκπροσωπεί τους κορυφαίους ανεξάρτητους παρόχους ενέργειας της ελληνικής αγοράς και συμμετέχει θεσμικά στον διάλογο με την Πολιτεία και τις ρυθμιστικές αρχές, επισημαίνει σταθερά μια κρίσιμη διάσταση της συζήτησης: η αγορά προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι μια έντονα ανταγωνιστική αγορά, που προσφέρει στους καταναλωτές ευρύ φάσμα επιλογών και προϊόντων.

Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί όπου συχνά αναζητείται. Σημαντικό μέρος του κόστους που τελικά ενσωματώνεται στις χρεώσεις προμήθειας δεν συνδέεται με ανεπάρκεια ανταγωνισμού. Συνδέεται με διαρθρωτικές αδυναμίες και ανοιχτές εκκρεμότητες του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της αγοράς.

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο Κώδικας Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας. Παρότι θεσπίστηκε το 2013, δεν έχει από τότε επικαιροποιηθεί ουσιαστικά, παρά τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο μεταξύ στην ενεργειακή αγορά. Το αποτέλεσμα είναι ότι κρίσιμες πλευρές της αγοράς εξακολουθούν να παραμένουν ελλιπώς ρυθμισμένες, με βασικό παράδειγμα το πλαίσιο αλλαγής προμηθευτή και τη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών που συνδέονται με αυτό.

Το θέμα αυτό δεν είναι ούτε δευτερεύον ούτε τεχνικό, έχει άμεση οικονομική επίπτωση. Επιβαρύνει τους προμηθευτές ενέργειας με πρόσθετο κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο, μειώνει τα περιθώρια για ακόμη πιο ανταγωνιστικές τιμές και τελικά μεταφέρει το βάρος στους συνεπείς καταναλωτές. Δηλαδή ακριβώς σε εκείνους που ανταποκρίνονται κανονικά στις υποχρεώσεις τους.

Αυτό είναι και το σημείο που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: όταν η αγορά λειτουργεί με ανοιχτές θεσμικές εκκρεμότητες, το κόστος δεν εξαφανίζεται. Κάπου μεταφέρεται. Και συνήθως μεταφέρεται εκεί όπου είναι ευκολότερο να απορροφηθεί – μέσα στο συνολικό κόστος που τελικά πληρώνει ο καταναλωτής.

Η ανάγκη να αντιμετωπιστούν αυτές οι στρεβλώσεις αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, καθώς η αγορά περνά σταδιακά σε μια νέα εποχή ενεργειακών υπηρεσιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το on-bill financing, ένα νέο εργαλείο που μπορεί να συνδέσει πιο άμεσα την ενεργειακή αναβάθμιση με τη μείωση του κόστους για τον καταναλωτή.

Το on-bill financing επιτρέπει τη χρηματοδότηση ενεργειακών αναβαθμίσεων στις εγκαταστάσεις του καταναλωτή, μαζί και της προμήθειας κατάλληλου εξοπλισμού, με αποπληρωμή που γίνεται σταδιακά μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Το εργαλείο αυτό αναμένεται να αποτελέσει βασικό κανάλι αξιοποίησης πόρων ύψους 2,5 δισ. ευρώ από το νέο πρόγραμμα «Εξοικονομώ» του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου.

Η σημασία του δεν περιορίζεται στη χρηματοδότηση. Οι προμηθευτές καλούνται να αναλάβουν έναν πολύ πιο σύνθετο ρόλο: όχι μόνο να στηρίζουν την ενεργειακή αναβάθμιση, αλλά και να παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης και βελτιστοποίησης της κατανάλωσης μέσω του σχετικού εξοπλισμού.

