H «στοχευμένη στήριξη είναι ένα ευπρόσδεκτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», αναφέρει ο Εκτελεστικός Πρόεδρος της Metlen, κ. Ευάγγελος Μυτιληναίος, σε δήλωσή του στους Financial Times, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης των επιχειρήσεων που επιβαρύνονται από τις υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και το κόστος του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων.

Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπιζε τις κρατικές επιδοτήσεις με βαθιά καχυποψία. Οι Βρυξέλλες θεωρούσαν την κρατική βοήθεια ως στρέβλωση του ανταγωνισμού — μια απειλή για την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς που αποτέλεσε τη βάση της ευρωπαϊκής ευημερίας. Οι κανόνες ήταν αυστηροί, η εποπτεία αμείλικτη και η φιλοσοφία ξεκάθαρη: οι αγορές, και όχι οι κυβερνήσεις, πρέπει να αποφασίζουν ποιοι θα είναι οι νικητές και οι χαμένοι.

Σήμερα, αυτό το mantra  φαίνεται να χάνει έδαφος.

Σύμφωνα με εκτενή ανάλυση των Financial Times, από το Βερολίνο μέχρι το Παρίσι και από τη Στοκχόλμη έως την Αθήνα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπανούν δισεκατομμύρια για να στηρίξουν βιομηχανίες που πλήττονται από ενεργειακά σοκ, γεωπολιτική αστάθεια και τον σκληρό ανταγωνισμό από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που κάποτε θεωρούνταν ένα έκτακτο μέτρο έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό στοιχείο της νέας βιομηχανικής στρατηγικής της Ευρώπης.

Προσπάθειες προσαρμογής

Η μεταμόρφωση αυτή αντανακλά μια ήπειρο που προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια πιο σκληρή παγκόσμια οικονομία — όπου η κρατική παρέμβαση δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση αλλά ολοένα και περισσότερο τον κανόνα. Στην καρδιά αυτής της αλλαγής βρίσκεται ο αυξανόμενος φόβος ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει τη βιομηχανική της ραχοκοκαλιά εάν οι κυβερνήσεις δεν παρέμβουν πιο δυναμικά.

Για τον Gunnar Groebler, διευθύνοντα σύμβουλο της γερμανικής χαλυβουργίας Salzgitter, η πρόκληση είναι ζωτικής σημασίας. Ο ίδιος θεωρεί ότι απανθρακοποίηση της βαριάς βιομηχανίας μοιάζει με την προσπάθεια να διασχίσει κάποιος μια γέφυρα: εξαιρετικά δαπανηρή, αδύνατη χωρίς υποστήριξη και επικίνδυνη αν εγκαταλειφθεί στη μέση.

«Έχουμε ήδη ανέβει σε αυτή τη γέφυρα», υποστηρίζει, εξηγώντας γιατί η εταιρεία του χρειάζεται δημόσια χρηματοδότηση για να ολοκληρώσει την πράσινη μετάβασή της. «Τώρα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η γέφυρα δεν θα καταρρεύσει πριν φτάσουμε στην άλλη πλευρά».

Το δίλημμα

Η προειδοποίησή του αποτυπώνει το δίλημμα που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανική οικονομία. Η ήπειρος προσπαθεί ταυτόχρονα να απανθρακοποιήσει την παραγωγή, να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της και να μειώσει την εξάρτησή της από αναξιόπιστους εταίρους— ενώ το ενεργειακό κόστος παραμένει σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των ανταγωνιστικών οικονομιών.

Το αποτέλεσμα  όλων αυτών είναι μια δραματική αύξηση των κρατικών ενισχύσεων. Μόνο το 2024, τα κράτη-μέλη της ΕΕ δαπάνησαν περισσότερα από 168 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις που εγκρίθηκαν βάσει των ευρωπαϊκών κανόνων — ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 1% του ΑΕΠ της Ένωσης. Αν και τα επίπεδα αυτά είναι χαμηλότερα από εκείνα της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, παραμένουν αισθητά υψηλότερα από τα προ πανδημίας δεδομένα.

Πώς το έκτακτο γίνεται μόνιμο

Αυτό που ξεκίνησε ως προσωρινή διαχείριση κρίσεων μετατρέπεται πλέον σε μόνιμη βιομηχανική πολιτική.

Η καμπή ήρθε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν οι Βρυξέλλες χαλάρωσαν τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων ώστε οι κυβερνήσεις να μπορέσουν να διασώσουν επιχειρήσεις και να προστατεύσουν θέσεις εργασίας. Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επιτάχυνε ακόμη περισσότερο αυτή τη μεταστροφή, ιδιαίτερα στη Γερμανία, της οποίας το βιομηχανικό μοντέλο βασιζόταν επί χρόνια στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο.