Μιλάμε για τεχνολογίες όπως μπαταρίες πίσω από τον μετρητή, αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικές συσκευές που ανταποκρίνονται σε σήματα τιμών και φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων. Πρόκειται για μέσα που μπορούν να αξιοποιηθούν έτσι ώστε να μειώνουν το κόστος προμήθειας για τον καταναλωτή, ενώ ταυτόχρονα περιορίζουν και το συνολικό κόστος λειτουργίας του συστήματος, παρέχοντας πολύτιμες υπηρεσίες ευελιξίας.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της επόμενης ημέρας: η ενεργειακή εξοικονόμηση δεν θα προκύπτει μόνο από παθητικές παρεμβάσεις, αλλά και από πιο έξυπνη, πιο ενεργή και πιο τεχνολογικά υποστηριζόμενη συμμετοχή του καταναλωτή στην αγορά. Όμως αυτή η μετάβαση δεν μπορεί να γίνει σε έδαφος θεσμικής αβεβαιότητας.

Το νέο αυτό μοντέλο συνεπάγεται σημαντικό πρόσθετο πιστωτικό κίνδυνο για τους προμηθευτές. Και ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά όσο παραμένει ανοιχτό το ζήτημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Ο ΕΣΠΕΝ έχει ήδη καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση για τη συμπλήρωση των άρθρων 39 και 42 του Κώδικα Προμήθειας, με στόχο μια ισορροπημένη και λειτουργική αντιμετώπιση του ζητήματος. Η πρόταση προβλέπει μηχανισμό που δίνει τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος απενεργοποίησης παροχής από τον προηγούμενο προμηθευτή, με βάση την αρχή της αναλογικότητας.

Η πρόβλεψη αυτή δεν προτείνεται αδιακρίτως. Αντιθέτως, συνοδεύεται από σαφείς δικλείδες: εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις ουσιωδών οφειλών, προϋποθέτει ότι έχουν προηγουμένως εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες διακανονισμού και περιλαμβάνει ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής δεν θα βρεθεί αιφνιδιαστικά αντιμέτωπος με παλιές εκκρεμότητες.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια προσέγγιση που επιδιώκει να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία του καταναλωτή και στην ανάγκη να μην επιβαρύνονται συστηματικά οι συνεπείς από το κόστος που δημιουργεί η ατελής ρύθμιση της αγοράς.

Η επικαιροποίηση του Κώδικα Προμήθειας, όπως και η αντιμετώπιση άλλων γνωστών στρεβλώσεων του πλαισίου, δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη διοικητική ή κανονιστική εκκρεμότητα. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για να περιοριστούν δομικές επιβαρύνσεις που σήμερα ενσωματώνονται στις χρεώσεις προμήθειας, για να αναπτυχθούν νέα εργαλεία εξοικονόμησης και διαχείρισης ενέργειας και, τελικά, για να λειτουργήσει η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με πιο αποτελεσματικό, πιο βιώσιμο και πιο οικονομικά προσιτό τρόπο.

Ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση για τη μείωση του ενεργειακού κόστους χρειάζεται να γίνει στη σωστή βάση. Όχι με παρεμβάσεις στη διαμόρφωση των τιμολογίων ή στην εμπορική πολιτική μιας έντονα ανταγωνιστικής αγοράς, όπως είναι η αγορά προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Τέτοιες προσεγγίσεις μπορεί να ακούγονται απλές ή ελκυστικές σε επίπεδο εντυπώσεων, αλλά δεν αγγίζουν την πραγματική πηγή του προβλήματος.

Η ουσιαστική μείωση του κόστους προϋποθέτει κάτι πολύ πιο απαιτητικό αλλά και πολύ πιο αποτελεσματικό: την αντιμετώπιση εκείνων των διαρθρωτικών στοιχείων του κόστους ενέργειας και προμήθειας που σήμερα παραμένουν ουσιαστικά κρυμμένα μέσα στο «ανταγωνιστικό σκέλος» των τιμολογίων, χωρίς να βρίσκονται υπό τον έλεγχο των προμηθευτών και χωρίς να αποτελούν πραγματικό πεδίο ανταγωνισμού.

Αν ο στόχος είναι πραγματικά να δούμε χαμηλότερο ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, τότε η απάντηση δεν βρίσκεται σε εύκολες εξαγγελίες. Βρίσκεται σε ένα πιο σύγχρονο, πιο λειτουργικό και πιο δίκαιο θεσμικό πλαίσιο. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ακριβό ρεύμα δεν είναι μόνο θέμα αγοράς. Είναι και θέμα κανόνων.

Διαβάστε ακόμη