Σήμερα, ένα νέο κύμα γεωπολιτικής αστάθειας — συμπεριλαμβανομένων των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και των φόβων για τις παγκόσμιες ενεργειακές προμήθειες — έχει ενισχύσει τις πιέσεις για ακόμη μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση.

Ο ρόλος της Κομισιόν

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανταποκρίθηκε χαλαρώνοντας εκ νέου τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις να επιδοτούν πράσινες τεχνολογίες, έργα βιομηχανικής απανθρακοποίησης και ενεργοβόρους κλάδους.

Για πολλούς πολιτικούς η λογική είναι αναπόφευκτη. Η Κίνα επιδοτεί μαζικά τη βιομηχανία της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ανακοινώσει τεράστια κίνητρα μέσω του Inflation Reduction Act. Η Ευρώπη, υποστηρίζουν, δεν μπορεί να παραμείνει προσκολλημένη σε μια ιδεολογική καθαρότητα της ελεύθερης αγοράς, όταν οι ανταγωνιστές της χρησιμοποιούν ανοιχτά την κρατική ισχύ για να κυριαρχήσουν σε στρατηγικούς τομείς.

Γαλλικές πιέσεις

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν υπήρξε ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης. Υποστηρίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να σταματήσει να είναι αφελής και να αρχίσει να προστατεύει τους δικούς της βιομηχανικούς πρωταθλητές.

Οι υποστηρικτές των επιδοτήσεων προειδοποιούν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει βασικούς τομείς — από τον χάλυβα και τις μπαταρίες έως την καθαρή τεχνολογία και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας — αν δεν ανταποκριθεί στην οικονομική ισχύ των ανταγωνιστών της.

Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, έχει επίσης προειδοποιήσει ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει τον κίνδυνο βιομηχανικής παρακμής εάν δεν κινητοποιήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.

Οι ρωγμές

Ωστόσο, η έκρηξη των επιδοτήσεων έχει αποκαλύψει βαθιές ρωγμές στο εσωτερικό της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι επικριτές φοβούνται ότι οι κρατικές ενισχύσεις μπορεί τελικά να αποδυναμώσουν την ίδια την ενιαία αγορά από την οποία εξαρτάται η Ευρώπη. Η ανησυχία τους εδράζεται στην παραδοχή ότι δεν έχουν όλες οι χώρες την ίδια δυνατότητα να επιδοτούν τις βιομηχανίες τους.

Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, αντιπροσώπευε σχεδόν το ένα τέταρτο όλων των κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ το 2024. Αν και μικρότερες χώρες όπως η Ουγγαρία και η Ρουμανία διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ τους σε επιδοτήσεις, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τη δημοσιονομική ισχύ του Βερολίνου. Αυτή η ανισορροπία προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία στα μικρότερα κράτη-μέλη.

«Όταν η δυνατότητα κρατικών ενισχύσεων διαφέρει τόσο πολύ μεταξύ των κρατών-μελών, υπάρχει κίνδυνος κατακερματισμού της αγοράς», προειδοποιεί στους FT ο Hans Sohlström, διευθύνων σύμβουλος της σκανδιναβικής εταιρείας δασικών προϊόντων Stora Enso.

Οι ανησυχίες

Ο φόβος είναι ότι οι επιχειρήσεις θα επιλέγουν πλέον πού θα επενδύσουν όχι με βάση την αποδοτικότητα ή την καινοτομία, αλλά ανάλογα με το ποια κυβέρνηση προσφέρει τις μεγαλύτερες επιδοτήσεις.

Ο Henrik Henriksson, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας πράσινου χάλυβα Stegra, λέει ότι αυτή η δυναμική επηρεάζει ήδη τις επενδυτικές αποφάσεις. Η εταιρεία του εξέτασε πιθανές επενδύσεις στην Πορτογαλία, η οποία διαθέτει εξαιρετικούς ανανεώσιμους ενεργειακούς πόρους, αλλά εξέτασε επίσης τη Γαλλία λόγω της πολύ μεγαλύτερης δυνατότητάς της να παρέχει κρατική στήριξη.

«Σε ορισμένες χώρες μπορείς να λάβεις επιδότηση που καλύπτει το 40% έως 60% του κόστους ενός έργου», σημειώνει ο Henriksson. «Στη Σουηδία αυτό είναι αδιανόητο».

Η ίδια η Stegra έλαβε μόλις περίπου το 5% του επενδυτικού της κόστους μέσω επιδοτήσεων.

Για τις πιο οικονομικά φιλελεύθερες χώρες, όπως η Ολλανδία και τα σκανδιναβικά κράτη, αυτή η τάση συνιστά επικίνδυνη απομάκρυνση από τις αρχές που κατέστησαν την Ευρώπη ανταγωνιστική εξαρχής.

Επιδοτήσεις vs ενισχύσεις

Το επιχείρημά τους είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να επικεντρωθεί λιγότερο στις επιδοτήσεις και περισσότερο στην ενίσχυση των θεμελιωδών στοιχείων ανταγωνιστικότητας: βαθύτερη ενοποίηση της ενιαίας αγοράς, καλύτερες υποδομές, καινοτομία, δεξιότητες εργαζομένων και λιγότερα γραφειοκρατικά εμπόδια.

Ορισμένοι οικονομολόγοι προειδοποιούν επίσης ότι η υπερβολική κρατική στήριξη κινδυνεύει να διατηρήσει αναποτελεσματικές βιομηχανίες αντί να ενθαρρύνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Η Heather Grabbe, από το think tank Bruegel με έδρα τις Βρυξέλλες, υποστηρίζει ότι οι επιδοτήσεις συχνά προστατεύουν τις επιχειρήσεις από τις πραγματικότητες της αγοράς αντί να τις αναγκάζουν να προσαρμοστούν.

«Δεν προστατεύουν απλώς τους καταναλωτές από τις τιμές των καυσίμων», λέει. «Τους προστατεύουν και από τη γεωπολιτική πραγματικότητα».

Άλλοι φοβούνται ότι η Ευρώπη μετακινείται σταδιακά προς ένα οικονομικό μοντέλο, περισσότερου κρατισμού, που θυμίζει περισσότερο την προσέγγιση της Κίνας παρά τη δική της παραδοσιακή φιλελεύθερη λογική.

Η ενιαία αγορά

Ο Tommaso Valletti, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πιστεύει ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Ευρώπης ήταν πάντα το άνοιγμα και το μέγεθος της ενιαίας αγοράς της.

«Αν το υπονομεύσεις αυτό με κατακερματισμένες επιδοτήσεις», προειδοποιεί, «εγκαταλείπεις το μοναδικό πράγμα που οι ΗΠΑ και η Κίνα δεν μπορούν να αντιγράψουν».

Οι ενεργειακές επιδοτήσεις

Πουθενά η συζήτηση δεν είναι πιο έντονη από ό,τι στην ενεργειακή πολιτική.

Από τα τέλη του 2021 έως τα μέσα του 2023, οι κυβερνήσεις της ΕΕ δαπάνησαν περίπου 540 δισ. ευρώ για να προστατεύσουν καταναλωτές και βιομηχανίες από την εκτίναξη των τιμών ενέργειας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Από αυτά, τα 158 δισ. διατέθηκαν μόνο από την Γερμανία.

Το Βερολίνο εισήγαγε έκτοτε και νέα μέτρα στήριξης, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος Industriestrompreis, που μειώνει προσωρινά το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Οι γερμανικές επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι τέτοια μέτρα είναι απαραίτητα για την επιβίωσή τους. Ο Groebler χαρακτηρίζει την πολιτική αυτή «λογικό και σημαντικό προσωρινό μέτρο» για κλάδους που ήδη υποφέρουν από διαρθρωτικά υψηλό ενεργειακό κόστος.

Οι επικριτές, όμως, ανησυχούν ότι τα προσωρινά μέτρα μετατρέπονται σε μόνιμη συνήθεια.

Ο Victor van Hoorn, της Cleantech for Europe, σημειώνει ότι οι επιδοτήσεις αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο όχι ως εξαιρετικές παρεμβάσεις αλλά ως φυσιολογικό μέρος της βιομηχανικής πολιτικής. «Αυτό που είναι προσωρινό», παρατηρεί, «φαίνεται τελικά πιο μόνιμο απ’ όσο νομίζαμε».

Ο αντίλογος

Παρ’ όλα αυτά, για πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις η εναλλακτική μοιάζει χειρότερη. Στελέχη σε ολόκληρη την ήπειρο υποστηρίζουν ότι χωρίς κρατική στήριξη η Ευρώπη μπορεί να χάσει ολόκληρους στρατηγικούς τομείς από επιδοτούμενους κινεζικούς ανταγωνιστές που επωφελούνται από φθηνότερη ενέργεια και τεράστιες εγχώριες αγορές.

Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια βαθιά στρατηγική επιλογή. Μπορεί να συνεχίσει να αγκαλιάζει τις επιδοτήσεις για να υπερασπιστεί τη βιομηχανική της βάση σε έναν ολοένα πιο προστατευτικό κόσμο. Ή μπορεί να προσπαθήσει να διατηρήσει τις παραδοσιακές φιλελεύθερες αρχές που οικοδόμησαν την ενιαία αγορά — ακόμη και με τον κίνδυνο να χάσει βιομηχανίες από πιο παρεμβατικούς ανταγωνιστές.

Διαβάστε ακόμη